«Δεν έχω κάποια επίσημη ενημέρωση αν επίκειται κάποιο ταξίδι του Προέδρου Τραμπ στην πατρίδα μας, κ. Παπαχελά. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία συζητιούνται πάντα, αλλά δεν έχω να σας πω κάτι περισσότερο επ’ αυτού. Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω είναι ότι σε αυτόν τον κόσμο, γεμάτο αβεβαιότητες, είναι απολύτως κατανοητό και η ελληνική κοινωνία να ανησυχεί για το πού πηγαίνουμε συνολικά ως χώρα, πού πηγαίνει η Ευρώπη, πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη στην τηλεόραση του ΣΚΑΙ , σε ερώτηση αν επίκειται ταξίδι του προέδρου των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Σχετικά με όσους εκφράζουν ανησυχία περί αμερικανικής μεσολάβησης με δεδομένη τη συχνή επικοινωνία του Αμερικανού Προέδρου με τον Τούρκο Πρόεδρο, ο πρωθυπουργός τόνισε πως δεν συμμερίζεται καθόλου αυτές τις ανησυχίες. Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε πως η Ελλάδα έχει μια στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και πως γνωρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ από την εποχή της πρώτης θητείας του.
«Οι στρατηγικές σχέσεις Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο καλύτερο σημείο που ήταν ποτέ. Και πρέπει κάποιος να αντιληφθεί ότι όταν μιλάμε για στρατηγικές σχέσεις της Ελλάδος με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναφερόμαστε μόνο στις σχέσεις που έχουμε με τον Πρόεδρο Τραμπ και το Γραφείο του, αναφερόμαστε και σε διαχρονικές και σταθερές σχέσεις που έχουμε με το Κογκρέσο και με τους υπόλοιπους πόλους εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες», συνέχισε ο πρωθυπουργός ο οποίος υπογράμμισε πως οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι αυτοτελείς.
«Θα έχω την ευκαιρία να βρεθώ στην ‘Αγκυρα τις επόμενες εβδομάδες και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ -και νομίζω ότι αυτή την άποψη συμμερίζεται και η Τουρκία- ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες», υπογράμμισε.
Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι η συνάντηση με τον κ. Ερντογάν θα γίνει πριν τις 15 Φεβρουαρίου ενώ για το ενδεχόμενο να γίνει συζήτηση για μία λύση στο Αιγαίο ανέφερε τα εξής: «Από τότε που υπογράψαμε πριν από δύο και πλέον χρόνια τη Διακήρυξη των Αθηνών, θεωρώ ότι έχουμε κάποια σημαντικά κεκτημένα τα οποία δεν πρέπει να τα αμελούμε. Υπάρχει μια πολύ σημαντική μείωση της έντασης, ειδικά στον αέρα, σε επίπεδο παραβιάσεων και παραβάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου, έχουμε δει έναν σημαντικότατο περιορισμό. Έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία με την Τουρκία στα ζητήματα του μεταναστευτικού. Έχουμε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους επισκέπτες οι οποίοι εκμεταλλεύονται το καθεστώς της γρήγορης βίζας για να στηρίζουν τον τουρισμό μας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και έχουμε οικοδομήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας έτσι ώστε να μπορούμε, εάν ο μη γένοιτο προέκυπτε οποιαδήποτε ένταση, να την εκτονώσουμε σχετικά γρήγορα. Από την άλλη, δεν τρέφω αυταπάτες. Το μείζον ζήτημα, η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία και μόνο: αυτή είναι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όσο η Τουρκία προσθέτει σε αυτό το «μενού» και άλλα θέματα καταλαβαίνετε ότι το να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτή την κατεύθυνση είναι κάτι το οποίο σε αυτή τη συγκυρία το θεωρώ δύσκολο. Παρά ταύτα, εγώ κρατώ τη δήλωση του κ. Φιντάν ως μια θετική αναγνώριση ότι η Τουρκία ενδεχομένως μπορεί και να εξετάζει κάποια από τα πάγια θέματά της να μην τα αναδεικνύει με την ίδια ένταση που το έκανε στο παρελθόν. Βέβαια, μετά την δήλωση Φιντάν είχαμε τις πάγιες θέσεις του τουρκικού Υπουργείου ‘Αμυνας. Αυτά δεν είναι πράγματα τα οποία με εκπλήσσουν. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι μπορώ να συνομιλώ απευθείας με τον Πρόεδρο Ερντογάν πιστεύω ότι μόνο καλό είναι, διότι προφανώς δεν συζητούμε μόνο τα ελληνοτουρκικά. Η Ελλάδα θα είχε κάθε διάθεση να αναπτύξει και περισσότερες πρωτοβουλίες στην ευρύτερη περιοχή. Θα μπορούσαμε να δούμε το ζήτημα μιας ευρύτερης περιφερειακής διάσκεψης που να εμπλέκει και την Τουρκία. Είμαστε γείτονες, «καταδικασμένοι» από τη γεωγραφία να συνυπάρχουμε και πρέπει σταθερά να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας».
