Η Συρία ήταν για πολλούς ένα πολύ χρήσιμο σχολείο αφού απετέλεσε τον πρώτο μεγάλο εμφύλιο πόλεμο του 21ου αιώνα ο οποίος διήρκεσε πολύ και ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί αφού οι Ισλαμιστές και οι Τούρκοι σύμμαχοί τους είναι εντός του Ιντλίμπ ενώ οι Κούρδοι ελέγχουν ένα μέρος της Βόρειας Συρίας.
Η ρωσική εμπλοκή στη Συρία ξεκινά από την αρχή του πολέμου το 2012 με την κλιμάκωση του αντάρτικου εντός των αστικών κέντρων και την ακόλουθη προώθησή τους στην ενδοχώρα με φορτία οπλισμού να έρχονται από το εξωτερικό ενώ η λεηλασία αποθηκών οπλισμού του Συριακού Στρατού από λιποτάκτες στρατιώτες που συντάχθηκαν με τον FSA, ήταν αρκετή για να κερδίσουν σοβαρά ερίσματα οι αντάρτες σχεδόν σε όλη τη χώρα με την κατάσταση να είναι δραματική και τα ισλαμιστικά στοιχεία να έχουν τον πρώτο λόγο στη σύγκρουση όπως ήταν η οργάνωση Al Nusra.
H άμεση έλευση Ιρανών και Ρώσων στρατιωτικών συμβούλων, Ιρανών παραστρατιωτικών και ειδικότερα, της παραστρατιωτικής οργάνωσης του Λιβάνου, Χεζμπολάχ, είχε άμεση επίδραση στα πεδία των μαχών καθώς η Χεζμπολάχ μαζί με 2 αναδιοργανωμένες και έμπειρες μονάδες του Συριακού Στρατού άρχισαν να έχουν νίκες έναντι των ανταρτών με πρώτη τη μάχη του Κουσαίρ και έπειτα στα περίχωρα της Δαμασκού, στη Χόμς και αλλού.
Εκεί που οι μάχες ήταν ιδιαίτερα σκληρές και στατικές ήταν στο Χαλέπι, στα περίχωρα της Δαμασκού όπως ήταν η Duma και η Daraya και στο νότο η Νταράα με το Συριακό Στρατό να εμπλέκεται σε μακροχρόνιες στατικές μάχες εντός πυκνού αστικού περιβάλλοντος. Από τη στιγμή που ο Συριακός Στρατός πήρε την πρωτοβουλία κινήσεων και ξεκίνησε τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων, εντάθηκαν και οι επιχειρήσεις και στους αστικούς ιστούς όπου οι αμυνόμενοι είχαν προχωρήσει σε εκτεταμένες οχυρώσεις με επιχωματώσεις, δημιουργία χαρακωμάτων εντός και εκτός κτισμάτων, είχαν δημιουργήσει δίκτυα υπόγειων τούνελ για τη μεταφορά προσωπικού και εφοδίων ( στη Δούμα υπήρχε τούνελ αρκετά μεγάλο ακόμα και για τη μετακίνηση οχημάτων εντός του), υπόγειους χώρους συγκέντρωσης και αποθήκευσης εφοδίων και όπλων και αλληλοϋποστηριζόμενα σημεία αντίστασης ενώ πολλά κτίρια ήταν παγιδευμένα σε περίπτωση που ο επιτιθέμενος έμπαινε εντός του. Οι ακροβολιστές και ελεύθεροι σκοπευτές είχαν τον πρώτο λόγο όσο ο αγώνας παρέμενε στατικός αλλά όταν οι επιχειρήσεις είχαν σαν αποτέλεσμα τη μετακίνηση του μετώπου, λιγότερη.
Από το επίσημο αίτημα του Σύριου Προέδρου Μπασάρ Αλ Άσσαντ για την επίσημη εμπλοκή της Ρωσίας στο Συριακό Εμφύλιο, οι Ρώσοι μετέφεραν στη Συρία άνω των 20.000 προσωπικού και των 3 κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεών τους, μετέφεραν περισσότερα αντιαεροπορικά συστήματα, μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα ενώ οι ενισχύσεις σε τεθωρακισμένα οχήματα διαφόρων τύπων προς το Συριακό Στρατό και αργότερα και στη Χεζμπολάχ για την ενίσχυσή τους, αυξήθηκαν σε μεγάλο βαθμό.
