«Θα σας τα χορηγήσουμε, θα σας στεφανώσουμε και ύστερα θα τα ξεχάσετε, θα τα βλέπετε μόνο στις φωτογραφίες», λένε άνθρωποι που κατάγονται από την Κορυφή και διατηρούν ζωντανή την ιστορία του τόπου τους. Στην ευρύτερη περιοχή στέκουν ακόμη όρθια 45 χτιστά πέτρινα γεφύρια, δημιούργημα των γνωστών χτιστάδων του τόπου, που μιλούσαν μεταξύ τους μια γλώσσα μυστική, για να μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ταΐζει κάθε βράδυ λίγο ψωμάκι την αρκούδα «για να μην μείνει νηστικό το ορφανό», ενώ λίγο πιο μακριά και πιο χαμηλά, στη Στέρνα, το χωριό των τριάντα σπιτιών μαζί με τους αχυρώνες, νέοι και νέες που πέρασαν εκεί τα παιδικά τους χρόνια, επέστρεψαν για να βάψουν και να ξαναφτιάξουν το σχολείο, ώστε να μην μένει έρημο και κατεστραμμένο από περαστικούς που δεν σεβάστηκαν τον χώρο, αλλά και το ίδιο του το αρχείο.
Σε αυτόν τον τόπο, που η φύση θυμίζει Ζαγοροχώρια αλλά η ζωή δίνει το μήνυμα της εγκατάλειψης, αποφάσισαν να γυρίσουν, είτε μόνιμα είτε όχι, δύο δημοσιογράφοι μετά τη συνταξιοδότησή τους: o Βασίλης Παπαδημούλης και ο Βασίλης Σολιόπουλος. Όταν οι ρυθμοί της καθημερινότητας έγιναν πιο ανθρώπινοι, άκουσαν το κάλεσμα από τις ρίζες τους και θέλησαν να ανταποδώσουν κάτι και εκείνοι στην πατρίδα τους. Πριν από πέντε – έξι χρόνια άρχισαν μια προσπάθεια να εκδώσουν ένα βιβλίο για την ιστορία της Κορυφής. Σιγά σιγά οργάνωναν εκδηλώσεις για να αναδείξουν βασικά στοιχεία του τόπου: τις περίτεχνες γκλίτσες, την πέτρα και το νερό, τις βρύσες, τα τοπία της περιοχής στον καμβά. Ετοίμασαν εκθέσεις ψηφιδωτού και αγιογραφίας και φωτογραφική έκθεση στα χνάρια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μίλησαν για τη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την παράδοση και την ιστορία, συνεργάστηκαν με τον δραστήριο δήμαρχο Βοΐου και άρχισαν να υποστηρίζουν τις ντόπιες επιχειρήσεις. Κάθε χρόνο κόβουν βασιλόπιτα την πρωτοχρονιά, γιορτάζουν τα γενέθλια των αιωνόβιων κατοίκων, ανάβουν τις φωτιές τις Απόκριες, χορεύουν στο ρυθμό των αποκριάτικων σατιρικών τραγουδιών και θυμούνται μοναδικές λέξεις από την παραδοσιακή ντοπιολαλιά.
Γιατί τους αποκαλούν Αϊ – Βασίληδες
Στο ερώτημα γιατί τους αποκαλούν Αϊ-Βασίληδες, ο Βασίλης Παπαδημούλης απαντά χαμογελώντας: «αυτό είναι ένα παρατσούκλι που μας κόλλησε ο Λευτέρης Τζιόλας (πολιτικός, χημικός μηχανικός και συγγραφέας που κατάγεται από τα Γρεβενά), αλλά δεν νομίζω ότι είμαστε Αϊ-Βασίληδες. Απλώς προσπαθούμε, κάνουμε δύο – τρεις εκδηλώσεις και είμαστε συμπαραστάτες σε όποιον ζητήσει βοήθεια».
Από την πλευρά του, ο Βασίλης Σολιόπουλος λέει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ: «οι κάτοικοι της περιοχής νιώθουν μια απογοήτευση. Έχουν το αίσθημα της εγκατάλειψης και θεωρούν ότι δεν γίνεται τίποτε. Εμείς προσπαθούμε να τους αποδείξουμε ότι αν πιστεύει κανείς κάτι και θέλει, τότε μπορεί να το καταφέρει. Έτσι βοηθούμε πολιτιστικούς συλλόγους, τον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων Τσοτυλίου, όπου υπάρχουν παιδιά που έχουν διαπρέψει στην πυγμαχία, νέους που επιθυμούν να δημιουργήσουν έναν αγροτικό σύλλογο. Κάποια πράγματα άρχισαν να γίνονται…».
