Από 715 δισ. ευρώ έως και 1,037 τρισ.ευρώ εκτιμάται ότι νομιμοποιούνται κάθε χρόνο σε παγκόσμια κλίμακα μέσω ξεπλύματος χρήματος, ενώ τα κεφάλαια που προέρχονται απευθείας από πράξεις διαφθοράς ξεπερνούν το 1 τρισ. ευρώ. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα ποσά παραμένουν εξίσου ανησυχητικά, με τα εκτιμώμενα εγκληματικά εισοδήματα που νομιμοποιούνται να κυμαίνονται από τα 117 έως 210 δισ. ευρώ ετησίως και τα έσοδα από διαφθορά να υπολογίζονται περίπου σε 990 δισ.ευρώ.
Τα παραπάνω στοιχεία παρουσίασε ο επικεφαλής της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Χαράλαμπος Βουρλιώτης, σε σημερινή εκδήλωση που διοργάνωσε η Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) στο πλαίσιο του 34ου Money Show, σε συνεργασία με τις «ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ», με θέμα: «Διαφθορά & Δικαιοσύνη».
«Η διαφθορά δεν είναι απλώς μια εγκληματική συμπεριφορά», τόνισε ο κ. Βουρλιώτης, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο με σοβαρές νομικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αντιμετώπισή της απαιτεί εξειδικευμένα εργαλεία πρόληψης και δίωξης, καθώς η διαφθορά συνδέεται άρρηκτα με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες: τα εγκληματικά κέρδη συχνά αποτελούν την πρώτη ύλη για το ξέπλυμα χρημάτων, καθιστώντας την καταπολέμησή της ζήτημα κεντρικής σημασίας για την οικονομική και κοινωνική ασφάλεια.
Ρόλος και αρμοδιότητες της Αρχής
Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, όπως επισήμανε ο κ. Βουρλιώτης, αποτελεί βασικό πυλώνα προστασίας της κοινωνίας απέναντι στη διαφθορά, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στη διερεύνηση σχετικών υποθέσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, επεξεργάζεται έναν ιδιαίτερα μεγάλο όγκο πληροφοριών, προχωρά στη χαρτογράφηση εγκληματικών δικτύων, εντοπίζει τόσο φυσικούς όσο και ηθικούς αυτουργούς και αναλύει τις παράνομες χρηματικές ροές που αποκαλύπτουν τον τρόπο δράσης και τους ωφελούμενους. Παράλληλα, εκδίδει διατάξεις δέσμευσης κεφαλαίων, ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία που διαθέτει, μέσω των οποίων διακόπτεται η εγκληματική δραστηριότητα, ανακόπτεται ο παράνομος πλουτισμός και διασφαλίζονται κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία για τη συνέχεια της δικαστικής διερεύνησης.
Τρεις άξονες δράσης και συντονισμός
Η Αρχή, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει τρεις βασικούς άξονες δράσης που συνδέονται στενά με τη διαφθορά. Πρώτον, την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, γνωστό ως ξέπλυμα χρημάτων. Δεύτερον, την τήρηση και εφαρμογή χρηματοοικονομικών κυρώσεων που επιβάλλονται είτε από την Ευρωπαϊκή Ένωση είτε από διεθνείς οργανισμούς, παρακολουθώντας με αυστηρότητα τη συμμόρφωση των φορέων και την παράνομη αξιοποίηση των πόρων.
Τρίτον, τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, που αφορά περίπου 170.000 φυσικά πρόσωπα σε περισσότερες από 500 κατηγορίες επαγγελμάτων. Ο δειγματοληπτικός έλεγχος αφορά περίπου το 7% των δηλώσεων, με την εφαρμογή αλγορίθμου επικινδυνότητας που καθορίζει ποιοι θα ελεγχθούν βάσει του κινδύνου παρατυπίας.
Ο κ. Βουρλιώτης εξήγησε ότι οι τρεις αυτοί άξονες συνδέονται μεταξύ τους, καθώς η απόκρυψη εισοδημάτων, η παραβίαση κυρώσεων και το ξέπλυμα παράνομων κερδών αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας.
Διεθνής συνεργασία & τεχνολογική καινοτομία-Πόσες καταγγελίες λαμβάνει;
Η Αρχή, όπως υπογράμμισε ο κ. Βουρλιώτης, αναπτύσσει έντονη διεθνή δραστηριότητα, συμμετέχοντας σε εκτεταμένα δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών με περίπου 180 ομόλογες υπηρεσίες παγκοσμίως, σε συνεχή, 24ωρη βάση. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ενισχύσει σημαντικά τα τεχνολογικά της εργαλεία, ιδίως για την παρακολούθηση των ροών κρυπτονομισμάτων, λαμβάνοντας μέρος σε υποθέσεις διεθνούς εμβέλειας, όπως η πρόσφατη μεγάλη κλοπή κρυπτονομισμάτων με διασυνοριακή διάσταση, σε συνεργασία με το FBI.
Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της άμεσης και αποτελεσματικής συνεργασίας με κανονιστικούς φορείς, τραπεζικά ιδρύματα και άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο ταχύς εντοπισμός και ο περιορισμός της ροής παράνομων κεφαλαίων. Όπως επισήμανε, η ταχύτητα στην ανταλλαγή πληροφοριών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχία των ερευνών και τη διακοπή της εγκληματικής δραστηριότητας.
Την ίδια στιγμή, όπως είπε, η ελληνική Αρχή συμμετέχει ενεργά στο νέο ευρωπαϊκό όργανο συντονισμού των 27 ομόλογων αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον πρόεδρό της να λαμβάνει μέρος στο γενικό συμβούλιο, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινών στρατηγικών για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Οι καταγγελίες που λαμβάνει η Αρχή ετησίως κυμαίνονται από 25.000 έως 30.000, με την προτεραιοποίηση να επιτρέπει τη διερεύνηση περίπου 1.000-2.000 υποθέσεων το χρόνο, εστιάζοντας στις πλέον σοβαρές. Τα δεσμευμένα κεφάλαια στην Ελλάδα ανέρχονται σε περίπου 1 δισ. ευρώ, πλέον διαθέσιμα στο κράτος.
Η διαφθορά ως παγκόσμια απειλή
Τονίζοντας τη σημασία της συνεχούς εκπαίδευσης και επιμόρφωσης του προσωπικού, της προσαρμογής της τεχνολογίας και της θωράκισης των δεδομένων, ο κ. Βουρλιώτης σημείωσε ότι το φαινόμενο της διαφθοράς έχει λάβει εφιαλτικές διαστάσεις, επηρεάζοντας την εθνική οικονομία και τη λειτουργία της δικαιοσύνης, ενώ θίγει όλους τους πολίτες. Η αποδοχή του φαινομένου, ακόμα και αθέλητα, μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκαταστροφικές συνέπειες για τις επόμενες γενιές.
«Πρέπει να αντιμετωπιστεί συστηματικά, με συνεργασία, πρόληψη και διαρκή εκπαίδευση», υπογράμμισε ο επικεφαλής της Αρχής, υπογραμμίζοντας εμφατικά ότι η διαφθορά είναι ένα διεθνές έγκλημα που απαιτεί αποτελεσματικά μέτρα σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Εμπιστοσύνη στους θεσμούς, το «κλειδί» κατά της διαφθοράς
«Η διαφθορά δεν χτυπιέται αν δεν εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, γιατί μόνο μέσα από αυτούς μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά», επισήμανε ο Επ. Καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Ιωάννης Ναζίρης, αναδεικνύοντας ως κεντρικό πρόβλημα όχι μόνο την ίδια τη διαφθορά, αλλά και την κυρίαρχη αίσθηση ότι «όλοι είναι διεφθαρμένοι».
Όπως εξήγησε, αυτή η γενικευμένη δυσπιστία διαβρώνει τη λειτουργία της δικαιοσύνης και των ελεγκτικών μηχανισμών, συχνά άδικα, μετατρέποντάς τους από μέρος της λύσης σε μέρος του προβλήματος. Την ίδια στιγμή, η κακή και πολυδαίδαλη νομοθέτηση, οι συνεχείς αλλαγές στους νόμους, οι επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης δυσχεραίνουν την ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου.
Κατά τον ίδιο, η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην υπερβολική αυστηροποίηση των ποινών ούτε στην άκριτη διεύρυνση των ελέγχων, αλλά σε μια πιο συνεκτική στρατηγική: απλούς και σταθερούς κανόνες, καλύτερη οργάνωση, ουσιαστική εφαρμογή των νόμων και, κυρίως, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.
Για την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, μίλησε η Προϊσταμένη Υποτομέα Ενδίκων Μέσων και Πειθαρχικού Ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, Αγγελική Βογιατζή, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι ενισχύει τη διαφάνεια μέσω εκπαίδευσης, συμμετοχής της κοινωνίας και διεθνών συνεργασιών, επιδιώκοντας μια πιο αποτελεσματική και σύγχρονη αντιμετώπιση του φαινομένου της διαφθοράς.
Από την πλευρά του ο καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου και Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Παναγιώτης Γκλαβίνης τόνισε ότι η διαφθορά συνδέεται άμεσα με το μέγεθος και τη ρύθμιση του δημόσιου τομέα: όσο αυτά αυξάνονται, τόσο ενισχύονται οι ευκαιρίες για παράνομες πρακτικές. Υπογράμμισε ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση δεν βρίσκεται μόνο στην τιμωρία, αλλά κυρίως στην πρόληψη και στη δημιουργία μηχανισμών που αποτρέπουν εξαρχής τη διαφθορά. Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος, Παντελής Σαββίδης.
ΑΠΕ-ΜΠΕ-Ελ. Αλεξιάδου/photo: eurokinissi