Οι Ρώσοι εμπλάκηκαν εμμέσως από αυτό το σημείο σε πολλές μάχες εντός αστικού περιβάλλοντος με τη χρήση πολύ μικρών ομάδων ειδικών δυνάμεων και κυρίως, με τη χρήση της αεροπορίας τους και δευτερευόντως μονάδων πυροβολικού μειωμένης σύνθεσης με τα οποία πραγματοποιούσαν την υποστήριξη των μαχόμενων τμημάτων του Συριακού Στρατού, της Χεζμπολάχ και των Ιρανικών παραστρατιωτικών.
Η μάχη που ήταν ίσως η σκληρότερη και μεγαλύτερη από όσες πραγματοποιήθηκαν στο Συριακό Εμφύλιο, δεν είναι άλλη από αυτή του Χαλεπίου με τις πιο έντονες μάχες να λαμβάνουν χώρα τον Ιούλιο-Σεπτέμβριο του 2016 όταν οι Ισλαμιστές αντάρτες με αρκετά οργανωμένο τρόπο, επιχείρησαν να σπάσουν τον κλοιό που είχε στήσει ο Συριακός Στρατός στις περιοχές της πόλης που ήλεγχαν οι αντάρτες, πράγμα το οποίο πέτυχαν για μερικές μόνο μέρες ανοίγοντας ένα διάδρομο πλάτους 1 χλμ. στην περιοχή του Ραμούσεχ, προτού αυτός τεθεί πάλι υπό τον έλεγχο του Συριακού Στρατού.
Σκληρότατες μάχες έλαβαν χώρα σε όλο το Χαλέπι (περισσότερα εδώ: https://www.el.gr/war/russia/thriamvos-sto-chalepi-kata-tis-toyrkias/ όπου από ένα σημείο και έπειτα, ο Συριακός Στρατός αργά και μεθοδικά με τη χρήση τμημάτων που είχαν εμπειρία πλέον των 4 χρόνων σε μάχες αστικού περιβάλλοντος, με την υποστήριξη πυροβολικού κυρίως και των αρμάτων ως πυροβόλων υποστήριξης απωθούσαν τους αντάρτες οι οποίοι δεν είχαν πολλά μέσα για να απαντήσουν.
‘Οταν η κατάσταση έφτανε στο απροχώρητο για τους αμυνόμενους και συνήθως εγκλωβισμένους αντάρτες, αναλάμβανε δράση το Ρωσικό Κέντρο Αμνηστίας το οποίο συστάθηκε για να διεκπεραιώνει όχι μόνο τις διαπραγματεύσεις παράδοσης πόλεων και αποχώρησης των ανταρτών και των οικογενειών τους αλλά και την προστασία αυτών κατά το στάδιο της αποχώρησής τους συνήθως με μεγάλα λεωφορεία. με αυτό τον τρόπο οι Ρώσοι επιτύγχαναν να:
-Αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία και καταστροφή περιουσιών
-Να αποχωρήσουν άμεσα και ολοκληρωτικά οι αντάρτες από περιοχές χωρίς αν διασκορπιστούν ή αποκρυβούν δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο πιθανούς θύλακες αντίστασης
– Αποχωρήσουν πληθυσμοί εχθρικοί προς τη Συριακή Κυβέρνηση και μαζί με αυτούς και όλοι συνήθως οι ισλαμιστές αντάρτες
– Να γεμίσουν την Ιντλίμπ με όλες τις ισλαμιστικές φράξιες προκαλώντας εσωτερικά προβλήματα στο εχθρικό στρατόπεδο και αργότερα και στους Τούρκους πάτρωνες οι οποίοι έπρεπε να επενδύσουν περισσότερο για να ελέγξουν την περιοχή αλλά και τη δράση των ομάδων αυτών.
Αστικός αγώνας στην Ουκρανία
Η Ουκρανία δεν είναι Συρία από πολλές απόψεις με κυριότερο από αυτούς να είναι η κλίμακα του πολέμου από πλευράς ποσότητας και ποιότητας των εμπλεκόμενων δυνάμεων αλλά και των όσων διακυβεύονται στο γεωπολιτικό πεδίο.