Όσο για τη δύναμη που έχουν οι ρίζες των ανθρώπων, ο κ. Παπαδημούλης τονίζει ότι «είναι πάντα ζωντανές. Απλώς όταν οι άνθρωποι εργάζονται, έχουν τόσες πολλές ασχολίες, βρίσκονται μακριά από τον τόπο τους και πολλές φορές τον ξεχνούν, αφού οι προτεραιότητές τους είναι άλλες». Ωστόσο, όπως λέει, κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι έπρεπε να προσφέρει και εκείνος κάτι και έτσι άρχισε να ανεβοκατεβαίνει στο χωριό, όπου η ποιότητα ζωής είναι άλλη, ο χρόνος έχει άλλη διάσταση, η φύση είναι εκπληκτική και ο καθένας μπορεί να δει πράγματα που δεν μπορούσε πριν να φανταστεί.
Κορυφή: ιστορία, πέτρα και καθαρός αέρας
Για την Κορυφή, το χωριό του, την περιγράφει με τις λέξεις «ιστορία, πέτρα και καθαρός αέρας». Όταν αφηγείται την ιστορία για τα αυτοκρατορικά στέφανα μιλάει για τη μοναχή Θεοδότα Κουτσογιάννη που έμενε εκεί και δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά του χωριού να ξεκινούν την κοινή τους ζωή κάτω από τη σκιά της φτώχειας. Γύρω στο 1900 αποφάσισε να δώσει όλα τα χρυσαφικά που είχε σε έναν ταξιδευτή που πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την παραγγελία να λιώσουν και να μεταμορφωθούν σε δύο αυτοκρατορικά στέφανα για την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Αυτό και έγινε και με τα στέφανα αυτά παντρεύονταν όλα τα ζευγάρια στην Κορυφή ως τη δεκαετία του 1970. Η ίδια εκκλησία άλλωστε έχει θεμελιωθεί από τον Κοσμά τον Αιτωλό και το στοιχείο της προσφοράς είναι στενά δεμένο με τον τόπο καθώς όλοι όσοι ξενιτεύονταν ένιωθαν ότι έπρεπε να στείλουν χρήματα στην πατρίδα για να γίνουν σχολεία, εκκλησίες, πηγάδια, βρύσες και οτιδήποτε άλλο ήταν χρήσιμο για τους κατοίκους. «Και όσοι δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν σε χρήματα, συνεισέφεραν σε εργασία. Όλα γίνονταν με κόπο και δουλειά», προσθέτει.
Στέρνα: το χωριό των τριάντα σπιτιών μαζί με τους αχυρώνες
Από την άλλη πλευρά, ο Βασίλης Σολιόπουλος αναφέρει ότι γεννήθηκε στην Τασκένδη και σε ηλικία 7 χρονών ήρθε στη Στέρνα, το χωριό των τριάντα σπιτιών μαζί με τους αχυρώνες, όπως λέει. Εκεί ένιωσε μια μεγάλη αντίθεση· ενώ πριν ήταν μεγαλωμένος σε παιδικούς σταθμούς σε μια πόλη με 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους, βρέθηκε στη Στέρνα να ξυπνάει στις 2 τα ξημερώματα για να πάει με τους γονείς του στο χωράφι να μαζέψουν καπνό. Ως παιδί πολιτικών προσφύγων, οι οποίοι λαχταρούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα, μεγάλωσε ακούγοντας την ελληνική μυθολογία αντί για παραμύθια και στην Ελλάδα πλέον ζούσε τις αγροτικές εικόνες που περιγράφει ο Κρυστάλλης: το πώς γύριζαν οι ζευγάδες με τα βόδια από το χωράφι κατά το ηλιοβασίλεμα.
Όταν μεγάλωσε, εργάστηκε ως δημοσιογράφος στον ραδιοφωνικό σταθμό Μακεδονίας, τον μετέπειτα 102 και έκανε εκπομπές για την ξενιτιά των Ελλήνων. Με ένα μαγνητόφωνο στο χέρι γύρισε τα χωριά του Βοΐου, μίλησε με τη μοιρολογήτρα στο χωριό Αυγερινός και κατάλαβε γιατί έπρεπε να πιει έστω και ένα ποτήρι νερό στα σπίτια που επισκεπτόταν. «Κάθε οικογένεια είχε και έναν ξενιτεμένο τουλάχιστον. Και όπως έλεγε και ο Όμηρος στην Οδύσσεια ‘ξένε μου έλα να πλυθείς, να φας, να ξεκουραστείς και αν θέλεις μας λες ποιος, από πού έρχεσαι και πού πας’, κάθε ξενιτεμένος ήθελε στα ξένα να βρεθεί κάποιος να του δώσει ένα ποτήρι νερό», λέει χαρακτηριστικά.
