Πρωτοποριακή άμυνα: Ελληνική πόλη αμύνθηκε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια στην αρχαιότητα

Η χρήση των δηλητηριωδών αερίων έγινε τότε για πρώτη φορά στην ιστορία.

Η Άρτα, στη βορειοδυτική Ελλάδα, διατηρεί ελάχιστα αρχαιολογικά κατάλοιπα από την Αρχαιότητα. Αντίθετα, είναι περισσότερο γνωστή για τα βυζαντινά της μνημεία. Από την αρχαία πόλη σώζονται μόνο λίγα ίχνη του Ναού του Απόλλωνα Πυθίου Σωτήρος, του θεάτρου και μιας νεκρόπολης.

Η έλλειψη περισσότερων αρχαίων μνημείων οφείλεται στο ότι η πόλη καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά δύο φορές: μία κατά την Ελληνική Επανάσταση και μία πολύ νωρίτερα, τον 1ο αιώνα π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την πόλη. Τότε η Άρτα ονομαζόταν Αμβρακία και διατηρούσε ακόμη τη λαμπρότητα που είχε αποκτήσει την εποχή του βασιλιά Πύρρου, ο οποίος την είχε ορίσει πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ηπείρου.

Ο περιηγητής, ιστορικός και γεωγράφος Παυσανίας, που ταξίδεψε σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο και κατέγραψε τις εμπειρίες του στο έργο “Ελλάδος Περιήγησις”, επισκέφθηκε την Αμβρακία τον 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρει ότι βρήκε μόνο έναν χώρο καλυμμένο με χορτάρια. Μέχρι τότε οι κάτοικοι είχαν ήδη εγκαταλείψει την πόλη και είχαν μεταφερθεί στη νεοϊδρυμένη Νικόπολη.

Η μετακίνηση αυτή δεν έγινε με δική τους θέληση. Οι Ρωμαίοι, αφού νίκησαν την Ήπειρο, ανάγκασαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την Αμβρακία. Ο στρατηγός Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος κατέλαβε την πόλη, τη λεηλάτησε και γκρέμισε τα τείχη της.

Ήταν ένα τραγικό τέλος για μια πόλη που είχε γνωρίσει μεγάλη ακμή. Ο Πύρρος την είχε στολίσει με ανάκτορα, θέατρα, ναούς και αγάλματα, μετατρέποντάς την σε σημαντικό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο.

Αρχικά η Αμβρακία δεν ανήκε στον Πύρρο. Το 338 π.Χ., ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας κατέλαβε την Αμβρακία και τη διατήρησε ως υποτελή πόλη, εγκαθιστώντας μόνιμη μακεδονική φρουρά. Έτσι, η πόλη παρέμεινε υπό μακεδονικό έλεγχο. Για τον λόγο αυτό, αργότερα ο βασιλιάς Κάσσανδρος, γιος του Αντίπατρου –από τους σημαντικότερους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου και διοικητή της Ελλάδας κατά την απουσία του– παραχώρησε την Αμβρακία στον Πύρρο, βασιλιά της Ηπείρου. Η Ήπειρος και η Μακεδονία διατηρούσαν καλές σχέσεις, καθώς προηγουμένως είχε βασιλεύσει εκεί ο Αλέξανδρος Α΄ ο Μολοσσός, αδελφός της Ολυμπιάδας και θείος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ωστόσο, οι κάτοικοι της Αμβρακίας δεν έβλεπαν θετικά τη μακεδονική κυριαρχία.

Μετά τον θάνατο του Φιλίππου Β΄, οι Αμβρακιώτες προσπάθησαν να αποτινάξουν τον μακεδονικό ζυγό, όμως η εξέγερσή τους καταπνίγηκε από τον Αλέξανδρο Ε΄. Αν και η εποχή του Πύρρου αποτέλεσε την πιο λαμπρή περίοδο της πόλης, γύρω στο 230 π.Χ. η Αμβρακία άρχισε να παρακμάζει και πέρασε στον έλεγχο της Αιτωλικής Συμπολιτείας.

