Θέμα στο οποίο ο υφυπουργός αναφέρει ότι «η Ελλάδα συμμετείχε στη συγκεκριμένη διαδικασία δια του αρμόδιου υφυπουργού, Χάρη Θεοχάρη, με καθεστώς παρατηρητή και όχι ως πλήρες μέλος. Αντίστοιχη, εκπροσώπηση υπήρξε, εξάλλου, και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και από χώρες που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την περιοχή». Ενώ, ευκαιρίας δοθείσης, ξεκαθαρίζει ότι «δεν δόθηκε κανένα χρηματικό ποσό για τη συμμετοχή της χώρας μας».
Εξ άλλου, προσθέτει, «η χώρα μας στηρίζει κάθε πρωτοβουλία που συμβάλλει στην σταθερότητα στην περιοχή. Σε αυτό το πνεύμα, υποστηρίξαμε και το ολοκληρωμένο σχέδιο για τον τερματισμό της σύρραξης στη Γάζα, υπερψηφίσαμε το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και η χώρα μας θα συμβάλει στην σταθεροποίηση και την ανασυγκρότηση της περιοχής.
Άλλωστε η Ελλάδα -χώρα μέλος της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και έχουσα στρατηγική σχέση και με τις ΗΠΑ- μπορεί να διαδραματίσει, ως δύναμη σταθερότητας, εξισορροπητικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. Αυτός ο ρόλος αναγνωρίζεται διεθνώς και δεν προκύπτει συγκυριακά. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η παρουσία μας σε τέτοιες πρωτοβουλίες αντανακλά την αξιοπιστία που έχει οικοδομήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική, πάντοτε σύμφωνα με τις αρχές του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ και το διεθνές δίκαιο και σε απόλυτο συντονισμό με την ευρωπαϊκή οικογένεια».
Σε ένα άλλο θέμα της επικαιρότητας, τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ δηλώνει ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, «50 χρόνια μετά το Σύνταγμα του 1975, δεν προέκυψε ως απάντηση σε επιμέρους ζητήματα της επικαιρότητας, αλλά ως ανάγκη να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις ενός κόσμου που αλλάζει με ταχύτητα, ώστε ο καταστατικός μας χάρτης να ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες του παρόντος και του μέλλοντος».
Επιπλέον, «η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι κομματική πρωτοβουλία ούτε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής μας λειτουργίας. Ο Πρωθυπουργός άνοιξε τη συζήτηση προσδιορίζοντας συγκεκριμένους άξονες και καλώντας όλες τις πολιτικές δυνάμεις να συμμετάσχουν. Μπορεί να μην συμφωνήσουμε σε όλα – οι πολιτικές διαφορές είναι υπαρκτές και θεμιτές – όμως οφείλουμε να μπορούμε να συζητούμε νηφάλια για ζητήματα που σχετίζονται με την ποιότητα της δημοκρατίας, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τη σταθερότητα της χώρας», επισημαίνει και συνεχίζει:
«Και είναι αυτή η κυβέρνηση που δεν κρύφτηκε, αλλά αναγνώρισε με ειλικρίνεια αστοχίες και προχώρησε σε διορθωτικές παρεμβάσεις στο θεσμικό πλαίσιο. Όμως, η εύκολη, πολλές φορές μηδενιστική κριτική δεν μπορεί να αποτελεί λόγο υπαναχώρησης από μια τόσο σημαντική θεσμική διαδικασία. Αντιθέτως, σε μια τέτοια διαδικασία έχουμε ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη να κρατήσουμε τον διάλογο σε επίπεδο ουσίας και όχι σε επίπεδο εντυπώσεων. Όταν η συζήτηση εκτρέπεται σε τοξικότητα, τελικά ζημιώνεται η ίδια η δημοκρατία. Με σοβαρότητα, μετριοπάθεια και καθαρό προσανατολισμό, μπορούμε να διαμορφώσουμε ευρύτερες συγκλίσεις όπου αυτό είναι εφικτό. Η ενίσχυση των θεσμών δεν είναι υπόθεση μιας παράταξης, είναι υπόθεση εθνικής ευθύνης».
Ερωτηθείς, ακολούθως, για τη συμφωνία με την Chevron δηλώνει ότι με τις εν λόγω υπογραφές «η Ελλάδα κάνει ένα ουσιαστικό βήμα ενίσχυσης της οικονομικής, ενεργειακής και γεωπολιτικής της θέσης. Η συμφωνία αυτή ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο: μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, περνάμε στη φάση των ερευνών, οι οποίες αναμένεται να ξεκινήσουν το δεύτερο εξάμηνο του 2026. Η έκταση που τίθεται πλέον προς διερεύνηση σχεδόν διπλασιάζεται, από περίπου 48.000 σε 94.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, γεγονός που αποτυπώνει τη δυναμική της εθνικής στρατηγικής στον τομέα των υδρογονανθράκων».
Παράλληλα, «το οικονομικό όφελος είναι σαφές: Ένα σημαντικό μέρος των κερδών θα κατευθύνεται άμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ πρόσθετο όφελος θα προκύπτει μέσω της συμμετοχής του κράτους στη HELLENiQ ENERGY».
