Η μούμια ανακαλύφθηκε το 1935 στο Ντέιρ ελ-Μπαχάρι, κοντά στον τάφο του Σενμούτ, σημαντικού αξιωματούχου και αρχιτέκτονα της βασίλισσας Χατσεψούτ. Η γυναίκα παρέμεινε ανώνυμη, όμως η παράξενη έκφρασή της της χάρισε το προσωνύμιο «Η Γυναίκα που Ουρλιάζει» ή “Η Μούμια που ουρλιάζει”.
Για χρόνια υπήρχε η υπόθεση ότι το στόμα της έμεινε ανοιχτό, επειδή η ταρίχευση είχε γίνει πρόχειρα. Η σύγχρονη εξέταση, όμως, έδωσε μια πολύ διαφορετική εικόνα.
Με αξονικές τομογραφίες, ακτινογραφίες και αναλύσεις των υλικών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η γυναίκα ήταν περίπου 48 ετών όταν πέθανε. Παράλληλα, εντοπίστηκαν ακριβά υλικά ταρίχευσης, μεταξύ των οποίων λιβάνι και ρητίνη αρκεύθου, στοιχεία που δεν ταιριάζουν με την εικόνα μιας φθηνής ή βιαστικής ταρίχευσης.
Και τότε έρχεται το πιο ανατριχιαστικό ενδεχόμενο. Οι ερευνητές θεωρούν ότι η γυναίκα ενδέχεται να πέθανε ξαφνικά και σε κατάσταση έντονου σωματικού ή συναισθηματικού στρες. Ένας σπάνιος μηχανισμός, γνωστός ως νεκρικός σπασμός. μπορεί να προκαλέσει άμεση σύσπαση συγκεκριμένων μυών τη στιγμή του θανάτου. Αν αυτό συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μυϊκή σύσπαση μπορεί να «κλείδωσε» το στόμα της σε αυτή τη θέση και οι ταριχευτές να διατήρησαν άθελά τους την έκφραση για χιλιάδες χρόνια.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται η μεγάλη λεπτομέρεια. Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τι ακριβώς προκάλεσε τον θάνατό της. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι πέθανε ουρλιάζοντας, ούτε ότι υπέφερε οπωσδήποτε. Πρόκειται για ερμηνεία που ταιριάζει με τα ευρήματα, αλλά όχι για βεβαιωμένο γεγονός. Και ίσως αυτό να κάνει την ιστορία ακόμη πιο παράξενη.
Μια γυναίκα που έζησε πριν από περίπου 3.500 χρόνια βρίσκεται σήμερα μπροστά μας, με μια έκφραση που μοιάζει να αποτυπώνει την τελευταία της στιγμή, χωρίς κανείς να μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τι συνέβη πραγματικά.
photo AI: pixabay









