«Στηρίζουμε τις διεθνείς πρωτοβουλίες για την απρόσκοπτη και ασφαλή διέλευση των Στενών του Ορμούζ και προτιθέμεθα να αναλάβουμε ενεργό ρόλο σε συνεργασία με τη ναυτιλιακή κοινότητα»,
υπογράμμισε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης σε δηλώσεις μετά τη συνάντησή του με το Γερμανό ομόλογό του Γιόχαν Βάντεφουλ, ο οποίος επισκέπτεται σήμερα την Αθήνα.
Ο κ. Γεραπετρίτης τόνισε την οικουμενική υποχρέωση σεβασμού της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, η οποία, δεν αφορά μόνο το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά επιπλέον την ειρήνη και την ευημερία όλων των λαών. Την ανάγκη αυτή άλλωστε ανέδειξε ως αιρετό μέλος του συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ η Ελλάδα έγκαιρα, κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας τον περασμένο Μάιο.
«Είναι σημαντικό να αποτρέψουμε την εξελισσόμενη κρίση από το να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις για την παγκόσμια οικονομία, τη διεθνή επισιτιστική αλυσίδα, αλλά και την καθημερινότητα των πολιτών», ανέφερε.
«Η Ελλάδα ως μεγάλο ναυτικό έθνος είναι υπέρ της ελεύθερης και ανεμπόδιστης ναυσιπλοΐας», σημείωσε και πρόσθεσε: «Η ναυσιπλοΐα δεν είναι μόνο ένα εμπορικό γεγονός, είναι ο σύνδεσμος που ενώνει τους λαούς, φέρνει κοντά όλους τους απομακρυσμένους λαούς. Οποιαδήποτε παρεμπόδισή της, συνιστά ένα τεράστιο πλήγμα για την οικουμένη».
«Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να συνεχίσουμε, σε συνεργασία με τη ναυτιλιακή κοινότητα, την ανεμπόδιστη και ελεύθερη κίνηση των πλοίων», υπογράμμισε.
Ειδικώς σε ό,τι αφορά τα στενά του Ορμούζ «θεωρούμε απαράδεκτο το γεγονός ότι υπάρχει παρεμπόδιση για την έξοδο των πλοίων που βρίσκονται εντός του Κόλπου. Η Ελλάδα συμμετέχει σε όλες τις πρωτοβουλίες, όπως και η Γερμανία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ [και] χαιρετίζουμε κάθε προσπάθεια που γίνεται προς την κατεύθυνση αυτή».
«Είμαστε σε διάθεση να συνεισφέρουμε στο μέλλον, όταν εξομαλυνθεί η κατάσταση, για να έχουμε αμυντικού χαρακτήρα, βοηθητική παρουσία, όπως άλλωστε το πράττουμε ήδη στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εντολής στην Ερυθρά Θάλασσα, αναδεικνύοντας και με την παρουσία μας την αξία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας».
Σε ό,τι αφορά τις ευρωαμερικανικές σχέσεις, σημείωσε ότι «θεωρούμε εξαιρετικά σημαντική τη σχέση αυτή, θα πρέπει να παραμείνει ενεργός και ισχυρός ο πυλώνας ασφαλείας που δημιουργήθηκε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η συμμαχία του ΝΑΤΟ, που εγγυήθηκε εν πολλοίς τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας. Παρά τα όποια προβλήματα είναι εξαιρετικά σημαντικό να παραμείνει η συνεργασία αυτή».
«Είναι προφανές ότι η ιδέα της στρατηγικής αυτονομίας, που αναπτύσσεται εντός της ΕΕ θα βοηθήσει την Ευρώπη να ενηλικιωθεί γεωπολιτικά, θα βοηθήσει όμως και στην πιο δίκαιη κατανομή των βαρών εντός της Συμμαχίας».
«Θεωρούμε σημαντικό η Ευρώπη να βρίσκεται δίπλα στις ΗΠΑ και ιδίως η Γερμανία να εγγυηθεί με την ενεργό συμμετοχή της, τη βιωσιμότητα της ευρωατλαντικής σχέσης», τόνισε.
Ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε τη βούληση και από τις δύο πλευρές για ενίσχυση των διμερών σχέσεων και τη διεύρυνση της συνεργασίας σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος.
«Ζούμε σε σύνθετους καιρούς. Η μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας αμφισβητείται, παραδοσιακές συμμαχίες δοκιμάζονται και καλούμαστε να προσαρμοστούμε σε αυτή τη νέα όχι πάντοτε ευδόκιμη πραγματικότητα», τόνισε χαρακτηριστικά.
