Η υψηλή φορολογία, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και η έλλειψη προσωπικού είναι οι τρεις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρότερες τουριστικές επιχειρήσεις στην κατηγορία των ενοικιαζόμενων δωματίων, με τις επιχειρήσεις ειδικά στην ηπειρωτική χώρα να προτάσσουν επιπλέον τα ζητήματα της χαμηλής ζήτησης και του ανταγωνισμού από τις on line πλατφόρμες.
Την αποτύπωση της τρέχουσας κατάστασης και των προκλήσεων του κλάδου των ενοικιαζόμενων δωμάτιων επιχειρεί η «Έρευνα Επιχειρηματικού Κλίματος στα Τουριστικά Καταλύματα (Μέλη ΣΕΤΚΕ)» που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) με τη συμμετοχή 702 επιχειρήσεων ενοικιαζόμενων δωματίων από όλη την Επικράτεια, τον Νοέμβριο του 2025.
Η έρευνα αναδεικνύει τις τάσεις σε τουριστικές επιχειρήσεις μικρού μεγέθους στις οποίες σχεδόν 2 στις 3 (64%) απασχολούν μόλις 1- 2 εργαζόμενους, ένα 31% να απασχολεί 3- 5 εργαζομένους κι ένα 4% πάνω από 6 εργαζομένους.
Αναλυτικότερα ως προς τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εν λόγω επιχειρήσεις, η υψηλή φορολογία αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο σε εθνικό επίπεδο (75%), με πολύ υψηλά ποσοστά σε Βόρειο Αιγαίο (87%), Δωδεκάνησα (85%), καθώς και σε Κρήτη (78%), Πελοπόννησο (78%), Αν. Μακεδονία και Θράκη (77%) και Ιόνια Νησιά (77%).
Ως δεύτερο κρίσιμο εμπόδιο εντοπίζεται το αυξημένο λειτουργικό κόστος σε ποσοστό 72%, με ιδιαίτερα υψηλές τιμές σε Θεσσαλία και Κυκλάδες σε ποσοστό και στις δύο περιπτώσεις στο 90%, ακολουθεί η Κρήτη με 86%, τα Δωδεκάνησα με 85% και η Πελοπόννησος (83%), ενώ υψηλά ποσοστά σημειώνονται και στα Ιόνια Νησιά (73%) και στο Βόρειο Αιγαίο (70%).
Η έλλειψη προσωπικού καταγράφεται ως σημαντικό πρόβλημα σε ποσοστό 52%, με κορυφαία ένταση στην Κεντρική Μακεδονία (94%) και υψηλά ποσοστά στις Κυκλάδες (70%), στην Στερεά Ελλάδα (56%) και με 54% στην Ήπειρο και στα Δωδεκάνησα.
Η χαμηλή ζήτηση εμφανίζεται συνολικά σε χαμηλότερο επίπεδο (12%), ωστόσο αποτελεί ιδιαίτερα έντονο ζήτημα στη Δυτική Ελλάδα (67%) και στη Στερεά Ελλάδα (44%) και αντίστοιχα συμβαίνει και με τον ανταγωνισμό από online πλατφόρμες που επίσης παραμένει δευτερεύον θέμα σε εθνικό επίπεδο (17%), αλλά εμφανίζεται εντονότερα σε Ήπειρο (38%) και Κεντρική Μακεδονία (38%) καθώς και στη Δυτική Ελλάδα (33%).
Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δεν αποτελεί μια συγκυριακή κατάσταση αλλά διαμορφώνει ένα πιεστικό περιβάλλον λειτουργίας για τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου που εν δυνάμει μπορεί να οξυνθεί λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Αξίζει επίσης, να σημειωθεί ότι τα ευρήματα της παρούσας έρευνας συνάδουν με τις διαπιστώσεις πρόσφατων μελετών του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα,, σύμφωνα με τις οποίες τα καταλύματα στην Ελλάδα επιβαρύνονται συγκριτικά περισσότερο έναντι ανταγωνιστικών χωρών, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τη βιωσιμότητα των μικρότερων και λιγότερο ισχυρών επιχειρήσεων, αλλά και την ανταγωνιστικότητα τους συνολικά.
Ως προς τις αγορές που εξυπηρετούν, συνολικά, τα εν λόγω καταλύματα εμφανίζουν σαφή προσανατολισμό προς το εξωτερικό αφού, σε εθνικό επίπεδο, το 65% δηλώνει ότι εξυπηρετεί κυρίως πελάτες από το εξωτερικό, το 8% επικεντρώνεται στην ελληνική αγορά, ενώ το 27% εξυπηρετεί εξίσου πελάτες από το εξωτερικό και την Ελλάδα. Τα στοιχεία αναδεικνύουν την κυριαρχία της διεθνούς ζήτησης, αλλά και την ύπαρξη σημαντικής μερίδας καταλυμάτων με μικτό προσανατολισμό. Σε εθνικό επίπεδο, οι βασικότερες αγορές προέλευσης πελατών από το εξωτερικό είναι η Γερμανία (43%), το Ηνωμένο Βασίλειο (40%) και η Ιταλία (38%) ενώ ακολουθούν η Ρουμανία (31%), η Γαλλία (23%), η Βουλγαρία (22%) και η Σερβία (22%).