Οι Ρώσοι ακολουθούν στην Ουκρανία μία παρόμοια τακτική με αυτή της Συρίας η οποία είναι η παρακάτω:
-Προχωρούν σε βάθος στο ουκρανικό έδαφος μέσω των κύριων οδικών αξόνων παρεακάμπτοντας τα κύρια αστικά κέντρα στα ανατολικά.
-Αποκόπτουν τις συγκοινωνίς πέριξ αυτών αφήνωντας συνήθως τουλάχιστον ένα διάδρομο διαφυγής
-Πλήττουν βιομηχανικές εγκαταστάσεις και λοιπές υποδομές εντός και πέριξ αυτών
-Εκκαθαρίζουν τη γύρω ύπαιθρο σταδιακά και εγκαθιστούν δομές διοίκησης
Με τον αποκλεισμό να έχει ολοκληρωθεί σε αρκετές περιπτώσεις και παρά τις ενέδρες των Ουκρανών, οι Ρώσοι δεν επιτίθενται στον αστικό ιστό των μεγάλων πόλεων αλλά παραμένουν πέριξ αυτών δημιουργώντας κλίμα πίεσης στον πληθυσμό αλλά και τον αμυνόμενο Ουκρανικό Στρατό. Η γενικότερη προσέγγιση των Ρώσων ήταν να προκληθούν όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό με τις κατα το δυνατόν μικρότερες υλικές ζημιές και σταδιακά οι ρωσικές δυνάμεις να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του κόσμου των ανατολικών και παραθαλάσσιων περιοχών.
Σε περίπτωση που αυτό δεν πετύχαινε, θα πραγματοποιούνταν προσπάθεια να απομακρυνθεί ο άμαχος πληθυσμός από τις πόλεις, τουλάχιστον όσων θα επιθυμούσαν να μην παραμείνουν μέσα στη γραμμή του πυρός ειδικά σε περιοχές τις οποίες ο Ουκρανικός Στρατός ή οι παραστρατιωτικοί ναζιστές, έχουν αποφασίσει να υπερασπίσουν μέχρι τελικής πτώσεως.
Πόλεις τις οποίες οι Ρώσοι επιθυμούσαν να καταλάβουν κατά προτεραιότητα ήταν οι πόλεις βορείως της Κριμαίας με τις γύρω περιοχές τους, όπως η Χερσώνα, η Μελιτόπολη, το Μπερντιάνσκ και η Μαριούπολη. Από τις παραπάνω πόλεις, οι πρώτες δύο έπεσαν στα χέριαζ των Ρώσων αρκετά γρήγορα με το Μπερντιάνσκ να βλέπει μικρή αντίσταση. Το ίδιο δε συνέβη με τη Μαριούπολη η οποία ήταν και η έδρα των φιλοναζιστών του Τάγματος Αζόφ (πρακτικά πρόκειται περί ενισχυμένου συντάγματος) κατά τις συγκρούσεις με τους αποσχιστές του Ντονμπάς.
Ο Ουκρανικός Στρατός αποφάσισε να αμυνθεί της σημαντικής αυτής πόλης με τους Ρώσους να την αποκόπτουν πλήρως και έπειτα να οργανώνονται οδοί διαφυγής των πολιτών με την προστασία των Ρώσων, προς τα δυτικά. Αρκετές φορές το εγχείρημα αυτό απέτυχε καθώς υπήρξαν βομβαρδισμοί της οδού διαφυγής από τους αντιμαχομένους οι οποίοι κατηγόρησαν ο ένας τον άλλο γι αυτή την κίνηση. Γενικά, η όλη διαχείριση του ζητήματος αυτού ήταν μία αντιγραφή των μεθόδων που χρησιμοποιούνταν στη Συρία επί σιερά ετών, όπως περιγράψαμε παραπάνω. Η πόλη της Σότσκα η οποία βρίσκεται πλησίον των προπολεμικών ρωσο-ουκρανικών συνόρων, γνώρισε από πρώτο χέρι τη μέθοδο όταν αρκετές χιλιάδες κάτοικοί της αποφάσισαν να αποχωρήσουν, πράγμα το οποίο έγινε δεκτό με ευχαρίστηση
Λόγω του ότι η Μαριούπολη είναι η τελευταία πόλη πο κατέχουν οι Ουκρανοί στην Αζοφική Θάλασσα, οι Ρώσοι επιδιώκουν να καταλάβουν το δυνατό συντομώτερα και οι προωθήσεις τους προς την πόλη μετά την επίτευξης της αποκοπής της, δεν τους αφήνει περιθώρια χρόνου όπως έχουν μέχρι στιγμής με αποτέλεσμα να χρειάζεται να προβούν σε επιχειρήσεις εντός αστικού ιστού από διάφορες κατευθύνσεις.

