Τα κλασσικά ξύλινα βιολιά ήταν υπερβολικά χαμηλόφωνα για τα ακουστικά φωνογραφικά μηχανήματα της εποχής. Επειδή δεν υπήρχαν ακόμη ηλεκτρικά μικρόφωνα ή ενισχυτές, ο ήχος έπρεπε να είναι τόσο δυνατός, ώστε να δονήσει τη μεμβράνη και τη βελόνα που χάραζε τον δίσκο, με αποτέλεσμα η γλυκιά και ήπια μελωδία του παραδοσιακού βιολιού, να χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά.
Τη λύση σε αυτό το αδιέξοδο έδωσε το 1899 ο Γερμανός εφευρέτης John Matthias Augustus Stroh, σχεδιάζοντας ένα από τα πιο αλλόκοτα, αλλά και ευφυή μουσικά όργανα στην ιστορία, το περίφημο βιολί Stroh. Ο Stroh αφαίρεσε εντελώς το παραδοσιακό ξύλινο ηχείο και στη θέση του τοποθέτησε έναν μηχανισμό, όπου η δόνηση των χορδών μεταφερόταν μέσω μιας ειδικής γέφυρας, σε ένα διάφραγμα αλουμινίου, διοχετεύοντας τη μουσική απευθείας μέσα από ένα μεταλλικό χωνί.
Αυτή η καινοτομία επέτρεψε στον βιολιστή να κατευθύνει τον ήχο κατευθείαν στη χοάνη ηχογράφησης, προσφέροντας πρωτοφανή ένταση, καθαρότητα και έναν χαρακτηριστικό, «τραγουδιστό» ρετρό τόνο, που σφράγισε τις ηχογραφήσεις της εποχής.
Αν και η εφεύρεση των ηλεκτρικών μικροφώνων στη δεκαετία του 1920 εκτόπισε το βιολί Stroh από τα στούντιο ηχογράφησης, το όργανο δεν εξαφανίστηκε, αλλά ξεκίνησε μια δεύτερη, απρόσμενη καριέρα στη λαϊκή μουσική. Η ικανότητά του να ακούγεται δυνατά και καθαρά σε ανοιχτούς χώρους χωρίς την ανάγκη ηλεκτρικής ενίσχυσης, το έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στα βαλκανικά πανηγύρια, ενώ πέρασε και στην ελληνική δημοτική και ρεμπέτικη μουσική, όπου έγινε γνωστό ως «βιολοκίθαρο» ή «τζάζι».
Έτσι, μια ευγενική τεχνική λύση για τις πρώτες ηχογραφήσεις, μετατράπηκε σε ένα διαχρονικό μουσικό υβρίδιο με εντελώς δική του προσωπικότητα.
Ακούστε το ΕΔΩ και δείτε το ΕΔΩ κι ΕΔΩ
photo: pixabay









