Μια νέα επιστημονική μελέτη, όμως, προτείνει να τη δούμε διαφορετικά, όχι ως μια εικόνα που ο θεατής παρατηρεί ακίνητος, αλλά ως μια αφήγηση που ξεδιπλώνεται όσο ο ίδιος κινείται.
Η ιδέα προέρχεται από την ερευνήτρια Ellie Mackin Roberts, του University of Bristol και του University of Leeds, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026 στο Bulletin of the Institute of Classical Studies. Η ίδια χρησιμοποιεί ως αναλογία, ακόμη και το ζοτρόπιο, την παλιά οπτική συσκευή που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της κίνησης μέσα από μια διαδοχή εικόνων. Όχι επειδή οι αρχαίοι Έλληνες «ανακάλυψαν τον κινηματογράφο», αλλά επειδή και στις δύο περιπτώσεις η κίνηση του θεατή ή της εικόνας είναι απαραίτητη για να ολοκληρωθεί η εμπειρία της αφήγησης.
Η ζωφόρος, μήκους περίπου 160 μέτρων, απεικονίζει την πομπή των Παναθηναίων. Βρισκόταν όμως σε μεγάλο ύψος και μέσα στην κιονοστοιχία του Παρθενώνα, γεγονός που σήμαινε ότι ο θεατής δεν μπορούσε να δει ολόκληρη τη σύνθεση από ένα σημείο. Αντίθετα, έπρεπε να περπατήσει και να παρακολουθήσει διαδοχικά, διαφορετικά τμήματά της. Αυτό σήμαινε ότι ένας επισκέπτης δεν μπορούσε απλώς να σταθεί απέναντί της και να την κοιτάξει ολόκληρη. Αντίθετα, έβλεπε τμήματα της παράστασης μέσα από τα κενά των κιόνων και υπό διαφορετικές γωνίες.
Για μεγάλο διάστημα, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί μειονέκτημα. Η νέα μελέτη όμως θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα. Κι αν ακριβώς αυτό ήταν το ζητούμενο;
Η Roberts υποστηρίζει ότι η ζωφόρος μπορεί να είχε σχεδιαστεί εξαρχής, για μια εμπειρία που απαιτούσε περιπλάνηση γύρω από τον ναό. Καθώς ο επισκέπτης προχωρούσε, έβλεπε πρώτα τις προετοιμασίες της πομπής, στη συνέχεια τους ιππείς και τους συμμετέχοντες που κατευθύνονταν προς την Ακρόπολη και τελικά τη σκηνή στην ανατολική πλευρά, όπου κορυφώνεται η αφήγηση. Με αυτόν τον τρόπο, η κίνηση του ανθρώπου στον χώρο «συγχρονιζόταν» με την κίνηση των μορφών που ήταν σκαλισμένες στο μάρμαρο. Ο θεατής δεν ήταν πλέον απλά, κάποιος που κοιτούσε την πομπή, αλλά μπορούσε να αισθανθεί ότι την ακολουθούσε ο ίδιος.
Η ερευνήτρια χρησιμοποιεί ως αναλογία το ζωότροπο, μια συσκευή του 19ου αιώνα που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της κίνησης, παρουσιάζοντας διαδοχικές εικόνες που ο θεατής έβλεπε, καθώς ο κύλινδρος περιστρεφόταν. Το ζωότροπο χρησιμοποιείται ως ένα σύγχρονο παράδειγμα, για να κατανοήσουμε έναν μηχανισμό, μια σειρά από εικόνες που αποκτά διαφορετική αφηγηματική λειτουργία όταν υπάρχει κίνηση. Στη μία περίπτωση κινείται η συσκευή και ο θεατής παραμένει στη θέση του. Στην περίπτωση της ζωφόρου του Παρθενώνα, συμβαίνει το αντίστροφο, η γλυπτική παραμένει ακίνητη και κινείται ο θεατής. Το αποτέλεσμα είναι ότι η εικόνα δεν προσλαμβάνεται ως ένα ενιαίο «καρέ». Ο θεατής βλέπει διαδοχικά, διαφορετικές σκηνές και καθώς προχωρά, συνδέει νοητά τα επιμέρους επεισόδια.
Φυσικά, δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες «προέβλεψαν» τον κινηματογράφο. Η ιδέα είναι διαφορετική. Τόσο το ζωότροπο, όσο και η ζωφόρος βασίζονται στην ακολουθία εικόνων και στην κίνηση του θεατή για να δημιουργήσουν μια ενιαία εμπειρία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ανατολική πλευρά του Παρθενώνα. Εκεί, η πορεία του θεατή τον έφερνε αντιμέτωπο με την κορύφωση της πομπής και μέσω της εισόδου του ναού, με το περίφημο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου. Έτσι, μετά την περιπλάνηση γύρω από τον ναό, ο θεατής μπορούσε να περάσει από την παρατήρηση της ανθρώπινης πομπής στην παρουσία της θεάς. Η κίνηση, επομένως, δεν ήταν απλώς ένας τρόπος για να δει καλύτερα τα γλυπτά. Μπορούσε να αποτελεί μέρος της ίδιας της αφήγησης. Ένα έργο που ενεργοποιούνταν από την κίνηση του ανθρώπου στον χώρο.
Και αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη ζωφόρο, αφού στα μουσεία, τα τμήματά της παρουσιάζονται απομονωμένα και σε ύψος που επιτρέπει στον επισκέπτη να τα κοιτάζει άνετα, πολύ διαφορετικά δηλαδή, από την εμπειρία που είχαν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Ίσως οι αρχαίοι δημιουργοί της να υπολόγισαν, όχι μόνο τι θα έβλεπε ο επισκέπτης, αλλά και πώς θα κινούνταν για να το δει. Και αν αυτό ισχύει, τότε κάθε βήμα γύρω από τον Παρθενώνα, δεν ήταν απλώς μια αλλαγή θέσης. Ήταν το επόμενο «καρέ» μιας αφήγησης σμιλεμένης σε μάρμαρο.
Οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες μπορεί να είχαν αντιληφθεί κάτι πολύ πιο θεμελιώδες, ότι η κίνηση ενός ανθρώπου μέσα στον χώρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να οργανώσει την αφήγηση μιας εικόνας. Και αυτό, για ένα μνημείο του 5ου αιώνα π.Χ., είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σκέψη.
Δείτε φωτογραφία ΕΔΩ
photo: pixabay









