Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε δημιουργική, αισιόδοξη και στραμμένη στο μέλλον, αποφεύγοντας τη νοσταλγία και αντιμετωπίζοντας κάθε νέα πρόκληση με την ίδια ζωντάνια που τη χαρακτήριζε σε όλη την καλλιτεχνική της διαδρομή.
Τον Οκτώβριο του 2015, με αφορμή τη συμμετοχή της στο μιούζικαλ «Nine» των Άρθουρ Κόπιτ και Μόρι Γέστον, μία μεταγραφή του θρυλικού «8½» του Φεντερίκο Φελίνι, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα στο θέατρο Πάνθεον, η σπουδαία ηθοποιός είχε μιλήσει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη Νάντια Μπακοπούλου, για την πορεία της, την τέχνη, τη ζωή και την ανάγκη της να κοιτάζει πάντα μπροστά.
«Είμαι πολύ χαρούμενη που συμμετέχω σε μία τόσο απαιτητική παραγωγή πλάι σε τόσους πολλούς ταλαντούχους συναδέλφους. Είναι ένας συνδυασμός θαυμάσιος και νομίζω ότι θα είναι το γεγονός του χειμώνα», έλεγε τότε για την παράσταση, στην οποία υποδυόταν τη μητέρα του διάσημου σκηνοθέτη Γκουίντο Κοντίνι.
Μιλώντας για τον ρόλο της, στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της μητρικής παρουσίας: «Είναι ένας ρόλος πολύ γλυκός, τρυφερός, συναισθηματικός πολύ… μαμαδίσιος. Μάλιστα, στη δική μας διασκευή νομίζω ότι έχει πιο ενδιαφέρον. Είναι πιο αναλυτικός, ξεδιπλώνεται περισσότερο ο χαρακτήρας της μητέρας και η σχέση της με τον γιο. Αν και η ίδια έχει φύγει από τη ζωή, καταφθάνει τις πιο δύσκολες στιγμές και του δίνει τις λύσεις, τις συμβουλές και την αγάπη της. Ο Κοντίνι, όποτε την έχει ανάγκη, τη φέρνει στη φαντασία του και έχει έναν μόνιμο διάλογο μαζί της σε όλη τη διάρκεια του έργου. Αυτό δεν συμβαίνει και στην πραγματική ζωή; Ο ρόλος της μάνας στη ζωή ενός ανθρώπου είναι καταπέλτης, είναι το κλειδί της προσωπικότητάς του και της μετέπειτα ζωής του». Και παρότι η ίδια δεν απέκτησε δικά της παιδιά, εξηγούσε με απλότητα: «Κι ας μην είμαι μητέρα, τα φίλτρα υπάρχουν».
«Σε όλες μου τις συνεργασίες έχω περάσει ωραία»
Η ίδια πίστευε βαθιά ότι ακόμη και οι μεγάλες θεατρικές παραγωγές χρειάζονται ψυχή. «Χωρίς ψυχή δεν θα εισπράξει ο θεατής τίποτα. Όλα εξαρτώνται από τη ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος επιμένει στην ανάλυση των ρόλων και στο βάθος των χαρακτήρων», σημείωνε.
Κάνοντας μία αναδρομή στην, πλούσια στιγμών, επαγγελματική διαδρομή της δήλωνε χορτασμένη και τυχερή. «Δεν έχω παράπονο, ούτε από τους άλλους, ούτε από τον εαυτό μου. Έχω δουλέψει σχεδόν με τους πάντες. Και σε όλες μου τις συνεργασίες έχω περάσει ωραία. Δεν είχα ποτέ κόντρα με κανέναν», υποστήριζε. Ενώ ξεχώριζε ως κορυφαία στιγμή της καριέρας της τη συνεργασία της με τον Δημήτρη Χορν: «Το ότι ήμουνα μία νέα ηθοποιός και είχα την τιμή, τη χαρά και το ξάφνιασμα, να με επιλέξει ο Δημήτρης Χορν για συμπρωταγωνίστριά του επί τέσσερις συνεχείς θεατρικές σεζόν, αυτό είναι χαραγμένο στο μυαλό μου ως το ωραιότερο πράγμα που συνέβη στην καριέρα μου. Ήταν μία πολύτιμη εμπειρία. Γνώρισα έναν σπουδαίο άνθρωπο, έναν υπέροχο ηθοποιό, έναν καταπληκτικό χαρακτήρα που θα μείνει ανεξίτηλος στη ζωή μου».