Ερωτηθείς για τα «αγκάθια» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις «γκρίζες ζώνες» και το θέμα της αποστρατικοποίησης, ο πρωθυπουργός τόνισε πως είναι θέματα τα οποία δεν υφίστανται και πως γι’ αυτό εμείς δεν πρόκειται ποτέ να μπούμε σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση, κάτι που θα πρέπει η Τουρκία να το καταλάβει.
«Η Τουρκία πρέπει επίσης να αντιληφθεί ότι μία επίλυση της μεγάλης μας διαφοράς μαζί της θα είχε και άλλα παράπλευρα οφέλη ως προς τη δυνατότητα της Τουρκίας να προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη συμμετοχή της -γιατί όχι;- σε κάποια μελλοντικά προγράμματα, τα οποία θα χρηματοδοτούν την αμυντική της βιομηχανία με ευρωπαϊκούς πόρους. Αλλά εμείς ήμασταν απολύτως σαφείς: όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Και παρά την αμφισβήτηση κάποιων ότι αυτή η στάση μας είχε ουσιαστική αξία, απεδείχθη εκ του αποτελέσματος ότι μπορέσαμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο μας», συμπλήρωσε.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι ο στόχος μας δεν αποκλείει στο διηνεκές την Τουρκία από μια πιο ισχυρή συνεργασία με την Ευρώπη.
«Στόχος μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το διαπραγματευτικό μας χαρτί για να πείσουμε την Τουρκία ότι αυτές οι διεκδικήσεις είναι παντελώς άστοχες, αχρείαστες. Και, εν πάση περιπτώσει, τριάντα και πλέον χρόνια πια μετά την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του 1995, όταν μιλάμε για καλές σχέσεις μεταξύ γειτόνων τι νόημα μπορεί να έχει το casus belli; Έχουμε αρκετά προβλήματα στην περιοχή μας και στον κόσμο γενικότερα ώστε να προσθέτουμε και άλλα», διαμήνυσε.
Σχετικά με την πρόσφατη NAVTEX της Τουρκίας που λέει ότι στο Αιγαίο δεν θα επιτρέψει κανενός είδους έρευνα χωρίς κάποιο συντονισμό, ο πρωθυπουργός απάντησε πως έχουμε την πάγιά μας θέση γι’ αυτές τις NAVTEX και για τον παράνομο νομικά χαρακτήρα τους.
«Και σίγουρα η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν αν, παραδείγματος χάρη, θέλει να κάνει μία ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ ελληνικών νησιών στο Αιγαίο. Νομίζω ότι επαναλαμβάνονται από τις τουρκικές γραφειοκρατίες, μερικές φορές θα έλεγα και λίγο αυτιστικά, πάγιες θέσεις. Αλλά σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι αν ο Πρόεδρος Ερντογάν πραγματικά θέλει να αφήσει αυτό το κεφάλαιο στο παρελθόν και να μπορέσουμε να εστιάσουμε στο μέλλον, αν υπάρχει αυτή η επιθυμία, τότε εγώ θα ήμουν προφανώς διατεθειμένος να μπω ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση. Αν με ρωτάτε πόσο πιθανό είναι, δεν το θεωρώ πολύ πιθανό στην παρούσα συγκυρία», τόνισε.
