Στη μελέτη συμμετείχαν 294 άνθρωποι με ήπια έως μέτρια νόσο του Πάρκινσον, και μέση ηλικία τα 66 έτη. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για διάστημα έως και επτά ετών. Συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τη σωματική τους δραστηριότητα, καταγράφοντας τον εκτιμώμενο εβδομαδιαίο χρόνο που αφιέρωναν σε δραστηριότητες στη δουλειά, στο σπίτι, καθώς και σε χόμπι ή δραστηριότητες αναψυχής.
Ως μέτριας έντασης δραστηριότητα θεωρήθηκαν, μεταξύ άλλων, το γρήγορο περπάτημα, το τένις σε ζεύγη, το χαλαρό κολύμπι και ορισμένες οικιακές εργασίες, όπως το πλύσιμο τζαμιών, το σκούπισμα με ηλεκτρική σκούπα ή το κούρεμα του γκαζόν.
Οι έντονες δραστηριότητες περιλάμβαναν το τζόκινγκ, τη γρήγορη ποδηλασία, τα ομαδικά αθλήματα και το μονό τένις, καθώς και δραστηριότητες όπως το φτυάρισμα ή η μεταφορά βαριών αντικειμένων.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν τρεις διαφορετικές παραμέτρους: τον συνολικό χρόνο σωματικής δραστηριότητας, ο οποίος περιλάμβανε τόσο τη μέτρια όσο και την έντονη άσκηση, τον συνολικό όγκο σωματικής δραστηριότητας, που υπολόγιζε τον χρόνο και την ένταση της δραστηριότητας δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στις έντονες δραστηριότητες και, τέλος, τον χρόνο έντονης σωματικής δραστηριότητας.
Με βάση τον συνολικό χρόνο σωματικής δραστηριότητας, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Η ομάδα χαμηλής δραστηριότητας περιλάμβανε όσους ασκούνταν έως τέσσερις ώρες την εβδομάδα, η ομάδα μέτριας δραστηριότητας όσους ασκούνταν τέσσερις έως οκτώ ώρες και η ομάδα υψηλής δραστηριότητας όσους ξεπερνούσαν τις οκτώ ώρες την εβδομάδα.
Οι συμμετέχοντες υποβάλλονταν επίσης κάθε χρόνο σε τεστ για την αξιολόγηση των γνωστικών τους ικανοτήτων και των συμπτωμάτων της νόσου του Πάρκινσον.
Αφού οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και η διάρκεια της νόσου, διαπίστωσαν ότι, σε σύγκριση με την ομάδα χαμηλής δραστηριότητας, οι άνθρωποι που ανήκαν στην ομάδα υψηλής δραστηριότητας παρουσίαζαν βραδύτερη έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και βραδύτερη επιδείνωση των κινητικών συμπτωμάτων. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι υψηλότερες τιμές και στις τρεις μετρήσεις σωματικής δραστηριότητας συνδέονταν ξεχωριστά με βραδύτερη γνωστική έκπτωση και βραδύτερη επιδείνωση των κινητικών συμπτωμάτων. Ισχυρότερη συσχέτιση παρατηρήθηκε πάντως στους ανθρώπους που ανέφεραν περισσότερες από οκτώ ώρες σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα.
Διευκρινίζεται ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η αυξημένη σωματική δραστηριότητα προκαλεί βραδύτερη εξέλιξη της νόσου. Δείχνει μόνο ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ των δύο.
Επίσης, οι ερευνητές αναφέρουν ότι ένας από τους περιορισμούς της μελέτης ήταν ότι η σωματική δραστηριότητα καταγραφόταν από τους ίδιους τους συμμετέχοντες και, επομένως, ορισμένοι ενδέχεται να μην ανέφεραν με απόλυτη ακρίβεια το επίπεδο δραστηριότητάς τους.
ΑΠΕ-ΜΠΕ – Μ.Κουζινοπούλου / photo: pixabay









