Στη συζήτηση την οποία συντόνισε η δημοσιογράφος Νίκη Στρατηλάτη οι ομιλητές αναφέρθηκαν στις εφαρμογές των νέων τεχνολογιών, αλλά και στις προϋποθέσεις για την ασφαλή χρήση τους, όπως η κατάλληλη εκπαίδευση των γιατρών, η προστασία των δεδομένων, η ανθρώπινη εποπτεία και η αποσαφήνιση της ευθύνης σε περίπτωση ιατρικού ή τεχνικού σφάλματος.
Ρομποτική χειρουργική από απόσταση 8.000 χιλιομέτρων
Στην εξέλιξη της τηλεχειρουργικής αναφέρθηκε ο καθηγητής Ουρολογίας και διευθυντής της Ουρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών Ευάγγελος Λιάτσικος, παρουσιάζοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρώτη διακρατική ρομποτικά υποβοηθούμενη ριζική προστατεκτομή, την οποία πραγματοποίησε ο ίδιος από την Κίνα σε ασθενή στην Αθήνα, με την απόσταση μεταξύ χειρουργού και ασθενούς να φτάνει περίπου τα 8.000 χιλιόμετρα.
Όπως εξήγησε, η χειρουργική διαδικασία δεν διαφέρει ουσιαστικά από μια συμβατική ρομποτική επέμβαση, καθώς ο χειρουργός χειρίζεται και στις δύο περιπτώσεις τους ρομποτικούς βραχίονες από ειδικό σταθμό. Η τεχνολογία της επικοινωνίας σε πραγματικό χρόνο είναι αυτή που επιτρέπει πλέον ο χειρισμός του συστήματος να γίνεται από απόσταση.
Βασική προϋπόθεση είναι, σύμφωνα με τον κ. Λιάτσικο, η ύπαρξη ασφαλούς και αξιόπιστης σύνδεσης, καθώς και εξειδικευμένης ιατρικής ομάδας δίπλα στον ασθενή, η οποία θα μπορεί να αναλάβει την επέμβαση σε περίπτωση διακοπής της επικοινωνίας. Παράλληλα, ο ασθενής θα πρέπει να έχει ενημερωθεί και να έχει συναινέσει στη διαδικασία.
Ο καθηγητής εκτίμησε ότι η τηλεχειρουργική μπορεί να αξιοποιηθεί για την υποστήριξη γιατρών σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου δεν υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά και για την εκπαίδευση χειρουργών. «Εδώ δεν είναι μόνο τηλεχειρουργική, εδώ είναι και τηλεκπαίδευση», ανέφερε.
Αναφερόμενος στην περαιτέρω εξέλιξη της ρομποτικής, σημείωσε ότι η αυτοματοποίηση των επεμβάσεων αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα επόμενα βήματα, καθώς ήδη πραγματοποιούνται δοκιμές ανθρωποειδών ρομποτικών συστημάτων. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι ο γιατρός δεν πρόκειται να αντικατασταθεί, αλλά ο ρόλος του θα αλλάξει. «Ανά πενταετία θα βλέπουμε μεγάλες ανατροπές», σημείωσε.
Ψηφιακοί βοηθοί και κοινωνικά ρομπότ
Στις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης στην υγεία και την καθημερινότητα αναφέρθηκε ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής και Πληροφορικής στην Ιατρική Εκπαίδευση του ΑΠΘ και διευθυντής του Εργαστηρίου Ιατρικής Φυσικής και Ψηφιακής Καινοτομίας Παναγιώτης Μπαμίδης.
Όπως ανέφερε, η τεχνολογία μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της αυτονομίας και της ποιότητας ζωής των ηλικιωμένων, ενώ στο μέλλον αναμένεται η ανάπτυξη προσωπικών ψηφιακών βοηθών, προσαρμοσμένων στις ανάγκες κάθε χρήστη. Παράλληλα, ανέφερε ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κοινωνικά ρομπότ, τα οποία, μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, μπορούν να αναγνωρίζουν πρόσωπα, να χρησιμοποιούν το όνομα του χρήστη και να προσαρμόζουν την επικοινωνία τους.
Ωστόσο, ο κ. Μπαμίδης επισήμανε ότι οι απαντήσεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης δεν θα πρέπει να θεωρούνται απόλυτα αξιόπιστες, ιδιαίτερα σε θέματα υγείας, όπου απαιτείται επιβεβαίωση από γιατρό ή άλλο ειδικό.
Εκτίμησε επίσης ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να υποστηρίζει στο μέλλον τη συνταγογράφηση, παρέχοντας προτάσεις στον γιατρό, χωρίς να υποκαθιστά την τελική ανθρώπινη απόφαση. «Δεν χρειάζεται να γίνουν πληροφορικοί οι γιατροί», ανέφερε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη εκπαίδευσής τους στη χρήση των νέων τεχνολογιών και προσαρμογής των προγραμμάτων σπουδών.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στην παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη και στη δυνατότητα επικοινωνίας ανθρώπου και μηχανής μέσω φυσικής γλώσσας. «Σε περιπτώσεις που είναι κρίσιμες, ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει τον τελικό έλεγχο και την τελική απόφαση», σημείωσε.