Σε επόμενη ερώτηση ειδικά για την περίπτωση της Κάσου και αν η Τουρκία εφάρμοσε αυτό το δόγμα και γι’ αυτό σταμάτησε η έρευνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε «όχι, σε καμία περίπτωση» και διευκρίνισε ότι «δεν υπήρξε καμία εκκρεμότητα στην Κάσο, ούτε δημιουργήθηκε και κάποιο τετελεσμένο στην Κάσο», σημειώνοντας πως αυτό είναι κάτι που το Υπουργείο Εξωτερικών έχει εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια.
Για το ενδεχόμενο επέκτασης των χωρικών υδάτων στην Κρήτη ή στα ηπειρωτικά, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι η Ελλάδα επί αυτής της κυβέρνησης έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο.
«Μεγάλωσε η Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια και το δικαίωμα επέκτασης ως τα 12 μίλια, όπως κατοχυρώνεται από το Διεθνές Δίκαιο, είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας, το οποίο θα ασκηθεί όταν κρίνουμε ότι είναι οι πιο κατάλληλες συνθήκες. Βέβαια οφείλω να επισημάνω ότι εδώ και δεκαετίες η Ελλάδα δεν είχε ασκήσει καθόλου αυτό το δικαίωμα. Για πρώτη φορά το κάναμε εμείς στο Ιόνιο. Δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο δημόσια για το ζήτημα αυτό, παρά μόνο να επαναλάβω ότι είναι ένα μονομερές δικαίωμα της πατρίδας μας, το οποίο σίγουρα δεν απαιτεί την έγκριση κανενός άλλου προκειμένου να ασκηθεί. Από την άλλη, πρέπει να έχουμε μια αίσθηση ότι όταν μιλάμε για το Αιγαίο και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα δεν είναι ζήτημα που αφορά προφανώς μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο για το ζήτημα αυτό», συμπλήρωσε.
Σε ερώτηση αν υπάρχει στο μυαλό του μια λύση για την Τουρκία, η οποία είναι εθνικά αποδεκτή και ταυτόχρονα πολιτικά διαχειρίσιμη, ο πρωθυπουργός ανέφερε πως ναι, υπάρχει λύση η οποία μπορεί να συμφωνηθεί με την Τουρκία.
«Καταρχάς, μπορεί η λύση από μόνη της να είναι η παραπομπή της διαφοράς μας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Αλλά, προφανώς, καταλαβαίνετε ότι όσο υπάρχει στο τραπέζι η «θεωρία των γκρίζων ζωνών», όσο, δηλαδή, έστω και εμμέσως αμφισβητείται κυριαρχία, όχι κυριαρχικά δικαιώματα ελληνικών νησιών στο Αιγαίο και όσο επικρέμεται, από πάνω μας, μια απειλή πολέμου, είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Εγώ θα κρατήσω ότι η δήλωση του κ. Φιντάν ήταν ένα δειλό βήμα, θα έλεγα, στη σωστή κατεύθυνση. Αλλά περισσότερα θα μπορώ να σας πω μετά τη συνάντηση που θα έχω με τον κ. Ερντογάν», πρόσθεσε.
Σε άλλη ερώτηση αν υπήρχαν ευκαιρίες που χάσαμε για μια συμφωνία με την Τουρκία, ο κ. Μητσοτάκης είπε πως ενδεχομένως στο παρελθόν να υπήρχαν οι ευκαιρίες, σε εποχές μικρότερης έντασης, να μπορούμε να επιλύσουμε αυτή την μεγάλη διαφορά.