«Οι προκλήσεις είναι πολλές και καθόλου απλές. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση προωθούμε τη μετάβαση στη στρατηγική αυτονομία και στο ΝΑΤΟ προάγουμε την αναδιαμόρφωση στην κατανομή των αμυντικών βαρών. Και στους δύο οργανισμούς η υιοθέτηση μιας πολιτικής 360 μοιρών, που στρέφει την προσοχή της και το στρατηγικό ενδιαφέρον ισότιμα σε όλες τις περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένου του Παγκόσμιου Νότου, είναι πια μια αναγκαία συνθήκη».
‘Αμεσα σχετιζόμενο με την κρίση στη Μέση Ανατολή είναι και το περιβάλλον ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, σημείωσε ο κ. Γεραπετρίτης. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Έλληνας υπουργός ανέπτυξε τις ελληνικές θέσεις για τις προκλήσεις, τις ευαισθησίες της Ελλάδας ως προς τις ισορροπίες στην περιοχή, τις οποίες εταίροι και σύμμαχοι, όπως η Γερμανία, θεωρούμε αυτονόητο ότι λαμβάνουν υπόψη τους. Ιδίως οι εξοπλισμοί και η μη χρήση τους σε βάρος συμμάχων- χωρών συνιστά τον αναγκαίο όρο.
«Είμαστε πεπεισμένοι ότι η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί να γίνει ένας θαλάσσιος δρόμος ειρήνης και συνεργασίας, με πολλαπλά οφέλη για τους λαούς της περιοχής, αλλά και ευρύτερα για την ευρωπαϊκή ήπειρο. Προς αυτή την κατεύθυνση, άλλωστε, εργαζόμαστε με τις γειτονικές μας χώρες», τόνισε.
Σημείωσε ακόμη πως είναι πολλά εκείνα τα οποία συνδέουν τις δύο χώρες. Η γερμανική φιλοσοφία και κουλτούρα έχει βαθιά ερείσματα στην αρχαία ελληνική γραμματεία και είναι πράγματι μεγάλη η συμβολή των Γερμανών επιστημόνων στη μελέτη και ανάδειξη του κλασικού πνεύματος. Όπως επίσης, σημαντικοί θεσμοί του ελληνικού κράτους ανατρέχουν, στην πραγματικότητα, στη γερμανική νομική παράδοση, ανέφερε ο Έλληνας ΥΠΕΞ.
Εξάλλου, θύμισε πως εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες εδώ και δεκαετίες ζουν και εργάζονται στη Γερμανία και βεβαίως η Ελλάδα αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους ταξιδιωτικούς προορισμούς των Γερμανών πολιτών. «Πιστεύω ακράδαντα ότι η διπλωματία μεταξύ των ανθρώπων αποτελεί την πιο ισχυρή και ωφέλιμη μορφή διπλωματίας, για την οικοδόμηση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των λαών».
«Χτίζουμε το κοινό μας μέλλον, αναγνωρίζοντας την ιστορία. Για τις ανεπούλωτες πληγές που χάραξαν την πιο ζοφερή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας, είναι καιρός να εργαστούμε από κοινού ώστε να κλείσουν. Όπως επίσης θα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι ενημέρωσης που για δεκαετίες είχαν δημιουργήσει ένα πλαίσιο, όχι απλά ενημέρωσης, αλλά και αμοιβαίας κατανόησης και δεν είχαν κλείσει ούτε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα», επεσήμανε αναφερόμενος στα σενάρια για κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle.
Δόθηκε ακόμη ιδιαίτερη έμφαση στη μετεξέλιξη του Σχεδίου Δράσης Ελλάδας-Γερμανίας, το οποίο υπεγράφη 10 χρόνια πριν, το 2016 και συμφωνήθηκε σήμερα να αναβαθμιστεί η συνεργασία με τη μορφή πλέον της στρατηγικής συνεργασίας, μια αναβάθμιση που δεν έχει μόνο συμβολικό, αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα.
Οι δύο υπουργοί αντάλλαξαν απόψεις για τη διεύρυνση των σχέσεων σε τομείς όπου «η μεταξύ μας συνεργασία μπορεί να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, όπως είναι το εμπόριο, οι επενδύσεις, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ναυτιλία, και η ψηφιακή τεχνολογία και η καινοτομία, η οικονομία».
