Πιστεύεται ότι οι πρώτες κατσίκες μεταφέρθηκαν στο Abrolhos από θαλασσοπόρους κατά την αποικιοκρατική περίοδο και χρησίμευαν ως πηγή τροφής σε μακρινά ταξίδια. Με τον χρόνο έγιναν άγριες, προσαρμόστηκαν και άρχισαν να επιβιώνουν σε ένα από τα πιο αφιλόξενα περιβάλλοντα που μπορεί να φανταστεί κανείς, αφού δεν υπάρχει ποτάμι, ούτε πηγή, ούτε σημειώνονται ιδιαίτερες βροχοπτώσεις.
Οι κατσίκες όμως όχι απλά επιβίωσαν αλλά και πολλαπλασιάστηκαν. Μάλιστα, τα περισσότερα μικρά που γεννιούνταν ήταν δίδυμα, κάτι που δείχνει ότι τα ζώα ήταν υγιή και καλοταϊσμένα, σύμφωνα με τους ερευνητές. Πρόσφατα, το Chico Mendes Institute for Biodiversity Conservation (ICMBio) απομάκρυνε τις τελευταίες 27 κατσίκες από το νησί, με στόχο την προστασία των τοπικών οικοσυστημάτων. Η παρουσία τους είχε προκαλέσει ζημιές σε ενδημικά φυτικά είδη και απειλούσε τις περιοχές που έκαναν φωλιά τουλάχιστον επτά ειδών θαλασσοπουλιών.
Ωστόσο οι ερευνητές επέλεξαν να τις διατηρήσουν για επιστημονική μελέτη, διαπιστώνοντας ότι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν ότι όλα τα χρόνια παρατήρησης, κανείς δεν είδε ποτέ τις κατσίκες να πίνουν νερό και ακόμη προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Μερικές θεωρίες λένε ότι ίσως είχαν προσαρμοστεί να πίνουν θαλασσινό νερό, όμως αυτό είναι κάτι που τα περισσότερα θηλαστικά δεν μπορούν να κάνουν χωρίς να πάθουν αφυδάτωση.
Άλλοι πιστεύουν ότι η επιβίωσή τους βασίστηκε σε ένα φυτό με το όνομα beldroega (ένα είδος παχύφυτου που είναι πλούσιο σε υγρασία), το οποίο υπάρχει στο νησί. Όπως και να έχει, ο οργανισμός τους φαίνεται πως βρήκε τρόπο να προσαρμοστεί και ερευνητές θεωρούν ότι οι κατσίκες αυτές μπορεί να δώσουν πληροφορίες για το πώς τα ζώα προσαρμόζονται σε ακραίες ξηρασίες και να κατανοήσουν τι ακριβώς έκανε τις κατσίκες τόσο ανθεκτικές.
Το γεγονός αυτό να οδηγήσει κάποτε ακόμη και στην ανάπτυξη πιο ανθεκτικών φυλών ζώων σε περιοχές που μαστίζονται από ξηρασία.
photo: intime