«Αλλά το ζητούμενο εδώ δεν είναι τι έγινε στο παρελθόν, είναι τι γίνεται τώρα. Και η δική μου υποχρέωση, ως Πρωθυπουργός της χώρας, είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα να ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση της πατρίδας μας, να κρατάω τη χώρα μας ασφαλή. Εμείς δεν επενδύσαμε ποτέ στη στασιμότητα ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Έγιναν πολύ σημαντικές κινήσεις τον τελευταίο χρόνο, και με τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και με τον εθνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και με την ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός σημαντικού γεωστρατηγικού «παίκτη» στον τομέα της ενέργειας. ‘Αρα, η Ελλάδα κινείται, η Ελλάδα εξοπλίζεται, όχι γιατί οι εξοπλισμοί μας πρέπει να είναι σε μόνιμη αντιδιαστολή με αυτά τα οποία κάνει η Τουρκία, αλλά γιατί έχουμε μια υποχρέωση να θωρακίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας, γιατί ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής. ‘Αρα, εμείς δεν περιμένουμε να δούμε ένα παράθυρο ευκαιρίας με την Τουρκία χωρίς να επενδύουμε στη δική μας ισχύ. Ξέρετε, η Ελλάδα είναι χώρα προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο. ‘Αρα, εμείς θα υπερασπιζόμαστε την ισχύ των αξιών μας, αλλά έχει έρθει η ώρα να επενδύσουμε και στην αξία της ισχύος μας. Και τα δύο πρέπει να συμβαίνουν ταυτόχρονα και αυτή την πολιτική υπηρετεί η χώρα μας», πρόσθεσε.
Συνταγματική Αναθεώρηση
Για το ζήτημα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι αυτή η Βουλή είναι η προτείνουσα και η επόμενη θα διατυπώσει τελικά το άρθρο 103 του Συντάγματος, «το οποίο σήμερα κατοχυρώνει τη μονιμότητα με έναν τέτοιο τρόπο που να απαντιέται αυτός ο εύλογος προβληματισμός».
«Όλες αυτές είναι προβλέψεις οι οποίες έρχονται από τον 20ό αιώνα. Έχει έρθει η ώρα, με θάρρος και με διάθεση συναίνεσης, να καθίσουμε να συζητήσουμε τα θέματα αυτά. Εγώ βλέπω σε αυτή τη συζήτηση μία ευκαιρία να φύγουμε από αυτό το πεδίο της σκληρής κομματικής περιχαράκωσης, όπου κανείς δεν συζητάει με κανέναν, όλοι θέλουν να κάνουν μόνοι τους, όλοι ξέρουν τι δεν θέλουν -μόνο εμείς ξέρουμε ως παράταξη τι θέλουμε να κάνουμε- να τοποθετηθούν όλοι επί της ουσίας των διατάξεων. Και επειδή έχω συμμετάσχει ως νέος βουλευτής στην Επιτροπή του 2005- 2006, θέλω να πιστεύω ότι τα κόμματα τουλάχιστον αυτή την Επιτροπή, γιατί είναι μια κοινοβουλευτική διαδικασία αυτή, δεν είναι κυβερνητική, θα την αντιμετωπίσουν με τη δέουσα σοβαρότητα», σημείωσε.
Για το άρθρο 86, ο κ. Μητσοτάκης υπενθυμίζει ότι η προθεσμία παραγραφής έχει αλλάξει από αυτή την κυβέρνηση και πρόσθεσε: «Το βασικό πρόβλημα είναι η ίδια η λειτουργία της προανακριτικής επιτροπής. Δεν μπορεί να έχουμε την απαίτηση από τη Βουλή να κάνει τη δουλειά που θα έκανε ένας εισαγγελέας, και ειδικά όταν σε αυτό μπαίνουν και κομματικές παράμετροι, αναπόφευκτες στο πολιτικό «παίγνιο». Χωρίς να θέλω να μιλήσω με λεπτομέρεια για το ζήτημα αυτό, η άποψή μου είναι σαφής, ότι η δίωξη δεν μπορεί να ασκείται από τη Βουλή, από μία προανακριτική επιτροπή, πρέπει να ασκείται από εισαγγελείς. Πρέπει να υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας, μπορεί να υπάρχει ένας ρόλος για τη Βουλή, αλλά δεν μπορεί η Βουλή να κάνει προανάκριση και τελικά να είναι αυτή η οποία τεκμηριώνει την άσκηση δίωξης».
