οι οποίες έκαναν άλμα εξαιτίας του πολέμου που διεξάγουν οι ΗΠΑ μαζί με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Εξαιτίας των δυσκολιών στον εφοδιασμό από τις χώρες του Κόλπου και του αποκλεισμού των στρατηγικής σημασίας στενών του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου ξεπέρασαν τα 100 δολάρια για πρώτη φορά από το 2022, τη χρονιά που άρχισε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μετά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι χώρες της Ομάδας των Επτά (G7) επέβαλαν κυρώσεις στον ρωσικό πετρελαϊκό τομέα.
Ο αμερικανός πρόεδρος είχε αρχικά διαβεβαιώσει ότι αυτή η άνοδος των τιμών είναι «μικρό τίμημα για την ειρήνη και την ασφάλεια» στον κόσμο. Χθες, Δευτέρα, το βράδυ επιχείρησε μια απροσδόκητη μεταστροφή.
«Θα άρουμε επίσης ορισμένες κυρώσεις που συνδέονται με το πετρέλαιο για να μειώσουμε τις τιμές (…) μέχρι αυτό να τακτοποιηθεί», δήλωσε στους δημοσιογράφους, αφού είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ρώσο ομόλογό του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν διευκρίνισε σε ποιες κυρώσεις αναφέρεται ούτε ποιες χώρες αφορούν.
«Μετά, ποιος ξέρει; Ίσως να μην χρειαστεί να τις επαναφέρουμε (σ.σ.: τις κυρώσεις). Θα υπάρχει τόση ειρήνη», πρόσθεσε.
Η τιμή του πετρελαίου υποχώρησε σήμερα περίπου 10% στις αγορές.
Ήδη από την Τετάρτη, η Ουάσινγκτον εξαίρεσε από τις κυρώσεις την Ινδία, επιτρέποντάς της να εισάγει για ένα μήνα ρωσικό πετρέλαιο – μεταξύ άλλων και από πλοία στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις.
Ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ήδη την επομένη πως «μελετά» τη δυνατότητα να διευρυνθεί η άρση των κυρώσεων επί του ρωσικού πετρελαίου «ώστε να ανακουφισθεί η αγορά» όσο καιρό διαρκεί η σύγκρουση. Η Μόσχα δήλωσε ότι συζητάει αυτό το θέμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι δηλώσεις αυτές αντανακλούν την ανησυχία του Λευκού Οίκου που θέλει να αποφύγει μια έκρηξη των τιμών αυξάνοντας την παγκόσμια προσφορά πριν από τις εκλογές των μέσων της προεδρικής θητείας στις ΗΠΑ, που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβριο.
Όμως μια τέτοια χαλάρωση δημιουργεί ένα δίλημμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες επιδιώκουν από το 2022 να περιορίσουν τις δυνατότητες της Μόσχας να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Τον Οκτώβριο 2025 η Ουάσινγκτον πρόσθεσε τις γιγάντιες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες Rosneft και Lukoil στον κατάλογο των κυρώσεων για να ασκήσει πίεση στο Κρεμλίνο – πριν άρει, την Πέμπτη, χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση, αυτές που είχαν στόχο τις γερμανικές θυγατρικές της Rosneft.
Μείζων προμηθευτής των χωρών της ΕΕ σε πετρέλαιο και αέριο πριν από την επίθεση στην Ουκρανία, η Ρωσία κατηύθυνε τις εξαγωγές της προς την Ασία και κατά πρώτον προς την Κίνα.
Ωστόσο η Ινδία, η Νότια Κορέα, το Βιετνάμ, η Κίνα είναι επίσης οι ασιατικές χώρες που είναι οι πιο ευάλωτες στον αποκλεισμό των στενών του Ορμούζ.
Αναλυτές παρατηρούν ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ντόναλντ Τραμπ – σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, στη συνέχεια πόλεμος εναντίον του Ιράν – έχουν ως συνέπεια να απομακρύνουν τα κράτη που εισάγουν πετρέλαιο απ’ αυτές τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες, καθιστώντας έτσι ενδεχομένως ελκυστικό το ρωσικό πετρέλαιο.
«Τώρα που οι προμήθειες αυτές αμφισβητούνται, αυτός που κυρίως ωφελείται είναι η Ρωσία, η οποία είναι έτοιμη να αυξήσει τις εξαγωγές της πετρελαίου προς την Κίνα», έγραψαν οι αναλυτές του Carnegie Russia Eurasia Center σε μια ανάλυση που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα.
Η Μόσχα διαθέτει έτσι ένα επιχείρημα για να υποστηρίξει ότι «οι θαλάσσιες οδοί που επιτρέπουν τον εφοδιασμό της Κίνας μπορεί να κλείσουν ανά πάσα στιγμή από τις Ηνωμένες Πολιτείες» και να υποστηρίξει ότι «η μοναδική αξιόπιστη επιλογή είναι οι αγωγοί και οι οδοί από τη Ρωσία», σύμφωνα με τους ίδιους.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε επίσης χθες, Δευτέρα, έτοιμος να προμηθεύσει τις ευρωπαϊκές χώρες με πετρέλαιο και αέριο, αν ταχθούν υπέρ μιας «διαρκούς και σταθερής συνεργασίας» με τη Μόσχα.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ/photo: EPA-EPA POOL









