Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς τα αγγλικά ήταν ήδη η κυρίαρχη γλώσσα της χώρας και χρησιμοποιούνται από περίπου το 95% του πληθυσμού. Οι υποστηρικτές της αλλαγής υποστηρίζουν, ότι απλώς καταγράφεται νομικά μια πραγματικότητα που υπάρχει εδώ και δεκαετίες.
Η πρωτοβουλία συνδέθηκε με το κόμμα New Zealand First, το οποίο είχε θέσει την αναγνώριση των αγγλικών ως ένα από τα βασικά αιτήματά του στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Οι επικριτές θεωρούν ότι η αλλαγή ήταν περιττή και ότι η πολιτική συζήτηση θα έπρεπε να επικεντρώνεται στην προστασία της te reo Māori, μιας γλώσσας που είχε βρεθεί σε κίνδυνο εξαφάνισης μετά την αποικιοκρατική περίοδο. Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη προσπάθεια αναβίωσής της τον 20ό αιώνα. Σήμερα αποτελεί σημαντικό σύμβολο της πολιτιστικής ταυτότητας των αυτοχθόνων της Νέας Ζηλανδίας.
Η βουλευτής των Πρασίνων, Tamatha Paul, χαρακτήρισε την απόφαση «αξιοθρήνητη σπατάλη κοινοβουλευτικού χρόνου και πολιτικής ενέργειας» και η ομιλία της στο κοινοβούλιο έγινε viral στα κοινωνικά δίκτυα. Ωστόσο, το απόσπασμα της ομιλίας της που προκάλεσε τη μεγαλύτερη συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα, ήταν η αναφορά της στα αγγλικά ως “bastard language”, μπασταρδεμένη γλώσσα, μια φράση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο μίλησε για την αγγλική γλώσσα, αναφέροντας όμως ότι έχει διαμορφωθεί από πολλές επιρροές (νορμανδικά, γαλλικά, λατινικά, ελληνικά κ.ά.)
Η αναγνώριση των αγγλικών δεν αλλάζει πρακτικά τη χρήση των γλωσσών στη Νέα Ζηλανδία, ούτε καταργεί την προστασία της te reo Māori ή της νοηματικής γλώσσας. Ωστόσο, η απόφαση άνοιξε μια μεγαλύτερη συζήτηση, για το πώς μπορεί μια χώρα να διατηρεί μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας, ενώ παράλληλα προστατεύει τις γλώσσες που συνδέονται με την ιστορία και την πολιτιστική της κληρονομιά.
Στη Νέα Ζηλανδία, η μάχη για τις λέξεις, εξελίχθηκε τελικά σε μια συζήτηση για την ταυτότητα, την ιστορία και το μέλλον της χώρας.
photo: pixabay