Η σύγκρουση της Αιτωλικής Συμπολιτείας με τη Ρώμη αποδείχθηκε καταστροφική. Το 189 π.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Μάρκος Φούλβιος Νοβιλιόρ πολιόρκησε την Αμβρακία, τη λεηλάτησε, την κατέστρεψε και την ενσωμάτωσε στη ρωμαϊκή επαρχία Epirus Vetus (Παλαιά Ήπειρος).

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, οι Ρωμαίοι, αδυνατώντας να καταλάβουν την πόλη από τα τείχη της, επιχείρησαν να εισέλθουν ανοίγοντας υπόγειες στοές. Οι Αμβρακιώτες αντέδρασαν χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια, στην πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση χρήσης τέτοιου όπλου στην παγκόσμια ιστορία.

Ο ιστορικός Πολύβιος περιγράφει τη μέθοδο ως εξής:

“Οι υπερασπιστές τοποθέτησαν μέσα στη στοά ένα μεγάλο πήλινο δοχείο, στο πλάτος της σήραγγας. Άνοιξαν μια τρύπα στον πυθμένα του και τοποθέτησαν ένα σιδερένιο χωνί που έφτανε μέχρι το εσωτερικό του. Στη συνέχεια γέμισαν το δοχείο με λεπτά φτερά πουλιών. Άναψαν μικρή φωτιά στο στόμιό του και το σκέπασαν με ένα διάτρητο σιδερένιο καπάκι. Μετέφεραν το σύστημα μέσα στη στοά με το άνοιγμα στραμμένο προς τους Ρωμαίους.

Όταν πλησίασαν τον εχθρό, έκλεισαν προσεκτικά τα κενά γύρω από το δοχείο, αφήνοντας μόνο δύο μικρά ανοίγματα, από τα οποία πρόβαλαν δόρατα για να εμποδίσουν τους Ρωμαίους να το πλησιάσουν. Έπειτα χρησιμοποίησαν ένα φυσερό, όπως εκείνα των σιδηρουργών, διοχετεύοντας αέρα στη φωτιά. Καθώς τα φτερά καίγονταν, παρήγαγαν τεράστιες ποσότητες πυκνού και ιδιαίτερα αποπνικτικού καπνού, ο οποίος κατευθυνόταν μέσα στη στοά προς τους Ρωμαίους.

Οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν ούτε να προχωρήσουν ούτε να παραμείνουν στις στοές, καθώς ο καπνός τους προκαλούσε αφόρητη δυσφορία. Έτσι, η πολιορκία παρατάθηκε ακόμη περισσότερο, μέχρι που ο διοικητής των Αιτωλών αποφάσισε να στείλει απεσταλμένο για διαπραγματεύσεις με τον Ρωμαίο ύπατο”.

(Πολύβιος, Ιστορίαι 21.28)

Το 31 π.Χ. ο Οκταβιανός μετέφερε όλους τους κατοίκους της στη νεοϊδρυθείσα Νικόπολη, την οποία ίδρυσε μετά τη νίκη του στη Ναυμαχία του Ακτίου. Το όνομα της πόλης σημαίνει «Πόλη της Νίκης».

Έτσι, η Αμβρακία –πατρίδα του μουσικού Επίγονου, του ποιητή Επικράτη, του μάντη Σιλανού και του φιλοσόφου Κλεόμβροτου, μαθητή του Πλάτωνα– εγκαταλείφθηκε και παρέμεινε ακατοίκητη μέχρι περίπου το 1000 μ.Χ., όταν δημιουργήθηκε στη θέση της ένας νέος οικισμός με το όνομα Νάρτη, ο οποίος αργότερα εξελίχθηκε στη σημερινή Άρτα, κυρίως μετά τη βουλγαρική επιδρομή που κατέστρεψε τη Νικόπολη.

photo: pixabay

ΠΟΛΙΤΙΚΟΛΟΓΙΕΣ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

ΠΑΡΑΞΕΝΑ

LATEST

Κύρια Θέματα

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΑΓΟΡΩΝ

Κάθε μέρα μαζί