Μετά τη συνταξιοδότηση το συναίσθημα έγινε πιο ισχυρό, ο τόπος έμοιαζε πιο ήρεμος, πιο αγνός και ο ίδιος, βλέποντας τα παιδιά που αποφάσισαν να φτιάξουν το σχολείο στη Στέρνα, θέλησε να γυρίσει και να βοηθήσει. Δώρισε μια βιβλιοθήκη στον πολιτιστικό σύλλογο του χωριού, σχεδίαζε τις αφίσες για τον σύλλογο και όταν παρακολούθησε μια παρουσίαση βιβλίου αρκετά κουραστική, αποφάσισε μαζί με τον Βασίλη Παπαδημούλη να οργανώνουν εκδηλώσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται συναρπαστικές. Ανταποκρίθηκε, μάλιστα, στο κάλεσμά του να κάνουν βιβλίο ένα σπιράλ τετράδιο με την ιστορία της Κορυφής, γραμμένο από τον δάσκαλο ξάδελφό του, Παύλο Αντωνόπουλο. Κάθε χωριό της περιοχής, άλλωστε, έχει τουλάχιστον ένα βιβλίο για την ιστορία του.
Την ίδια προσπάθεια κάνουν και σήμερα ο κ. Παπαδημούλης από τη θέση του προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Κορυφής «Άγιος Δημήτριος» και ο κ. Σολιόπουλος από τη θέση του αντιπροέδρου. Ψάχνουν, βρίσκουν και προτείνουν ευρωπαϊκά προγράμματα για την ανάπτυξη της υπαίθρου, αναζητούν δυνατότητες στη φύση, αναδεικνύουν τον «ασημένιο τουρισμό», με ταξίδια για ανθρώπους μεγαλύτερων ηλικιών, προβάλλουν παραδείγματα από «έξυπνα χωριά» που εφαρμόστηκαν σε άλλες περιοχές της Ευρώπης και μπορούν να δώσουν απαντήσεις και εδώ.
Το τότε και το τώρα
Στην περιοχή βέβαια πολλά έχουν αλλάξει. Από το 1971 ως το 2021 ο πληθυσμός έχει μειωθεί κατά 84,5%, οι νέοι αισθάνονται απογοητευμένοι, ο αγροτικός κόσμος νιώθει ότι δεν έχει τη στήριξη που θα περίμενε από την πολιτεία και όσοι προσπαθούν να αλλάξουν κάτι, θέτουν ως προτεραιότητες τη δημιουργία υποδομών, την προσέλκυση νέων ανθρώπων με την προσφορά κινήτρων, τη διατήρηση του πολιτισμού και την προβολή της ιστορίας του τόπου, την προώθηση του ήπιου τουρισμού. Η αλλαγή προς το καλύτερο έρχεται πολύ αργά…
Και αν κάποτε τα χωριά έσφυζαν από ζωή με δεκάδες παιδιά στους δρόμους και τις αυλές, πανηγύρια, έθιμα, αγροτικές συνήθειες, καφενεία και φωνές, υπάρχει κάτι ακόμη και σήμερα που θυμίζει εκείνες τις εποχές. Στις αρχές Ιουλίου έγινε το 4ο Διεθνές Φολκορικό Φεστιβάλ Βοΐου, ενώ πριν από λίγες μέρες έπεσε η αυλαία του Fiesta Voio 2026, ενός φεστιβάλ μουσικής στις όχθες του Αλιάκμονα και την Κυριακή 2 Αυγούστου θα πραγματοποιηθεί στην Κορυφή η εκδήλωση «Πέτρα και νερό – Τέχνη – από την πέτρα στον Καμβά», με έκθεση ζωγραφικής του Κώστα Ντιό και ρεμπέτικη βραδιά με τον Αποστόλη Αποστολόπουλο και τους συνεργάτες του.
Τον Μάιο, άλλωστε, αρχίζουν να επιστρέφουν οι απόδημοι για το καλοκαίρι. Μαζεύονται δεκάδες άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας, αλλά και όλης της γης, συναντούν γνωστούς, συγγενείς αλλά και αγνώστους που άρχισαν να ερωτεύονται την περιοχή. Όλοι τους περιμένουν τη μεγάλη γιορτή, τον τοπικό παραδοσιακό χορό, μια εβδομάδα πριν από τον Δεκαπενταύγουστο. Εκεί, γύρω από τα όργανα και τις μουσικές, ξεχνούν όλα τα άλλα και γίνονται πάλι μια παρέα.
ΑΠΕ-ΜΠΕ – Π. Γιούλτση/ photo: pixabay