Με την ίδια αγάπη μιλούσε και για τον ελληνικό κινηματογράφο τονίζοντας ότι δεν ένιωσε ποτέ εγκλωβισμένη σε ερμηνευτικά μοτίβα. «Είμαι ευχαριστημένη από τις ταινίες που έχω κάνει. Τις ξαναβλέπω κάποιες φορές στην τηλεόραση και νομίζω ότι παραμένουν αξιοπρεπείς. Διαθέτουν ωραία κείμενα, ωραίους συγγραφείς και σπουδαίους σκηνοθέτες. Νομίζω ότι οι ταινίες μου σήμερα βλέπονται πολύ ευχαρίστως» σημείωνε.
Για τις επιλογές της στο θέατρο εξηγούσε πως δεν την ενδιέφερε πλέον ο πρωταγωνιστικός ρόλος, αλλά η συνολική ποιότητα μιας δουλειάς. «Ασφαλώς δεν μπορώ πια να κάνω τον ρόλο μίας σαραντάρας. Θα κάνω τους ρόλους της μητέρας, της γιαγιάς, της μεγάλης κυρίας, αρκεί το έργο, ο σκηνοθέτης και ο ρόλος να μου κάνουν κλικ».
«Δεν κάνω για την πολιτική»
Η σύντομη ενασχόλησή της με την πολιτική τής είχε αφήσει επίσης σαφή συμπεράσματα. «Διαπίστωσα πολύ γρήγορα ότι δεν κάνω για πολιτική, δεν μιλάω αυτήν τη γλώσσα. Φανταζόμουν ότι ο πολιτικός είναι αυτός που τρέχει από το πρωί έως το βράδυ για τα προβλήματα των άλλων και σύντομα συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα», έλεγε, ενώ υποστήριζε ότι η χώρα είχε ανάγκη από αλλαγή νοοτροπίας. «Πρέπει να επικεντρωθούμε στο καλό της χώρας και όχι στο καλό του εαυτού μας. Είναι ανάγκη να γίνουμε πιο συνετοί, πιο σοβαροί, πιο εργατικοί, πιο υπεύθυνοι και πιο ειλικρινείς, και με τον εαυτό μας και με τους άλλους».
Κάθε ηλικία κρύβει το κέρδος της
Ο χρόνος που περνούσε δεν ήταν κάτι που τη φόβιζε. Για εκείνη κάθε ηλικία κρύβει το κέρδος της. «Η ωρίμανση δεν είναι επώδυνη διαδικασία. Έρχεται φυσιολογικά. Και η ηλικία που διανύω τώρα είναι γεμάτη ισορροπία, εμπειρίες και αυτογνωσία. Μία πάρα πολύ όμορφη, ώριμη στιγμή».
Και όταν η συζήτηση έφτανε στο παρελθόν, η απάντησή της συμπύκνωνε τη στάση ζωής που τη συνόδευσε μέχρι το τέλος: «Δεν είμαι ο χαρακτήρας που γυρίζω στο παρελθόν. Ζω το παρόν και ελπίζω στο αύριο. Είναι όλα μέσα στον εγκέφαλο, στον σκληρό δίσκο, πολύ ευχάριστα τοποθετημένα, δεν τα νοσταλγώ όμως. Περιμένω πάντα το καινούριο, είμαι έτοιμη για το καινούριο που θα έρθει».
(ΑΠΕ -ΜΠΕ / Νάντια Μπακοπούλου / photo: eurokinissi)