Αναφερόμενος στην προσπάθεια συναίνεσης ο κ. Μητσοτάκης είπε αρχικά ότι η πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας για μία σειρά από επαφές είναι απολύτως σωστή, ότι τον είχε προφανώς ενημερώσει προφανώς και ότι δεν χρειάζεται την άδειά του για μια τέτοια πρωτοβουλία. «Εγώ δεν επεδίωξα ποτέ να μην έχω και προσωπικές και ενίοτε και διακριτικές, όπως θα έπρεπε να είναι, επαφές με προκατόχους μου. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι το οποίο πάντα, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να είναι χρήσιμο. Εγώ δεν είμαι ποτέ αυτός ο οποίος από τη φύση μου θα πω πράγματα από τα οποία θα είναι πολύ δύσκολο κάποιος να επιστρέψει», πρόσθεσε.
Εκλογικός Νόμος
Ο πρωθυπουργός δήλωσε επίσης ότι δεν θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος και πως «εμείς πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, θεωρούμε ότι υπηρετούν αυτή τη στιγμή το συμφέρον του τόπου, ειδικά σε μια περίοδο μεγάλης αστάθειας».
Και συμπλήρωσε: «Για σκεφτείτε να είχαμε μία κυβέρνηση συνεργασίας όταν είχαμε την εισβολή στον Έβρο ή αντιμετωπίσαμε άλλες μεγάλες κρίσεις. ‘Αρα, πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να προκύψουν με αυτόν τον εκλογικό νόμο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: το πρώτο κόμμα να είναι πάνω από ένα ορισμένο ποσοστό. Γνωστές οι προϋποθέσεις και οι αριθμητικοί στόχοι για να μπορούμε να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα. Αυτή θα είναι η ατζέντα με την οποία θα οδηγήσω -και θέλω να οδηγήσω- τη Νέα Δημοκρατία στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Αλλά κυρίαρχος είναι ο ελληνικός λαός. Αν ο ελληνικός λαός τελικά μας υποδείξει ότι δεν θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση, τότε θα πρέπει να σχηματιστεί κάποια κυβέρνηση συνεργασίας. Πάντως, η χώρα δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη. Εγώ καθιστώ σαφή τη δική μου προτίμηση, αλλά δεν πρόκειται να «πειράξω» τους κανόνες του παιχνιδιού για να γίνει το δικό μου. Αυτό θα ήταν και παντελώς αντιθεσμικό, δεν μου ταιριάζει καθόλου, αλλά πιστεύω ότι μπορεί να ήταν και τελικά πολιτικά αντιπαραγωγικό».
Σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ
Για τις σχέσεις Ευρώπης – ΗΠΑ, ο πρωθυπουργός δήλωσε πως θεωρεί την Αμερική φίλο και θα εξακολουθεί να προστατεύει και να υπερασπίζεται τη διμερή στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Όμως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι όλα αυτά τα οποία έγιναν το τελευταίο διάστημα ήταν ένα πολύ απότομο και, θα έλεγα, έντονο «ξυπνητήρι» για την Ευρώπη. Τολμώ να πω ότι ως Ελλάδα βρεθήκαμε μπροστά από τις εξελίξεις σε πολλά από αυτά τα οποία έγιναν. Μεταναστευτικό: όταν το 2020 κλείσαμε τα σύνορα και είπαμε δεν θα μπει κανείς, μάς ασκήθηκε δριμεία κριτική από ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής ελίτ γι’ αυτά τα οποία κάναμε. Η Ευρώπη άλλαξε άποψη για το μεταναστευτικό, ήρθε στη δική μας θέση. Στρατηγική αυτονομία: μιλούσαμε με τον Πρόεδρο Μακρόν και λέγαμε «καλή η σχέση με το