Με κόκκινο χρώμα η αρχική προώθηση των ρωσικών δυνάμεων πλησίον της πόλης. Το γαλάζιο χρώμα αποτελεί την κατλά προσέγγιση γραμμή αντιπαράθεσης μεταξύ αποσχιστών και Ουκρανικού Στρατού στο Ντονμπάς προ του πολέμου αυτού. Το μπορντό χρώμα δίχνει τις κινήσεις του Ρωσικού Στρατού μέχρι σήμερα και το κίτρινο, το κέντρο της πόλης με το λιμάνι το οποίο οι Ουκρανοί δεν πρόκειται να το αφήσουν αμαχητί.
Αρκετός πληθυσμός αποχώρησε από την πόλη γενικά, τόσο με την έρναρξη του πολέμου όσο και αργότερα και οι Ρώσοι έχουν εμπλέξει και βαρύτερα όπλα κατά των αμυνόμενων της πόλης με τις καταστροφές να αυξάνουν προφανώς ενώ οι Ουκρανοί προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα για να κερδίσουν περισσότερη υποστήριξη και να καταδικαστεί η Ρωσία ακόμα περισσότερο. Όσον αφορά πάντως τους Ρώσους, δε δείχνουν να βιάζονται και ακολουθούν μεθόδους “Συρίας” για την προ´βθησή τους στην πόλη. Παρατηρήθηκαν άρματα να υποστηρίζουν την προχώρηση των πεζών ρώσων στρατιωτών, βομβαρδισμός τομέων και έπειτα προώθηση των πεζών και χαμηλότερη ένταση στις επιχειρήσεις.
“Σύριοι” στο πλευρό της Ρωσίας
Λέγεται ότι οι Ρώσοι θα μεταφέρουν με το ανάλογο κόστος, στρατιώτες στη Ρωσία από τη Συρία, του Συριακού Στρατού, οι οποίοι έχουν πλέον των 7 ετών εμπειρίας σε αστικό περιβάλλον και η συνεργασία με το ρωσικό πυροβολικό και αεροπορία είναι εύκολη.Οι έμπειροι Σύριοι μαχητές για τη ρωσική πλευρά η οποία έχει αποκόψει αρκετές πόλεις και για τις οποίες προετοιμάζει επιχειρήσεις αν χρειαστεί να παρθούν, είναι ικανοί να προχωρήσουν και στις καλύτερα αμυνόμενες περιοχές με αξιώσεις αλλά σε λίγο μακρύτερο χρονικό διάστημα. Σε κάθε περίπτωση, το μόνο σίγουρο είναι ότι σε αυτή την περίπτωση οι ρωσικές μονάδες δε θα υποστούν τις ίδιες απώλειες που θα είχαν αν επιχειροπύσαν μόνο οι ίδιες να καταλάβουν τις πόλεις καθώς οι Σύριοι , εκτός από την εμεπιρία, είναι για τους Ρώσους αρκετά αναλώσιμοι.
Όταν ο χρόνος περάσει και οι αποκλεισμένες πόλεις αρχίσουν να καταβάλλονται από την έλειψη εφοδίων, τότε μόνο η συνθηκολόγησή τους θα απομένει ή η καταστροφή αυτών των πόλεων λόγω της προσπάθειας κατάληψής της με τη μέθοδο που εξηγήσαμε πιο πριν και τα ερείπια να είναι περισσότερα από τους ζωντανούς που θα έχουν απομείνει.
Όλα αυτά βέβαια θα πάψουν να υφίστανται αν ο Ζελένσκυ αποφαίσει να τα βρεί με τους Ρώσους καθώς παρά τις επικοινωνιακές φανφάρες, γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να σταματήσουν αν δεν πετύχουν τους στόχους τους σε γη-αέρα κ









