Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε, μιλώντας στο πρακτορείο Reuters, ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι «κατάφωρα παράνομο, άκυρο και ανυπόστατο», προσθέτοντας ότι «αγνοεί πλήρως τη γεωγραφία».
Στις δηλώσεις του στο πρακτορείο, καθώς η Ελλάδα ολοκληρώνει την προεδρία στης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ο κ. Μητσοτάκης ζήτησε επίσης μια επείγουσα «διεθνή εκεχειρία» για την προστασία της ναυτιλίας στην Μαύρη Θάλασα, μετά την βύθιση ενός ελληνόκτητου πλοίου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων την Τετάρτη.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο «αγνοεί πλήρως τη γεωγραφία, την πραγματικότητα ότι υπάρχουν ελληνικά νησιά – φαίνεται ότι εξαφανίζονται εντελώς κατά την άποψη της Τουρκίας και της Λιβύης» είπε ο πρωθυπουργός, κατηγορώντας τις δύο χώρες ότι επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα «τετελεσμένο γεγονός», που αγνοεί τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Μετά τη συμφωνία μεταξύ Λιβύης και Τουρκίας το 2019 η Ελλάδα χορήγησε άδεια σε κοινοπραξία με επικεφαλής τη Chevron για έρευνες φυσικού αερίου ανοιχτά της Κρήτης. Ο κ. Μητσοτάκης διαβεβαίωσε ότι «δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να αμφισβητηθούν με οποιονδήποτε τρόπο αυτές οι έρευνες».
Σημειώνοντας ότι η Λιβύη και η Ελλάδα είναι «φυσικοί γείτονες», ο πρωθυπουργός προέτρεψε την αφρικανική χώρα να διαπραγματευθεί απευθείας με την Αθήνα και να αντιμετωπίσει αυτές τις συζητήσεις «πολύ, πολύ σοβαρά».
Ο πρωθυπουργός μίλησε στο Reuters, αφού προήδρευσε στη συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας για την ασφάλεια στη θάλασσα, λίγες μόλις ώρες από όταν ένα ελληνικό πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων βυθίστηκε, αφού χτυπήθηκε από μη επανδρωμένα θαλάσσια σκάφη στα ανοιχτά της Βουλγαρίας, στο πιο πρόσφατο πλήγμα εναντίον πλοίων στην περιοχή αυτή, τον τελευταίο μήνα.
«Χρειαζόμαστε κάποιου είδους διεθνή εκεχειρία σε ό,τι αφορά την ελευθερία της ναυσιπλοΐας», είπε, σημειώνοντας ότι αποτελεί «ύψιστη προτεραιότητα» να επιτραπεί η εξαγωγή σιτηρών από την περιοχή αυτή μέσω της Μαύρης Θάλασσας.
«Οι Έλληνες εφοπλιστές θα ήταν οι πρώτοι που θα ξανάρχιζαν το εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα, και από την Ουκρανία, εφόσον ήταν εγγυημένη η ασφαλής διέλευση» είπε, επισημαίνοντας το αυξημένο κόστος για τη ναυτιλία, δεδομένου ότι τα έξοδα ναύλωσης και ασφάλισης «έχουν εκτοξευτεί στα ύψη».
Αυτά αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων.