ΝΑΤΟ, αλλά ως Ευρώπη θα αποκτήσουμε εμείς τον δικό μας αμυντικό πυλώνα;». Έχουμε το άρθρο 42, παρ. 7. Αυτό είναι ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το έβαλα ευθέως στην ατζέντα και είπα ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για στρατηγική αυτονομία αν δεν πούμε εμείς ως Ευρώπη ότι υπερασπιζόμαστε αυτά τα οποία ήδη υπάρχουν στις Συνθήκες. Η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης. Γιατί προφανώς είμαστε μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι για κάθε περίπτωση. Η Γαλλία, παραδείγματος χάρη, ως η μόνη πυρηνική δύναμη της ΕΕ, συζητά για την επέκταση της πυρηνικής της «ομπρέλας» σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Θα αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα. Αλλά ένα μπορώ να σας πω: εμείς θα είμαστε στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Χωρίς να υπονομεύσουμε τη στρατηγική μας σχέση με τις ΗΠΑ, είμαστε πρωταγωνιστές σε αυτή τη συζήτηση, η οποία γίνεται για τη στρατηγική ευρωπαϊκή αυτονομία. Θα έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για θέματα ανταγωνιστικότητας, για θέματα ενέργειας. Πιστεύω ότι θα διαφυλάξουμε τη σχέση μας με τις ΗΠΑ. Αλλά να σας πω κάτι; Είχε δίκιο ο Πρόεδρος Τραμπ όταν έλεγε «εσείς στην Ευρώπη δεν ασχολείστε με την άμυνά σας». Και ουσιαστικά η Ευρώπη είχε εκχωρήσει την άμυνά της στις ΗΠΑ. Εμείς, η «μικρή Ελλάδα», λόγω των δικών μας γεωγραφικών συνθηκών, δεν ανήκαμε σε αυτή την κατηγορία. Είχε δίκιο. Ξύπνησε η Ευρώπη. Και η Ευρώπη μπορεί να είναι βραδυκίνητο καράβι, αλλά όταν υπάρχει αυτή η αίσθηση του κατεπείγοντος νομίζω ότι αυτό θα μας υποχρεώσει να πάρουμε αποφάσεις που πριν από κάποια χρόνια θα ήταν πολύ δύσκολο να τις πάρουμε», συμπλήρωσε.
Τέλος σε ερώτηση αν τον προβληματίζει αν χάνουμε έδαφος ως χώρα όταν τα βασίζουμε όλα στο διεθνές δίκαιο σε έναν κόσμο όπου μετράνε ισχύς και business, απάντησε πως η Ελλάδα δεν τα βασίζει όλα στο Διεθνές Δίκαιο.
«Όπως σας είπα και πριν: ισχύς των αξιών, θα την υπερασπιζόμαστε, αλλά θα αναγνωρίσουμε και την αξία της ισχύος μας. Επενδύουμε στην ισχυρή Ελλάδα αυτή τη στιγμή, σε όλα τα επίπεδα. Για εμάς το Διεθνές Δίκαιο θα είναι πάντα σημείο αναφοράς. Και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η πολυμέρεια δεν έχει πεθάνει. Και μέχρι και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, που φαίνεται αυτή τη στιγμή σε έναν βαθμό απαξιωμένος, έχει σημαντικό ρόλο να παίξει. Αλλά δεν μπορούμε να είμαστε αφελείς. Πρώτα και πάνω από όλα η ασφάλεια της πατρίδος. Το Διεθνές Δίκαιο είναι σημαντικό, θα το υπερασπιζόμαστε, αλλά αυτό το οποίο με ενδιαφέρει -και τελικά νομίζω ότι από αυτό κρίνονται και όλοι οι Πρωθυπουργοί- είναι: θα παραδώσουμε μια Ελλάδα ισχυρότερη, ψηλότερη, πιο δυνατή, πιο εύπορη από αυτή την οποία παραλάβαμε; Γι’ αυτό αγωνίζομαι. Νομίζω ότι είμαστε στη σωστή κατεύθυνση, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα», πρόσθεσε.
Αυτά ειπώθηκαν μεταξύ άλλων.
Μένει να φανεί τι θα συμβεί σε σχέση με την Ελλάδα εν μέσω διεθνών ραγδαίων εξελίξεων.