Συμπερασματικά, «η Ελλάδα ακολουθεί μια συνεκτική ενεργειακή πολιτική: επενδύει σε αγωγούς, τερματικούς σταθμούς LNG και διασυνδέσεις, ενισχύει τον ρόλο της ως κόμβου για τον κάθετο διάδρομο φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα επιταχύνει τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές. Οι υδρογονάνθρακες δεν αναιρούν την πράσινη μετάβαση, αποτελούν μέρος μιας ρεαλιστικής στρατηγικής ενεργειακής ασφάλειας. Η έκβαση των ερευνών προφανώς δεν μπορεί να προεξοφληθεί, όμως η επιλογή να προχωρήσουμε με σοβαρούς διεθνείς εταίρους αποτυπώνει αυτοπεποίθηση, σχέδιο και πίστη στις δυνατότητες της χώρας.
Η παρουσία της δεύτερης μεγαλύτερης ενεργειακής εταιρείας παγκοσμίως σε τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική εξέλιξη, συνιστά ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές και στη σταθερότητα της χώρας. Ταυτόχρονα, ενισχύει έμπρακτα την άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και αναβαθμίζει τον ρόλο της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου», υπογραμμίζει τέλος.
Αλλάζοντας πεδίο και σε ερώτηση για τις δημοσκοπήσεις, επισημαίνει ότι «αυτό που καταγράφεται σταθερά είναι ότι η Νέα Δημοκρατία, μετά από έξι και πλέον χρόνια διακυβέρνησης, εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα έναντι των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Σε ένα περιβάλλον διεθνών κρίσεων και εσωτερικών προκλήσεων, η διατήρηση αυτής της σχέσης εμπιστοσύνης δεν είναι αυτονόητη. Προφανώς ακούμε την κριτική και αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν απαιτήσεις και προσδοκίες που πρέπει να απαντηθούν με μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Για εμάς το ζητούμενο είναι να συνεχίσουμε τη δουλειά με συνέπεια, να συνομιλούμε ουσιαστικά και με ειλικρίνεια με την κοινωνία και να παρουσιάζουμε ένα πειστικό σχέδιο, μια ρεαλιστική προσδοκία για την επόμενη ημέρα. Όσο η κυβέρνηση παράγει απτά αποτελέσματα και καταθέτει μια καθαρή πρόταση για την Ελλάδα του μέλλοντος, τόσο ενισχύονται οι προϋποθέσεις για μια νέα εκλογική νίκη. Η στόχευσή μας παραμένει η αυτοδυναμία και προφανώς τους τελικούς συσχετισμούς θα καθορίσουν με την ψήφο τους οι συμπολίτες μας».
Και προσθέτει: «Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με την πολιτική που έχει εφαρμόσει, έχει ισχυροποιήσει τη χώρα κοινωνικά, οικονομικά και γεωπολιτικά. Ταυτόχρονα, έχει διατηρήσει και διευρύνει μια κοινωνική συμμαχία που στηρίζεται στην επιθυμία για πρόοδο. Αυτό συμβαίνει γιατί η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας, σε όλους τους Έλληνες. Δεν επενδύουμε στη λογική των διαχωρισμών και των περιχαρακώσεων, αλλά στη ανάγκη της ενότητας και της προόδου όλων με αξιοκρατία, ευκαιρίες, κοινωνική κινητικότητα, κοινωνική εμπιστοσύνη».
«Η επιτυχία της παράταξης τα τελευταία χρόνια», εξηγεί, «οφείλεται ακριβώς στο ότι διαμόρφωσε ένα ευρύ, μεταρρυθμιστικό μέτωπο, με καθαρούς άξονες, που υλοποιούνται μέσα από τις πολιτικές μας: ισχυρή οικονομία, υπεύθυνο πατριωτισμό, ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και των πιο ευάλωτων, ενεργό και διαμορφωτικό ρόλο της χώρας στο διεθνές περιβάλλον. Η δική μας προσέγγιση είναι ότι δεν μπορούμε να αφήσουμε κανέναν πίσω. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως αποτυπώνεται ακόμα στις δημοσκοπήσεις, πολίτες που αυτοτοποθετούνται στην κεντροαριστερά, το σύγχρονο κέντρο και την παραδοσιακή κεντροδεξιά και δεξιά, στηρίζουν τον Πρωθυπουργό και την παράταξη και περιμένουν από εμάς να συνεχίσουμε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση τη δουλειά μας.
Οι πολίτες τελικά αναζητούν σταθερότητα, σοβαρότητα και σχέδιο και με βάση αυτά αξιολογούν το έργο μας. Όσο η κυβέρνηση ανταποκρίνεται σε αυτές τις ανάγκες με συνέπεια και μετριοπάθεια, τόσο θα διατηρεί την εμπιστοσύνη ενός ευρέος κοινωνικού ακροατηρίου», καταλήγει.
(ΑΠΕ -ΜΠΕ / photo: eurokinissi)









