Η μελέτη, με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Science Advances» και σύμφωνα με τους ερευνητές αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη εκτίμηση των ειδών φυτών, ζώων και μυκήτων που διακινούνται σε παγκόσμιο επίπεδο.
Προηγούμενες εκτιμήσεις υπολόγιζαν ότι περίπου 50.000 είδη διακινούνται στο παγκόσμιο εμπόριο. Ωστόσο, η νέα ανάλυση, η οποία συνδύασε δεδομένα από διαφορετικούς τομείς και προγράμματα παρακολούθησης του εμπορίου άγριας ζωής, κατέδειξε ότι ο αριθμός είναι τουλάχιστον διπλάσιος: Συνολικά 107.356 είδη χρησιμοποιούνται και διακινούνται σε όλον τον κόσμο.
Η επικεφαλής της έρευνας, καθηγήτρια στη Σχολή Βιοεπιστημών του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης Άλις Χιουζ, σημειώνει ότι παρότι το εμπόριο άγριας ζωής αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες απώλειας της βιοποικιλότητας, οι πληροφορίες σχετικά με την έκταση και τη βιωσιμότητά του παραμένουν ελλιπείς και κατακερματισμένες.
Η ίδια εξηγεί ότι «όταν σκεφτόμαστε το εμπόριο άγριας ζωής, συνήθως μας έρχονται στο μυαλό το παράνομο εμπόριο ελεφάντων, τίγρεων και παγκολίνων. Όμως, το φαινόμενο είναι πολύ ευρύτερο. Το εμπόριο άγριας ζωής περιλαμβάνει τα πάντα: Από ξυλεία, θαλασσινά και φαρμακευτικά φυτά μέχρι κατοικίδια ζώα, κομμένα άνθη, διακοσμητικά ψάρια και μύκητες. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του εμπορίου είναι νόμιμο».
Τα αποτελέσματα της μελέτης αποκαλύπτουν σημαντικά κενά στο παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης του εμπορίου άγριας ζωής και υπογραμμίζουν την ανάγκη για μία ριζική αλλαγή στον τρόπο καταγραφής και αναφοράς αυτού του εμπορίου. Η κ. Χιουζ προσθέτει ότι «για τα περισσότερα από αυτά τα είδη διαθέτουμε ελάχιστα ή καθόλου δεδομένα. Δεν γνωρίζουμε ούτε τις ποσότητες ούτε την προέλευσή τους, πόσο μάλλον την κατάσταση των πληθυσμών τους, ώστε να αξιολογήσουμε αν το εμπόριο απειλεί την επιβίωσή τους».
Όπως διαπιστώνεται, οι ΗΠΑ είναι η μόνη χώρα που καταγράφει συστηματικά και δημοσιοποιεί δεδομένα εμπορίου για ένα ευρύ φάσμα ειδών. Στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου κόσμου, αντίστοιχα δεδομένα δεν υπάρχουν.
Για ορισμένες ομάδες οργανισμών, το 75% των ειδών που αποτελούν αντικείμενο εμπορίου περιλαμβάνεται στις βάσεις δεδομένων των ΗΠΑ. Ωστόσο, σε περιοχές όπως η Ευρώπη, το εμπόριο μπορεί να είναι αντίστοιχης ή ακόμη και μεγαλύτερης έκτασης. Οι ερευνητές τονίζουν ότι σε πολλές περιπτώσεις τα δεδομένα δεν είναι διαθέσιμα στο κοινό και ενδέχεται να μην ακολουθούν επαρκή πρότυπα καταγραφής, ώστε να αποτυπώνουν τις πραγματικές διαστάσεις του εμπορίου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι είναι απαραίτητη η βελτίωση του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης, προκειμένου να καλυφθούν τα επίμονα κενά γνώσης. Επίσης, είναι αναγκαίο να τυποποιηθεί ο τρόπος συγκέντρωσης των δεδομένων για το εμπόριο.
ΑΠΕ-ΜΠΕ – Μ.Κουζινοπούλου / photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ- EPA-EPA