Ακρίβεια, δεδομένα και εκπαίδευση των χειρουργών
Τη συμβολή της ρομποτικής χειρουργικής στην ακρίβεια των επεμβάσεων, την εκπαίδευση και τις μεταμοσχεύσεις ανέδειξε ο καθηγητής Ιατρικής και διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής Μεταμοσχεύσεων ΑΠΘ Γεώργιος Τσουλφάς.
Όπως επισήμανε, η ρομποτική δεν αποτελεί νέα τεχνολογία, καθώς οι πρώτες εφαρμογές της συνδέονταν με την προσπάθεια πραγματοποίησης χειρουργικών επεμβάσεων από απόσταση. Στα βασικά πλεονεκτήματά της περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη ακρίβεια και σταθερότητα των κινήσεων και η καλύτερη εικόνα του χειρουργικού πεδίου.
Ιδιαίτερη σημασία, σύμφωνα με τον κ. Τσουλφά, έχουν τα δεδομένα που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας ρομποτικής επέμβασης και μπορούν να αξιοποιηθούν για την εκπαίδευση και τη βελτίωση της χειρουργικής πρακτικής. Παράλληλα σημείωσε ότι το πολυτιμότερο όφελος από την ρομποτική αλλά και από την τεχνητή νοημοσύνη είναι τα δεδομένα και η ποιότητα των δεδομένων που προκύπτουν.
Στον τομέα των μεταμοσχεύσεων, η σημαντικότερη μέχρι σήμερα συμβολή της ρομποτικής αφορά, όπως σημείωσε, την ανάρρωση του ασθενούς, χάρη στις μικρότερες τομές και το μικρότερο χειρουργικό τραύμα. Ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχει στις μεταμοσχεύσεις από ζώντες δότες νεφρού και ήπατος, καθώς η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική μπορεί να διευκολύνει την ανάρρωση του δότη.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η ρομποτική δεν αντικαθιστά τον χειρουργό. «Το ρομπότ θα βελτιώσει αυτά που μπορεί να κάνει ο χειρουργός», ανέφερε, τονίζοντας ότι προηγείται η εκμάθηση των βασικών αρχών της χειρουργικής και της ανατομίας και ακολουθεί η εκπαίδευση στη χρήση της τεχνολογίας. «Πρώτα πρέπει να μάθεις πώς κάνεις ένα χειρουργείο και μετά να μάθεις πώς να το κάνεις με το ρομπότ», σημείωσε.
Ποιος ευθύνεται σε μια τηλεχειρουργική επέμβαση;
Τις νομικές διαστάσεις της τηλεχειρουργικής ανέδειξε η δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, με ειδίκευση στην προστασία προσωπικών δεδομένων, Γιούλα Χατζηδημητρίου.
Όπως εξήγησε, η τηλεχειρουργική δημιουργεί ένα πιο σύνθετο μοντέλο από το παραδοσιακό μοντέλο γιατρού-ασθενούς, καθώς στη διαδικασία εμπλέκονται ο χειρουργός, η ιατρική ομάδα, το ρομποτικό σύστημα, το λογισμικό, οι εταιρείες τεχνικής υποστήριξης και το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο.
Η πολυπλοκότητα αυτή επηρεάζει και το ζήτημα της ευθύνης σε περίπτωση σφάλματος. «Εάν αυτό βρίσκεται στο επίπεδο των ιατρικών χειρισμών αποκλειστικά, θα αναζητηθεί η ιατρική ευθύνη», ανέφερε, εξηγώντας ότι εάν η ζημιά οφείλεται στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο θα πρέπει να εξεταστεί η ευθύνη του παρόχου, ενώ σε περίπτωση αστοχίας του ρομποτικού συστήματος θα πρέπει να διερευνηθεί η ευθύνη του κατασκευαστή ή των παρόχων λογισμικού.
Παράλληλα, κρίσιμη είναι η καταγραφή των τεχνικών δεδομένων της επέμβασης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί τι συνέβη, ποια εντολή δόθηκε από τον γιατρό, πώς ανταποκρίθηκε το σύστημα και εάν υπήρξε πρόβλημα στη σύνδεση. Απαιτείται επίσης σαφές πλαίσιο ασφαλιστικής κάλυψης και διασυνοριακής ευθύνης, καθώς στην τηλεχειρουργική γιατρός και ασθενής μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, τέλος, η ενημέρωση και η συναίνεση του ασθενούς. «Μια απλή υπογραφή δεν αρκεί», τόνισε η κ. Χατζηδημητρίου, επισημαίνοντας ότι ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει τους πιθανούς κινδύνους, το ενδεχόμενο τεχνικής αστοχίας και τι προβλέπεται σε περίπτωση που χρειαστεί μετάβαση από τη ρομποτική στη συμβατική χειρουργική.
Όπως επισημάνθηκε στην εκδήλωση, η περαιτέρω ανάπτυξη της ρομποτικής αποτελεί σημαντική κατεύθυνση για την ιατρική, με την Ελλάδα να χρειάζεται παράλληλα να διευρύνει την πρόσβαση στις σχετικές τεχνολογίες, καθώς οι ρομποτικές πλατφόρμες δεν υπάρχουν ακόμη σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία. Η ενσωμάτωσή τους στην καθημερινή πρακτική αναμένεται να επηρεάσει τόσο τον τρόπο πραγματοποίησης των επεμβάσεων όσο και την εκπαίδευση των νέων χειρουργών.
ΑΠΕ-ΜΠΕ – Αγγέλα Φωτοπούλου / photo: pixabay









