Κατά πλειοψηφία ψηφίσθηκε το σχέδιο νόμου του υπουργείου Υγείας για την «Κύρωση της υπ’ αριθμόν 1 Τροποποίησης της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), ο οποίος ενεργεί μέσω του Περιφερειακού Γραφείου του για την Ευρώπη, σχετικά με την ίδρυση Υπο-γραφείου για την ποιότητα της φροντίδας και την ασφάλεια των ασθενών στο Γραφείο Χώρας του ΠΟΥ στην Αθήνα» από την Ολομέλεια.
«Υπέρ» του νομοσχεδίου ψήφισαν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ και ΣΥΡΙΖΑ. Καταψήφισαν ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και «Νίκη», ενώ με το «παρών» τοποθετήθηκε η Πλεύση Ελευθερίας.
Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη απαντώντας στις επικρίσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης τόνισε ότι «οι Έλληνες ιατροί θέλουν τον ΠΟΥ και γι’ αυτό έχουν αναπτυχθεί τρία συνεργαζόμενα πανεπιστημιακά Κέντρα Υγείας σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κρήτη με τον ΠΟΥ» και πρόσθεσε «δεν μπορεί να κάνετε το άσπρο μαύρο για να εξυπηρετηθεί ένας μύθος ότι δήθεν ο ΠΟΥ έρχεται εδώ και παίρνει χρήματα από το ΕΣΥ!».
Η κ. Αγαπηδάκη, στο επιχείρημα ότι τα 6 εκατ. ευρώ που θα διατεθούν για το υπό-γραφείο θα μπορούσαν να δοθούν στου ιατρούς του ΕΣΥ αντέτεινε ότι «η κυβέρνηση της ΝΔ αύξησε την δημόσια δαπάνη για την Υγεία από τα 4 δισ. ευρώ στα 8,6 δισ. ευρώ ή απλά θέλετε να παραπλανήσετε σκοπίμως τη εθνική Αντιπροσωπεία και τους πολίτες;».
Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας χαρακτήρισε απαράδεκτο να λέγεται ότι «μια δημοκρατική εκλεγμένη κυβέρνηση επιλέγει να απαξιώνει το Εθνικό Σύστημα Υγείας» και σημείωσε «άλλο είναι η άποψη και άλλο είναι τα στοιχεία τα οποία σας διαψεύδουν κατηγορηματικά και φαίνεται από τον διπλασιασμό της δαπάνης αλλά και την αύξηση του προσωπικού».
Η κ. Αγαπηδάκη επίσης απέρριψε την κριτική σχετικά με τις ιδιωτικές δωρεές προς το ΕΣΥ και αναρωτήθηκε «εάν εσείς ήσασταν κυβέρνηση, θα τις απορρίπτατε; Θα λέγατε σε ένα ιδιώτη που θα ερχόταν να δώσει τα χρήματά του για την ενίσχυση μια κλινικής ότι τα θέλετε γιατί αυτά είναι κακά χρήματα; Αυτό υποστηρίζετε; Αυτά είναι πρωτάκουστα». Οι διαγωνισμοί του ΑΣΕΠ, διευκρίνισε η αναπληρώτρια υπουργός «δεν είναι άγονοι, θέσεις άγονες έχουμε, αλλά όχι άγονους διαγωνισμούς, αυτά είναι διαφορετικά θέματα».
Σχετικά με την ρόλο του ΠΟΥ στην Ελλάδα είπε η κ. Αγαπηδάκη ότι «αυτή η παρουσία δεν μπορεί αμφισβητηθεί». Επισήμανε ότι υπάρχει απολογισμός για το Υπογραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα, υπήρξαν 120 αποστολές σε κράτη-μέλη 24 χωρών του ΠΟΥ.
Οι θέσεις των κομμάτων
Ο εισηγητής της ΝΔ Αριστοτέλης Σπάνιας ζήτησε την υπερψήφιση του νομοσχεδίου, τονίζοντας ότι αυτό συνδυάζει την θεσμική ενίσχυση, την δημοσιονομική διαφάνεια, τη διεθνή συνεργασία και στρατηγικό προσανατολισμό. Αποτελεί μια συνειδητή πολιτική επιλογή, που επενδύει στην ποιότητα της φροντίδας, στην ασφάλεια των ασθενών και στη συνεχή βελτίωση των υπηρεσιών Υγείας. Η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτή την προσπάθεια, είπε ο εισηγητής της πλειοψηφίας, επιτρέπει την μεταφορά τεχνογνωσίας, την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τη διαρκή αναβάθμιση των πολιτικών υγείας που εφαρμόζονται στη χώρα μας. Η Συμφωνία αυτή, σημείωσε ότι έχει σαφή στρατηγική διάσταση λόγω του ότι ενισχύει τη διεθνή παρουσία της Ελλάδας, αναβαθμίζει το ρόλο της στον ευρωπαϊκό χώρο υγείας, δημιουργεί προϋποθέσεις για τη βελτίωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτικών που βασίζονται, στην γνώση, στην εμπειρία και στην επιστημονική τεκμηρίωση.
