Οι κοινωνικοί παράγοντες εξίσου ή σημαντικότεροι από τη γενετική στην πρόγνωση ασθενειών, δείχνει νέα έρευνα

Τα αποτελέσματα μελέτης με συμμετέχοντες από τις ΗΠΑ

Οι κοινωνικοί παράγοντες που καθορίζουν την υγεία, όπως οι περιβαλλοντικές συνθήκες, οι συνήθειες υγείας, η πρόσβαση σε πόρους και η κοινωνική ευημερία, μπορούν να διαδραματίσουν εξίσου ή και πιο σημαντικό ρόλο από τη γενετική στον κίνδυνο εμφάνισης συχνών νοσημάτων. Αυτό διαπιστώνει έρευνα από την Ιατρική Σχολή Icahn στο Mount Sinai, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The American Journal of Human Genetics».

   Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από το πρόγραμμα έρευνας «All of Us», μια εθνική πρωτοβουλία των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ και ανέλυσαν γενετικές πληροφορίες, ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους και απαντήσεις ερωτηματολογίων από συμμετέχοντες σε ολόκληρη τη χώρα.

   Η ανάλυση επικεντρώθηκε σε έξι συχνές παθήσεις: το άσθμα, τη χρόνια νεφρική νόσο, τη στεφανιαία νόσο, την υψηλή χοληστερόλη, τον καρκίνο του μαστού και τον καρκίνο του προστάτη.

   Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η ενσωμάτωση των κοινωνικών παραγόντων βελτίωνε σημαντικά την πρόβλεψη του κινδύνου νόσησης σε σύγκριση με τη χρήση μόνο γενετικών δεδομένων. Μάλιστα, για τέσσερις από τις έξι ασθένειες που μελετήθηκαν, οι κοινωνικοί, συμπεριφορικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες είχαν εξίσου μεγάλη ή και μεγαλύτερη συμβολή από τους γενετικούς δείκτες κινδύνου που χρησιμοποιούνται. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ερευνητές παρατήρησαν συσχετίσεις μεταξύ του κινδύνου ασθένειας και παραγόντων που εξετάζονται λιγότερο συχνά, όπως η μοναξιά.

   «Τα γονίδια αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της εξίσωσης, αλλά δεν καθορίζουν τη μοίρα μας», δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Σαμίρα Ασγκάρι, επίκουρη καθηγήτρια Γενετικής και Γονιδιωματικών Επιστημών στην Ιατρική Σχολή Icahn του Mount Sinai. «Διαπιστώσαμε ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι -το περιβάλλον τους, οι συμπεριφορές τους και οι κοινωνικές τους εμπειρίες- μπορούν να συμβάλουν εξίσου με τη γενετική στην πρόβλεψη του κινδύνου εμφάνισης ασθενειών. Για να κατανοήσουμε πραγματικά την υγεία, πρέπει να βλέπουμε τον άνθρωπο ως σύνολο και όχι μόνο το DNA του», πρόσθεσε.

   Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι η μελέτη δεν εντοπίζει απλές αιτίες των ασθενειών και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απόδειξη ότι ένας μεμονωμένος παράγοντας οδηγεί άμεσα στην εμφάνιση κάποιας νόσου. Επιπλέον, επειδή πολλά από τα δεδομένα προέρχονταν από ερωτηματολόγια που συμπληρώθηκαν σε μία μόνο χρονική στιγμή, η έρευνα δεν μπορεί να αποδείξει αν ένας συγκεκριμένος παράγοντας προηγήθηκε της εκδήλωσης της νόσου.

   Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η μελέτη προσφέρει ένα νέο πλαίσιο ενσωμάτωσης γενετικών και μη γενετικών δεδομένων, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε πιο ολοκληρωμένα μοντέλα πρόβλεψης του κινδύνου ασθενειών. Συμπληρώνουν ότι η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να ενισχύσει την έρευνα για τη δημόσια υγεία, να βελτιώσει τις στρατηγικές πρόληψης, να αναβαθμίσει την αξιολόγηση του κινδύνου και να συμβάλει στην ανάπτυξη πιο εξατομικευμένων προσεγγίσεων στην ιατρική φροντίδα.

   Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

   https://www.cell.com/ajhg/fulltext/S0002-9297(26)00201-6?_returnURL=https%3A%2F%2Flinkinghub.elsevier.com%2Fretrieve%2Fpii%2FS0002929726002016%3Fshowall%3Dtrue

ΑΠΕ-ΜΠΕ-Μ. Κουζινοπούλου/photo: pixabay

ΠΟΛΙΤΙΚΟΛΟΓΙΕΣ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

ΠΑΡΑΞΕΝΑ

LATEST

Κύρια Θέματα

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΑΓΟΡΩΝ

Κάθε μέρα μαζί