Στα πανηγύρια του καλοκαιριού, λίγο μετά τη θεία λειτουργία, οι μουσικοί κουρδίζουν τα όργανα στην κεντρική πλατεία του χωριού. Με το σήμα της έναρξης, οι μεγαλύτεροι σέρνουν τον χορό και τα χέρια αρχίζουν να ενώνονται για να φτιάξουν μια ανθρώπινη αλυσίδα. Στον κύκλο μπαίνουν σιγά σιγά ολοένα και περισσότεροι, όχι μόνο μεγάλοι πια, αλλά ολοένα και περισσότεροι νέοι και νέες, που εκδηλώνουν αυξημένο ενδιαφέρον για την παραδοσιακή μουσική τα τελευταία χρόνια. Το μαντήλι του γέροντα ή του ιερέα που ξεκινούν τα γυρίσματα, περνάει στα χέρια της νέας γενιάς και ακολουθούν ακόμη και μικρά παιδιά που προσπαθούν να κάνουν τα πρώτα τους χορευτικά βήματα.
«Με συγκινεί πολύ να βλέπω τα μικρά παιδάκια να μπαίνουν στο χορό, σε ένα σύμβολο της ένωσης, της σύμπνοιας, της ομόνοιας. Είναι κάτι πολύ σπουδαίο, πολύ όμορφο το ότι το καλοκαίρι δίνεται η ευκαιρία να ζωντανέψουν οι σκοποί και τα τραγούδια από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Ο κόσμος χορεύει, εκτονώνεται, θυμάται την παράδοσή του και είναι όλοι ευπρόσδεκτοι. Όλοι θέλουν να χορέψουν και είναι θαυμάσιο το γεγονός ότι ο ελληνισμός το έχει κρατήσει όλο αυτό ζωντανό, με έναν αβίαστο τρόπο» αναφέρει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η καθηγήτρια του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μαρία Αλεξάνδρου.
Η ίδια επιβεβαιώνει το αυξημένο ενδιαφέρον της νέας γενιάς για την παραδοσιακή αλλά και για τη βυζαντινή μουσική, ενώ θεωρεί ότι πίσω από αυτό βρίσκονται παράγοντες, όπως η ενασχόληση της επιστήμης με τη διάσωση του θησαυρού των μουσικών παραδόσεων, η ανανέωση του μουσικού χάρτη της χώρας μέσα από τα μουσικά σχολεία, ο ρόλος που διαδραματίζουν οι πολιτιστικοί σύλλογοι, αλλά και τα προσωπικά βιώματα που περνούν από γενιά σε γενιά. «Πολλά παιδιά αγάπησαν τη δημοτική μουσική και είδαν έναν τρόπο σύγχρονης έκφρασης μέσα από τα παραδοσιακά ακούσματα. Αυτή είναι η βάση. Την κουβαλάμε στο DNA μας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το DNA έχει ιστορική μνήμη
Την ίδια εκτίμηση διατυπώνει και ο Βασίλης Μαυρομουστακίδης, μουσικός και λυράρης με μεταπτυχιακές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: «Υπάρχει μια ασυνείδητη, μια ανεπαίσθητη τάση όλης της δικής μου γενιάς, να κοιτάξουμε πίσω στο παρελθόν για να ψάξουμε να βρούμε κάπου εκεί ένα κομμάτι του μουσικού εντοπισμού της κοινωνικής μας προσωπικότητας. Στον δικό μου τομέα, αυτό συμβαίνει μέσα από τη μουσική, στα πανηγύρια, τις εκδηλώσεις, τις νεανικές συνάξεις. Με το που θα παιχτεί κάποιο ρεπερτοριακό υλικό που έχει μεταλαμπαδευτεί σε εμάς από την πρώτη γενιά των προσφύγων που ήρθαν από τον Πόντο στην Ελλάδα, ή ένας ρυθμός από εκείνους, ή μια μουσική τροπικότητα, ένα κομμάτι, ένας στίχος, αμέσως η όλη σύναξη αποκτά διαφορετική υπόσταση».
Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι μπορεί για κάποιους η μουσική να λειτουργεί βιωματικά, ωστόσο ο ίδιος δεν είχε τέτοια βιώματα από το οικογενειακό του περιβάλλον καθώς οι γονείς του δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τα Ποντιακά και γενικά με τη μουσική. «Εγώ πήγα στο χορευτικό όταν ήμουν μικρός. Μία φορά άκουσα λύρα από CD player και μια φορά χάλασε το μηχάνημα και ήρθε ένας λυράρης. Άκουσα τον ήχο και από εκείνη τη στιγμή ήθελα να μάθω λύρα. Πήγα στο σπίτι μου, ήμουν οκτώ χρονών, το είπα στους γονείς μου, αλλά κανείς δεν με πίστεψε. Για έναν χρόνο το ζητούσα επίμονα και τελικά όταν έγινα 9 χρονών ο πατέρας μου είπε ότι αφού το ζητάω θα πάω σε έναν δάσκαλο. Αργότερα συνέχισα την ενασχόλησή μου με τη μουσική, πήγα σε μουσικό σχολείο, αλλά ο στόχος μου ήταν να γίνω γιατρός. Στην τρίτη λυκείου έπαθα ένα μετεφηβικό σοκ, άλλαξα γνώμη στα μέσα της χρονιάς, έδωσα εξετάσεις και πέρασα στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας», αναφέρει.
Παράλληλα, εκτιμά ότι «το DNA έχει ιστορική μνήμη» και θεωρεί ότι οι λαϊκές παραδοσιακές μουσικές, είτε είναι ποντιακά, είτε ηπειρώτικα, είτε κρητικά είτε οτιδήποτε άλλο, έχουν μέσα τους το στοιχείο της προφορικής μεταφοράς τους από στόμα σε στόμα. «Οι μουσικές αυτές πηγάζουν από τον λαό, απευθύνονται στον λαό και ανατροφοδοτούνται από αυτόν. Έχουν υψηλή ανθεκτικότητα, είναι συμμετοχικές, άμεσες, δεν βρίσκονται στο πατάρι για απλή κατανάλωση. Έχουν ενεργητική υπόσταση και για να την εκφράσουν απαιτούν τη συνολική συμμετοχή του κόσμου», συμπληρώνει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη βυζαντινή μουσική
Από την πλευρά της, η κ. Αλεξάνδρου επισημαίνει ότι ο όρος παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται μερικές φορές και για να καλύψει και τη βυζαντινή μουσική, η οποία επίσης συγκεντρώνει αυξημένο ενδιαφέρον καθώς το 2019 αναγράφηκε στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco, κάνοντας έτσι ένα σημαντικό βήμα παγκόσμιας αναγνώρισης. «Πρόκειται για ένα τεράστιο κειμήλιο του ελληνισμού, που ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα. Πιστεύω ότι είμαστε σε μια φάση άνθησης. Η βυζαντινή μουσική – ψαλτική τέχνη αναγνωρίζεται και επιστημονικώς υποστηρίζεται στα πανεπιστήμια της χώρας και στα μουσικά σχολεία καθώς και στις μητροπόλεις, τις εκκλησίες, τις σχολές και τα ωδεία», προσθέτει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν πηγές ελληνικής δημοτικής μουσικής σε βυζαντινά χειρόγραφα, το παλαιότερο από τα οποία είναι του 16ου αιώνα και έχει τίτλο «Χαίρεστε κάμποι χαίρεστε». Υπάρχει ακόμη μια συλλογή δημοτικών τραγουδιών από την Κρήτη που βρέθηκαν σε αγιορείτικο χειρόγραφο καθώς και μεγάλος πλούτος τεκμηρίωσης της λεγόμενης παραδοσιακής μουσικής σε μεταβυζαντινά μουσικά χειρόγραφα. Το δημοτικό τραγούδι διαδικτυώνεται με παραδοσιακές μουσικές των Βαλκανίων, της κάτω Ιταλίας και της Μικράς Ασίας και έχει συγγένεια με τη βυζαντινή οκταηχία. Υπάρχουν ακόμη παλαιότερα μουσικά στρώματα στη μουσική παράδοση της Πίνδου ενώ σπουδαία είναι η μουσική παράδοση της Ηπείρου, της Μακεδονίας, των νησιών, του Πόντου.
Σε ό,τι αφορά ειδικά τη βυζαντινή μουσική, το παλαιότερο μνημείο της χριστιανικής εκκλησιαστικής μουσικής είναι ο περίφημος πάπυρος που βρέθηκε στην Οξύρυγχο και προέρχεται από το δεύτερο μισό του τρίτου αιώνα. Πρόκειται για έναν ύμνο προς την Αγία Τριάδα, που χρησιμοποιεί την αρχαία ελληνική παρασημαντική, τη φωνητική αλφαβητική, δηλαδή τη γραφή που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για τη φωνητική μουσική.
