Ο κ. Ανδριανός σημείωσε ότι ζητούμενο είναι «να μετατρέψουμε το δεδομένο πλεονέκτημα της ποιότητας του ελληνικού ελαιολάδου σε ακόμη μεγαλύτερη αξία».
Όπως ανέφερε, προς αυτή την κατεύθυνση έχουν σημασία η επιστημονική τεκμηρίωση της ποιότητας, η πιστοποίηση της προέλευσης και των χαρακτηριστικών του προϊόντος, η προστασία της αυθεντικότητας και η ενίσχυση της παρουσίας του στις διεθνείς αγορές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Κορωνέικη ποικιλία, συνδέοντας την επιστημονική τεκμηρίωση με την προάσπιση των ελληνικών προϊόντων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην πρόσφατη αναθεώρηση του διεθνούς εμπορικού προτύπου του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας, με την οποία διατηρήθηκε, εν αναμονή περαιτέρω επιστημονικών μελετών, το ειδικό ελάχιστο όριο των 800 mg/kg για τα μονοποικιλιακά εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα Κορωνέικης, έναντι του γενικού ορίου των 1.000 mg/kg. Παράλληλα, ήρθη ο χρονικός περιορισμός που είχε τεθεί για την παρέκκλιση.
Ο υφυπουργός αναφέρθηκε και στις προκλήσεις που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή, επισημαίνοντας τον ρόλο της έρευνας στην ορθολογικότερη χρήση του νερού και στη φυτοπροστασία.
Για τη δακοκτονία σημείωσε ότι η προμήθεια των αναγκαίων υλικών έχει για πρώτη φορά σχεδιαστεί σε πολυετή βάση για την περίοδο 2026-2028, ενώ οι σχετικές συμβάσεις έχουν ήδη υπογραφεί και οι παραδόσεις έχουν ξεκινήσει. Ο σχεδιασμός, όπως ανέφερε, αποσκοπεί στην έγκαιρη διαθεσιμότητα των υλικών, στον καλύτερο προγραμματισμό και στη δυνατότητα δημιουργίας αποθέματος για έκτακτες ανάγκες.
Ο κ. Ανδριανός υπογράμμισε, τέλος, ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής ελαιοκομίας προϋποθέτει συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας, παραγωγών, συνεταιρισμών, ελαιοτριβείων και επιχειρήσεων τυποποίησης και εξαγωγής, ώστε η γνώση και η έρευνα να μετατρέπονται σε οφέλη για την παραγωγή και την ελληνική οικονομία.
ΑΠΕ-ΜΠΕ / photo: eurokinissi