Πέραν των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών αγορών, οι αγορές των Βαλκανίων εμφανίζουν ισχυρή παρουσία ανάμεσα στην πελατεία των ενοικιαζόμενων δωματίων σε ορισμένες Περιφέρειες, με χαρακτηριστική περίπτωση την Αν. Μακεδονία & Θράκη, όπου ξεχωρίζουν η Ρουμανία (88%), η Βουλγαρία (85%), η Σερβία (67%) και η Τουρκία (63%), καθώς και την Κεντρική Μακεδονία, όπου καταγράφονται υψηλά ποσοστά από Σερβία (47%), Ρουμανία (34%) και Σκόπια (38%). Η στόχευση αυτών των αγορών μέσω μιας συνεκτικής στρατηγικής μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση στις λιγότερο τουριστικές περιοχές.
Σημαντικό κομμάτι των πελατών επωφελείται από τη χρήση προγραμμάτων κοινωνικού τουρισμού που εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις ανά Περιφέρεια. Σε αρκετές Περιφέρειες καταγράφεται πλειοψηφική χρήση μεταξύ των πελατών από Ελλάδα, ενώ σε άλλες είναι μηδενική, υποδηλώνοντας διαφορετικό προφίλ εγχώριας ζήτησης και διαφορετικό βαθμό αξιοποίησης των σχετικών προγραμμάτων.
Σε εθνικό επίπεδο, η μέση τελική τιμή πώλησης ανά διανυκτέρευση το 2025 διαμορφώθηκε στα 126 ευρώ για την υψηλή περίοδο και στα 78 ευρώ για τη χαμηλή, επιβεβαιώνοντας σαφή εποχική διαφοροποίηση στις τιμές. Ειδικότερα:
– Οι υψηλότερες μέσες τιμές στην υψηλή περίοδο καταγράφηκαν στα Ιόνια Νησιά (177 ευρώ) και ακολούθησαν Αττική (134 ευρώ) και Κρήτη (122 ευρώ).
– Στη χαμηλή περίοδο, οι υψηλότερες τιμές εμφανίστηκαν επίσης στα Ιόνια Νησιά (105 ευρώ) ενώ υψηλά επίπεδα καταγράφονται στην Κρήτη (87 ευρώ) και στην Αττική (87 ευρώ).
– Οι χαμηλότερες μέσες τιμές εντοπίστηκαν στην υψηλή περίοδο στη Θεσσαλία (76 ευρώ) και στη Στερεά Ελλάδα (79 ευρώ), ενώ στη χαμηλή περίοδο η χαμηλότερη τιμή καταγράφηκαν στην Κεντρική Μακεδονία (48 ευρώ) και ακολουθεί Στερεά Ελλάδα (53 ευρώ).
Εν γένει, οι Περιφέρειες με την ισχυρότερη τουριστική δυναμική (Ιόνια, Κρήτη, Αττική) διατήρησαν τις υψηλότερες τιμές και εμφάνισαν ελαφρώς πιο αισιόδοξες ή σταθερές προοπτικές, ενώ περιοχές που βασίζονται περισσότερο στον εγχώριο τουρισμό, όπως η Δυτική και Στερεά Ελλάδα, εξέφρασαν μεγαλύτερη ανησυχία για τη μελλοντική τους κερδοφορία.
Με αφορμή τη δημοσίευση της έρευνας, ο Πρόεδρος του ΙΝΣΕΤΕ, Γιώργος Βερνίκος, επεσήμανε ότι: “Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουμε στην πράξη. Οι προκλήσεις είναι υπαρκτές τόσο στο μακροπεριβάλλον, όσο και στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων. Οι δε μικρές τουριστικές επιχειρήσεις της χώρας στηρίζουν τον τομέα, αλλά λειτουργούν υπό συνθήκες πίεσης. Χρειαζόμαστε ένα στοχευμένο πλαίσιο στήριξης που θα αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητά τους, αλλά και τις περιφερειακές ανισότητες. Με όχημα τη σωρευμένη τεχνογνωσία και παρακολουθώντας τις διεθνείς εξελίξεις, στο ΙΝΣΕΤΕ εργαζόμαστε συστηματικά για την στήριξή τους.” Παράλληλα, ο Πρόεδρος της ΣΕΤΚΕ , Παναγιώτης Τοκούζης συμπλήρωσε ότι : “Η παρούσα έρευνα αποτυπώνει με σαφήνεια τις πολυδιάστατες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρές τουριστικές επιχειρήσεις και ιδίως ο κλάδος των ενοικιαζόμενων δωματίων, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της ελληνικής φιλοξενίας. Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση, το διαρκώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος και η έντονη έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού συνθέτουν ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον λειτουργίας, θέτοντας σε δοκιμασία τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Καθίσταται, συνεπώς, επιτακτική η ανάγκη υιοθέτησης στοχευμένων πολιτικών που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, θα στηρίξουν ουσιαστικά τις μικρές μονάδες και θα διασφαλίσουν τη συνέχιση της ποιοτικής τουριστικής εμπειρίας στη χώρα μας».
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ/photo: pixabay









