Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ αναζητά μια διέξοδο από τη σύγκρουση με το Ιράν. Κάποιες φορές κάνει λόγο για πιθανές συμφωνίες, άλλες φορές απειλεί το Ιράν.
Το πιο σημαντικό ερώτημα δείχνει να είναι, αν ο Τραμπ φοβάται την έναρξη ενός πλήρους πολέμου, για τον οποίο δεν έχει ούτε τη δύναμη, ούτε το πολιτικό κεφάλαιο, ούτε, τελικά, τον χρόνο. Αν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο, τότε γιατί να μην σταματήσει απλώς τις εχθροπραξίες, χωρίς συνθήκες ή συμφωνίες;
Κάτι τέτοιο ενδεχομένως χαρακτηριστεί ως μια ταπεινωτική ήττα – αλλά όχι λιγότερο ταπεινωτική από ό,τι μετά το Αφγανιστάν, πόσο μάλλον το Βιετνάμ.
Εντούτοις, ο Τραμπ απορρίπτει αυτή την προοπτική, επειδή τα διακυβεύματα στην ιρανική εκστρατεία είναι πλέον πολύ μεγαλύτερα από την προσωπική του θέση ή ακόμα και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Φαίνεται πως διακυβεύεται ολόκληρη η δυτικόκεντρη παγκόσμια τάξη σε αυτήν την σύγκρουση.
Οι Ιρανοί κάνουν αυτό που η Ρωσία, για αντικειμενικούς και ανθρωπιστικούς λόγους, επέλεξε να μην κάνει. Συγκεκριμένα, εξαπέλυσαν μια σειρά από επιθέσεις εναντίον χωρών της περιοχής, των οποίων τις υποδομές χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ για να εξαπολύσουν επιθέσεις στο Ιράν, αξιοποιώντας το γεγονός ότι αυτές οι χώρες δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ.
Οι μεσανατολικές χώρες κατηγορούν τις ΗΠΑ για αυτές τις επιθέσεις και είναι απρόθυμες να αντιδράσουν αποφασιστικά εναντίον του Ιράν.
Μάλιστα, οι ΗΠΑ χάνουν σε επιρροή στους πρώην συμμάχους τους στην περιοχή, με Ρωσία και Κίνα να επιδιώκουν να συμπληρώσουν το γεωπολιτικό κενό που δημιουργείται.