«Η Ελλάδα είναι πλέον ένας πόλος σταθερότητας και προόδου», υπογράμμισε. «Έχει πετύχει τα τελευταία χρόνια τη μεγαλύτερη και ταχύτερη μείωση χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ από οποιαδήποτε οικονομία στην ιστορία των σύγχρονων οικονομιών και έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Η ελληνική οικονομία καταγράφει θετική πορεία, έχει ανακάμψει επιτυχώς και δείχνει υψηλή ανθεκτικότητα, ένα θετικό επιτυχίας εντός της ΕΕ».
Συζητήθηκαν επίσης θέματα που απασχολούν διμερώς και στο πλαίσιο της ΕΕ, όπως τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος, ιδίως ενόψει και της έναρξης ισχύος του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το ‘Ασυλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Σε ένα ιδιαίτερο ευαίσθητο ζήτημα, οι χώρες μας βρήκαν, παρά τις δυσκολίες, έναν κοινό βηματισμό. Τονίζουμε για μια ακόμα φορά την ανάγκη μιας κοινής, συνεκτικής αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού, που δεν έχει γεωγραφικά σύνορα. Ως χώρα πρώτης γραμμής, πιστεύουμε ότι η αποτελεσματική προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών πρέπει να αποτελέσουν κοινή προτεραιότητα, με παράλληλο σεβασμό βεβαίως στις αρχές της αλληλεγγύης, του δικαίου καταμερισμού των βαρών και στις αξίες του ανθρωπισμού».
Η συζήτηση επικεντρώθηκε και στα θέματα διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα έχει πρωταγωνιστήσει διαχρονικά, από την εποχή της Ατζέντας της Θεσσαλονίκης, στην ενταξιακή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, η οποία είναι στρατηγική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Όπως είχε ενημερώσει κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Βερολίνο, αλλά και στο πλαίσιο του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων στις Βρυξέλλες, επετεύχθη το πρώτο βήμα, η υιοθέτηση της Διακήρυξης των Δελφών μεταξύ της Ελλάδας και των κρατών-μελών των Δυτικών Βαλκανίων, που κωδικοποιεί τις βασικές αρχές και τους στόχους αυτής της ενταξιακής πορείας, με αναφορά την προεδρία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το δεύτερο εξάμηνο του 2027, όπου αναμένουμε να έχουμε την ευκαιρία να υποδεχτούμε και ένα νέο μέλος στην ΕΕ».
Είναι πολύ σημαντικό, τόνισε, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να εργαστούν με νέα δυναμική σε αυτή την προοπτική και να δοθεί ένα νέο όραμα στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, χωρίς εκπτώσεις βεβαίως στα κριτήρια ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο κράτος δικαίου, στις σχέσεις καλής γειτονίας.
Αναφορικά με το Ουκρανικό, ένα θέμα που, όπως ανέφερε ο Έλληνας υπουργός, τέσσερα χρόνια τώρα έχει θέσει σε μια εντελώς νέα βάση τη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ο κ. Γεραπετρίτης επανέλαβε τη σταθερή και αταλάντευτη θέση της Ελλάδας υπέρ του σεβασμού της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας της Ουκρανίας και τόνισε την ανάγκη ενιαίας στάσης εκ μέρους της Ευρώπης υπέρ μια βιώσιμης και δίκαιης ειρήνης.
Σε σχετική ερώτηση για την αμυντική συνεργασία μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, σημείωσε πως ήδη υφίσταται. Το ελληνικό πολεμικό ναυτικό και στρατός ήδη έχει εξοπλισμούς από τη Γερμανία που βρίσκονται σε επιχειρησιακή κατάσταση.
«Κάθε εξοπλισμός θα πρέπει να ικανοποιεί τη συνθήκη της διαλειτουργικότητας και να υπάρχει η αναγκαία διαφοροποίηση για να μην υπάρχει υπερεξάρτηση. Η άμυνα θα πρέπει να ικανοποιεί τα εθνικά και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Είμαστε συμμέτοχοι στην ευρωπαϊκή άμυνα».
«Σε ό,τι αφορά τους εξοπλισμούς μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας, η Ελλάδα δε μπορεί να απαιτήσει από οποιαδήποτε χώρα το πώς θα λειτουργήσει τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις προμήθειες των αμυντικών συστημάτων. Το αναγκαίο κατ’ ελάχιστον είναι τα συστήματα αυτά να μην αξιοποιούνται εις βάρος συμμάχου χώρας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό για την κοινή ευρωπαϊκή μας άμυνα», επεσήμανε και τόνισε πως πρέπει να θωρακίσουμε και τη συλλογική μας άμυνα με τρόπο που θα είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική.
Με πληροφορίες από ΑΠΕΜΠΕ – ΦΩΤΟ:Eurokinissi