Στη φαντασία της Δύσης, η ινδική υποήπειρος ευωδίαζε τόσο έντονα, επειδή πίστευαν ότι βρισκόταν πολύ κοντά στον βιβλικό Κήπο της Εδέμ. Αυτό που ίσως εκπλήσσει, είναι ότι και οι ίδιοι οι Ινδοί είχαν μια βαθιά, σχεδόν λατρευτική εκτίμηση για τα αρωματικά υλικά, αναζητώντας συνεχώς σπάνιες ύλες, όχι μόνο στη δική τους γη, αλλά και σε απομακρυσμένες ηπειρωτικές περιοχές και εξωτικά νησιά.
Ο κόσμος της ινδικής αρωματοποιίας δεν υπήρξε ποτέ στατικός. Από την αρχαιότητα μέχρι το 500 μ.Χ., η γκάμα των τοπικών και εισαγόμενων αρωματικών υλών επεκτάθηκε τόσο πολύ, που οι Ινδοί αρωματοποιοί είχαν πλέον πρόσβαση σε περισσότερα αρώματα από οποιονδήποτε άλλον λαό στον πλανήτη.
Η ιστορία αυτή ξεκινά από τα αρχαιότερα ινδικά κείμενα, τις Βέδες, οι οποίες χρονολογούνται από το 1200 π.Χ. έως τα τέλη της 1ης χιλιετίας π.Χ. Στις Βέδες, οι αναφορές σε αρωματικά είναι ακόμα περιορισμένες και επικεντρώνονται σε γιρλάντες λουλουδιών, στη ρίζα του κόστου (costus root) από τα βόρεια βουνά και στη ρητίνη γκουγκούλου (guggulu), ένα είδος σμύρνας που προερχόταν από τη Νότια Ασία και τις δυτικές περιοχές.
Το γκουγκούλου, το οποίο καιγόταν ως θυμίαμα, θεωρούνταν η «σάρκα» του θεού της φωτιάς, Άγκνι, ο οποίος κατείχε κεντρικό ρόλο στα αρχαία τελετουργικά. Η ρίζα του κόστου θεωρούνταν επίσης θεότητα. Το γκουγκούλου καίγεται σε ινδουιστικές τελετές ακόμα και σήμερα, αποτελώντας ένα από τα παλαιότερα συνεχώς χρησιμοποιούμενα αρωματικά στον κόσμο. Σε αυτή την πρώιμη περίοδο, η κλασσική παλέτα της ινδικής αρωματοποιίας δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί πλήρως.
Η μεγάλη αλλαγή αποτυπώνεται σε μεταγενέστερα κείμενα, όπως το περίφημο έπος Ραμαγιάνα, όπου το σανταλόξυλο (sandalwood) και το αγάρξυλο (agarwood) αρχίζουν να αποκτούν τεράστια αξία. Οι πηγές δείχνουν ότι οι Ινδοί άλεθαν αυτά τα πολύτιμα ξύλα μετατρέποντάς τα σε μια παχύρρευστη πάστα, με την οποία άλειφαν τα σώματά τους, αλλά και αντικείμενα όπως τα όπλα τους, ενώ συχνά τα έκαιγαν σε νεκρικές πυρές.
Μάλιστα, το «Arthashastra» (Αρθασάστρα), μια αρχαία ινδική πραγματεία για την πολιτική, την οικονομία, τη διοίκηση και τη στρατιωτική στρατηγική, ηλικίας δύο χιλιάδων ετών, καταγράφει διάφορες ποικιλίες αυτών των ξύλων με εξωτικά ονόματα, τα οποία φυλάσσονταν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο ως πολύτιμα και ανθεκτικά περιουσιακά στοιχεία.
Κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ., η κλασσική λίστα των ινδικών αρωματικών εδραιώνεται οριστικά στη λογοτεχνία και την αρωματοποιία. Σανταλόξυλο, αγάρξυλο, καμφορά, μόσχος (musk) και σαφράν (κρόκος). Μαζί με το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, το κύβεβο (cubeb) και το λιβάνι, τα υλικά αυτά αποτελούσαν για τους Ινδούς «μπαχαρικά». Ήταν σπάνια, πανάκριβα και εισάγονταν μέσω εμπορικών δρόμων μεγάλων αποστάσεων. Η γεωγραφική θέση της Ινδίας ήταν μοναδική, καθώς βρισκόταν ακριβώς στο επίκεντρο του παγκόσμιου εμπορίου: εισήγαγε αγάρξυλο και καμφορά από τη Νοτιοανατολική Ασία, μόσχο από τα Ιμαλάια και την Κίνα, και λιβάνι από την Αραβία. Το σαφράν προερχόταν από το Κασμίρ, με τους κατοίκους του να είναι υπερήφανοι για την παραγωγή του.
Στην ινδική ποίηση, το σανταλόξυλο λεγόταν ότι προέρχεται από τα νότια βουνά, εκεί όπου τα δέντρα ήταν γεμάτα με δηλητηριώδη φίδια. Αυτό αποτελούσε μια δημοφιλή μεταφορά για το δελεαστικό μείγμα καλού και κακού. Ένας βασιλιάς, για παράδειγμα, μπορούσε να παρομοιαστεί με δέντρο σανταλόξυλου: αξιοθαύμαστος και σημαντικός, αλλά περιτριγυρισμένος από τοξικούς ακόλουθους.
Αυτές οι πολύτιμες εισαγόμενες ουσίες, όπως ο κινεζικός μόσχος και η καμφορά από το Βόρνεο, χρησιμοποιούνταν μαζί με τοπικά προϊόντα, όπως το τζαταμάνσι (jatamansi), το κόστους και το βετιβέρ (το πατσουλί, παραδόξως, απουσιάζει από την πρώιμη περίοδο). Αν και πολύτιμα, τα τοπικά υλικά δεν έφταναν την αξία των εξωτικών εισαγωγών. Παράλληλα, δεκάδες είδη λουλουδιών, όπως οι ποικιλίες γιασεμιού, που συναντάμε στη σανσκριτική λογοτεχνία, καλλιεργούνταν αποκλειστικά για το άρωμά τους. Καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ακόμη η μέθοδος της απόσταξης, τα λουλούδια χρησιμοποιούνταν φρέσκα σε γιρλάντες.
Για να παγιδεύσουν και να διατηρήσουν αυτές τις φευγαλέες μυρωδιές, οι αρχαίοι Ινδοί επινόησαν μια πρώιμη μορφή της τεχνικής του αρωματισμού, χρησιμοποιώντας σπόρους σουσαμιού. Αποθήκευαν το σουσάμι μαζί με σωρούς από φρέσκα λουλούδια, τα οποία αντικαθιστούσαν καθημερινά, μέχρι οι σπόροι να απορροφήσουν πλήρως το άρωμα. Στη συνέχεια, έθλιβαν το σουσάμι για να εκχυλίσουν το αρωματικό έλαιο. Αυτή η αρχαία, παραδοσιακή διαδικασία επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας στην Ινδία, αποτελώντας τη βάση για την παρασκευή των περίφημων ελαίων για τα μαλλιά.
Δείτε βίντεο ΕΔΩ
photo: pixabay