Ο βουλευτής της ΝΔ είπε ότι η συμφωνία αυτή είναι φυσική συνέχεια και ενίσχυση της σημαντικής πρωτοβουλίας που ξεκίνησε το 2022, κυρώθηκε με το ν. 4945/2022 και σήμερα επικαιροποιείται και προσαρμόζεται στις σύγχρονες ανάγκες, αποκτώντας νέο στρατηγικό ορίζοντα ως το τέλος του 2030. Πρόκειται, είπε για μια Συμφωνία με ουσιαστικό περιεχόμενο, συγκεκριμένο σχεδιασμό και μετρήσιμο αποτύπωμα. Ο σκοπός του νομοσχεδίου, ανέφερε, βρίσκεται στο το νέο πλαίσιο λειτουργίας του Γραφείου Ασθενών για την επόμενη πενταετία και αυτό που καταδεικνύεται είναι πως η πολιτική Υγείας δεν εξαντλείται στη διασφάλιση της πρόσβασης, αλλά στο ότι οι υπηρεσίες υγείας αυτές πρέπει να είναι ασφαλείς, αποτελεσματικές, ποιοτικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες.
Επισήμανε ότι το Γραφείο του ΠΟΥ λειτουργεί ως κόμβος τεχνογνωσίας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πολιτικών και υποστηρίζοντας ουσιαστικά τα Εθνικά Συστήματα Υγείας. Ακόμη, η παρουσία αυτής της δομής στην Αθήνα, αποτελεί αναγνώριση της δυνατότητας της χώρας μας, να συμβάλλει ενεργά στον ευρωπαϊκό χώρο Υγείας.
Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ Πέτρος Παππάς υποστήριξε την Κύρωση της Συμφωνίας λέγοντας πως «το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει θετικά την όποια πρωτοβουλία στηρίζει τη διεθνή συνεργασία στον τομέα της δημόσιας υγείας, και η εμπειρία της πανδημίας ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο ότι οι σύγχρονες υγειονομικές προκλήσεις απαιτούν συνεργασία, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και κοινές πολιτικές. Υπό αυτή την σκοπιά η λειτουργία του Υπο-Γραφείου στην Αθήνα αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την χώρα, αναβαθμίζει το διεθνή της ρόλο, ενισχύει την συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και μπορεί να λειτουργήσει ως δίαυλος μεταφοράς επιστημονικής γνώσης στον ΕΣΥ.
Η Βουλή όμως πρόσθεσε «οφείλει να εξετάσει με προσοχή τους όρους λειτουργίας αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά της. Καθώς αφορά την διαχείριση των δημοσίων πόρων, τη λογοδοσία και την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η οικονομική συμμετοχή της χώρας μας θα αποδώσει συγκριμένο και μετρήσιμο όφελος για το ΕΣΥ». Η κυβέρνηση, είπε, οφείλει να παρουσιάσει έναν δημόσιο απολογισμό για την προηγούμενη λειτουργία του Γραφείου στην Αθήνα από το 2021 έως το 2025. Η ανανέωσης της Συμφωνίας «πιστεύουμε, ότι θα μπορούσε να συνοδεύεται από μια σαφέστατη περιγραφή των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων» αλλά και της αξιολόγησης της δαπάνης που θα καταβάλλει η χώρα μας. Αναρωτήθηκε μεταξύ άλλων γιατί προβλέπεται ασυλία για τα στελέχη του Υπο-Γραφείου.
