Παρά το γεγονός ότι το σκάφος ανασκάφηκε, συναρμολογήθηκε εκ νέου και ενέπνευσε τη δημιουργία πιστών αντιγράφων, η ακριβής ημερομηνία του τελευταίου του ταξιδιού παρέμενε ένα άλυτο αίνιγμα για σχεδόν έξι δεκαετίες.
Η λύση δεν ήρθε από κάποιο νόμισμα ή χρυσό θησαυρό, αλλά από χιλιάδες φρέσκα πράσινα αμύγδαλα που διατηρήθηκαν άθικτα μέσα στους αμφορείς του φορτίου του. Η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Κορνέλ, με επικεφαλής τον καθηγητή Στουρτ Μάνινγκ, κατάφερε να προσδιορίσει τη βύθιση του πλοίου στο διάστημα μεταξύ 286 και 272 π.Χ. Η μελέτη περιγράφει πώς ξεπεράστηκε το μεγάλο εμπόδιο της χημικής μόλυνσης των ξύλων.
Τα διασωθέντα τμήματα του σκάφους είχαν συντηρηθεί κατά τον 20ό αιώνα με πολυαιθυλενογλυκόλη, ένα παράγωγο πετρελαίου που αλλοίωνε τις μετρήσεις του άνθρακα 14. Οι ερευνητές ανέπτυξαν μια πρωτοποριακή μέθοδο καθαρισμού σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Γκρόνινγκεν, επιτυγχάνοντας την απομάκρυνση του συνθετικού υλικού σε ποσοστό 99,9%.
Η πραγματική καμπή στην έρευνα προήλθε από τα οργανικά ευρήματα μικρής διάρκειας ζωής που μετέφερε το σκάφος. Τα χιλιάδες αμύγδαλα και ένα οστό από αστράγαλο προβάτου, τα οποία δεν είχαν δεχθεί χημική επεξεργασία συντήρησης, προσέφεραν το καθαρότερο δυνατό δείγμα για ραδιοχρονολόγηση. Η στατιστική ανάλυση αυτών των οργανικών καταλοίπων, σε συνδυασμό με τα δεδομένα των δακτυλίων των δέντρων, περιόρισε το περιθώριο σφάλματος και τοποθέτησε τη βύθιση του ναυαγίου αρκετά χρόνια αργότερα, από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Η συγκεκριμένη ανακάλυψη ξεπερνά τα στενά όρια της κυπριακής και ελληνιστικής αρχαιολογίας, καθώς οδήγησε στη διόρθωση της διεθνούς καμπύλης βαθμονόμησης ραδιοάνθρακα για την περίοδο μεταξύ 350 και 250 π.Χ. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα παλαιότερα δεδομένα βασίζονταν σε μετρήσεις των δεκαετιών του 1980 και 1990, με αποτέλεσμα η νέα αυτή μελέτη να προσφέρει ένα πολύ ακριβέστερο εργαλείο χρονολόγησης για όλες τις μελλοντικές αρχαιολογικές έρευνες στο βόρειο ημισφαίριο.