Τι δείχνουν οι έρευνες για τη βυζαντινή μουσική
Σήμερα, η βυζαντινή μουσική προσελκύει το ενδιαφέρον ενός ποσοστού 10% του συνόλου των φοιτητών των μουσικών σπουδών, ενώ υπάρχουν εκείνοι που επιθυμούν να ασχοληθούν σε βάθος με το αντικείμενο είτε αξιοποιώντας το στη σύνθεση, είτε λόγω ενασχόλησης με την παλαιά μουσική, είτε λόγω ειδικού ενδιαφέροντος για την ανατολική μουσική και τη μουσική της Κωνσταντινούπολης. Σημαντικά είναι και τα ερευνητικά ευρήματα για το εν λόγω είδος καθώς η διδακτορική διατριβή της Δέσποινας Γιαννακοπούλου (ΑΠΘ) ανέδειξε το όφελος της βυζαντινής μουσικής για τα παιδιά του νηπιαγωγείου που φαίνεται ότι την αντιλαμβάνονται σε βάθος καθώς προκαλεί ηρεμία της ψυχής, κατευνασμό και χαλάρωση, ένωση με την Θεό και διάθεση για άκουσμα. Έρευνα διενεργείται και για το όφελός της σε παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού (από την ερευνήτρια Δέσποινα Πλαστάρα).
«Έχει αποδειχτεί πολλαπλώς ότι η βυζαντινή μουσική είναι ένας θησαυρός και από άποψη ιατρικής. Ο μεγάλος νευροεπιστήμονας Σταύρος Μπαλογιάννης την είχε πολύ υψηλά ως μια μεγάλη ευεργεσία. Αυτή η μουσική κρατάει ακούσματα που έρχονται από τα βάθη των αιώνων που έχουν δοκιμαστεί ότι είναι πολύ ευεργετικά για την ψυχοσωματική οντότητα του ανθρώπου σε όλες τις ηλικίες. Κρατάει κουρδίσματα που είναι πολύ κοντά στη λεγόμενη φυσική κλίμακα, τους αρμονικούς ήχους, την ίδια τη σύσταση του ήχου, όπως τον έφτιαξε ο Θεός. Είναι φωνητική μουσική, έχει μια έκταση που εύκολα γίνεται αποδεκτή και μιλάει πολύ βαθιά στην ψυχή του ανθρώπου. Αυτός είναι και ο λόγος που τώρα γίνονται εκτεταμένες έρευνες και για τον ευεργετικό της ρόλο στη νόσο του Alzheimer και άλλες νευροεκφυλιστικές ασθένειες», σχολιάζει η κ. Αλεξάνδρου.
Το αύριο της παράδοσης
Τα επόμενα βήματα για τη διατήρηση της μουσικής παράδοσης συνολικά, σύμφωνα με την ίδια, θα μπορούσε να είναι η ανάπτυξη της δεξιοτεχνίας στα παραδοσιακά όργανα, η μεγαλύτερη έμφαση στη μουσική κατά τη γενική πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δεδομένου ότι η παιδική ηλικία είναι η πιο σημαντική για τη λεγόμενη μουσική δεκτικότητα, αλλά και η επαναφορά του ιστορικού ρεπερτορίου στο φως.
Σε αυτό το μήκος κύματος, ο κ. Μαυρομουστακίδης διαπίστωσε έναν κορεσμό ως προς το ρεπερτοριακό υλικό της ποντιακής μουσικής που παίζεται σήμερα. «Δεν είναι δυνατόν ο Πόντος να έχει μόνο 150 – 200 τραγούδια» σκέφτηκε και άρχισε να ψάχνει υλικό σε βιβλιοθήκες, σε ερευνητές αλλά και στο μουσικό λαογραφικό αρχείο της Μέλπως Μερλιέ, που έκανε ηχητικές καταγραφές. Με μεγάλη προσπάθεια, πολλή δουλειά και αποκωδικοποίηση των ήχων σε μουσική γραφή ή ηχητική καταγραφή, προέκυψε ένα cd με 12 σκοπούς που δεν ακουγόταν ως τώρα αλλά ξαναβγήκαν στο φως και παίζονται σήμερα σε κάθε ευκαιρία, συγκεντρώνοντας τις θετικές αντιδράσεις του κόσμου και των νέων παιδιών που μαθαίνουν λύρα.
(ΑΠΕ -ΜΠΕ / Π. Γιούλτση / photo: intime)