Ο αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος ανέφερε ότι «εμείς είμαστε υπέρ της λειτουργίας του Υπο-Γραφείου στην Αθήνα», θυμίζοντας ότι «η λειτουργία του ξεκίνησε το 2018 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα σε χαλεπούς καιρούς για την ελληνική κοινωνία». Ο ΠΟΥ αναγνώρισε ο βουλευτής «μαζί με την Κομισιόν παρείχε σημαντική βοήθεια στην μεταρρύθμιση για την Υγεία και ειδικά στην πρωτοβάθμια Υγεία όπως η ΤΟΜΥ και ο οικογενειακός ιατρός». Ο κ. Παναγιωτόπουλος άσκησε κριτική στην κυβέρνηση για τον τρόπο που υπηρετεί τις Οδηγίες του ΠΟΥ σημειώνοντας ότι οι Οδηγίες του δεν μπορεί να εφαρμόζονται α λα καρτ. Η Σύμβαση αυτή είπε «προωθεί την ιατρική διπλωματία» και διευκρίνισε ότι «εμείς δεν θέτουμε το θέμα του κόστους της αλλά το θέμα που θέσαμε είναι το πώς στοιχειοθετείται η αύξηση αυτής της δαπάνης κατά 12% και αυτό δεν προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου».
Ο κ. Παναγιωτόπουλος, παράλληλα, προσχώρησε σε μια σύγκριση δεικτών της κατάστασης της Υγείας της χώρας σε σχέση με τους παγκόσμιους δείκτες που δείχνουν το έλλειμμα της πολιτικής υγείας της κυβέρνησης.
Ο αγορητής του ΚΚΕ Γιώργος Λαμπρούλης ανέφερε «πως θα καταψηφίσουμε την Σύμβαση, όχι γιατί είμαστε αντίθετοι σε διεθνείς συνεργασίες για θέματα υγείας ή στο να υπάρχει Γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα αλλά το ζήτημα για εμάς είναι ποιος θα είναι ο προσανατολισμός αυτού του Γραφείου και με ποιο καθεστώς θα λειτουργεί στη χώρα μας». Ο βουλευτής του ΚΚΕ είπε ότι «ο προσανατολισμός του ΠΟΥ είναι ξεκάθαρος, συνδέεται με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Εργασίας και με τους στόχους της βιώσιμης Ανάπτυξης, άρα δεν είναι ένας ουδέτερος οργανισμός, αλλά ένας οργανισμός καπιταλιστικών κρατών που αντιμετωπίζουν την υγεία σύμφωνα με τα κριτήρια της καπιταλιστικής Ανάπτυξης».
Ο ΠΟΥ, είπε ο κ. Λαμπρούλης, χρησιμοποιείται ως «ένα επιστημονικό εργαλείο στήριξης αντιλαϊκών πολιτικών στην υγεία, με τις κατευθύνσεις και οδηγίες του να εμπεριέχουν όλα τα στοιχεία των αντιφάσεων και αντιθέσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών» και «με την υγεία να θεωρείται μόνο ως κόστος και όχι [με στόχο] την προστασία των ασθενών και την πραγματική προστασία των εργαζομένων». Ο βουλευτής του ΚΚΕ σημείωσε ότι όλες οι Οδηγίες του οργανισμού έχουν ως στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μονοπωλίων και όχι τις πραγματικές ανάγκες που έχουν οι λαοί».
Ο αγορητής της Πλεύσης Ελευθερίας Σπύρος Μπιμπίλας ανέφερε ότι «ασφαλώς δεν είμαστε απέναντι στη διεθνή συνεργασία, στην επιστημονική και στον ΠΟΥ, αναγνωρίζουμε την σοβαρότητα του Οργανισμού και ότι αποτελεί ένα παγκόσμιο εργαλείο συνεργασίας και τεχνογνωσίας» αλλά εδώ πρόσθεσε «είμαστε για να ασκούμε κριτικές». Το θέμα, είπε ο βουλευτής της Πλεύσης Ελευθερίας, είναι το πώς προωθείται η συνεργασία αυτή σε μια περίοδο αυξημένων απειλών, κρίσεων και αυξημένων ανισοτήτων. Η συνεργασία στα θέματα υγείας είναι περισσότερη αναγκαία από ποτέ αλλά θα πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα το ΕΣΥ και τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτό. Το ύψος της δαπάνης για τη χώρα μας για το Υπο-Γραφείο της Αθήνας του ΠΟΥ είπε «μπορεί να μην είναι υψηλή αλλά ίσως είναι μια πολυτέλεια που δεν είναι ενδεδειγμένη στην παρούσα κατάσταση που βιώνουμε» και ρώτησε «ποιος είναι ο απολογισμός των προηγούμενων χρόνων του Υπο-Γραφείου» και αυτό διευκρίνισε «δεν αποτελεί κριτική στον ΠΟΥ αλλά λογοδοσία».
Με πληροφορίες από ΑΠΕΜΠΕ – ΑΠΕΜΠΕ-EPA-KEYSTONE photo









