• Αρχική
  • Άρθρα
  • Το ιστορικό παράδειγμα που δείχνει τον δρόμο: Αυτό πρέπει να κάνει η Ελλάδα απέναντι στον τουρκικό Στόλο

Το ιστορικό παράδειγμα που δείχνει τον δρόμο: Αυτό πρέπει να κάνει η Ελλάδα απέναντι στον τουρκικό Στόλο

Πόσοι θα τολμήσουν να κοιτάξουν πίσω για να «λύσουν» το πρόβλημα στο Αιγαίο και όχι μόνο;;;

Η επιλογή των οπλικών συστημάτων που θα εξοπλίσουν τις Ένοπλες Δυνάμεις γίνεται μετά την εισήγηση των αρμόδιων οργάνων τους τα οποία έχουν σαφή εικόνα των απειλών που αντιμετωπίζουν και του πεδίου στο οποίο επιχειρούν. Με βάση αυτούς τους δύο βασικούς παράγοντες, γίνονται οι προτάσεις προς την πολιτική ηγεσία, οι οποίες συνοδεύονται με ένα εκτιμώμενο κόστος.

Πρίν όμως γίνουν αυτά, κάποιος έχει καθορίσει την κατεύθυνση στην οποία θα κινηθούν οι Ένοπλες Δυνάμεις και αυτή η απόφαση είναι καθαρά πολιτική, από την στιγμή που η στρατιωτική ηγεσία δεν χαράσσει πολιτική. Παράδειγμα επίκαιρο που μας αφορά, η Κυβέρνηση θεωρεί ότι εκτός του Αιγαίου, η Ανατολική Μεσόγειος είναι χώρος που η Ελλάδα πρέπει να έχει ισχυρή στρατιωτική παρουσία όχι μόνο λόγο των πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων αλλά και γιατί υπάρχει το έτερο κομμάτι του Ελληνισμού στην κρατική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάρχουν οι Συμμαχίες με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, ενώ η Ελλάδα είναι βασική συνεργάτιδα της Γαλλίας η οποία έχει συμφέροντα στη Λιβύη, το Λίβανο και την Κύπρο. Σε μία ιδανική μάλιστα Ελλάδα, θα υπήρχε μεγαλύτερη ενασχόληση και με τους ελληνογενείς πληθυσμούς της Εγγύς Ανατολής στη Συρία, τον Λίβανο και το Ισραήλ…

Εφόσον λοιπόν θεωρούμε ότι αυτός είναι χώρος κρίσιμων ελληνικών συμφερόντων, τότε η Ελλάδα πρέπει να έχει στη φαρέτρα της και τα όπλα που θα δείχνουν την ύπαρξή της στην περιοχή και τέτοια όπλα είναι οικονομικά(επενδύσεις σε χώρες της περιοχής), διπλωματικά(συμμαχίες) και φυσικά κανονικά όπλα τα οποία και θα δείχνουν την ισχύ της στην περιοχή.

Το πεδίο αυτό διακρίνεται από θάλασσα και μεγάλες αποστάσεις επομένως, άμεσα η σκέψη μεταβαίνει στους δύο κλάδους που καλύπτουν θάλασσα και αποστάσεις τα οποία είναι το Ναυτικό και η Αεροπορία. Τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού έχουν την κατ’ εξοχήν πρόσβαση στη θάλασσα, όχι μόνο επί αυτής αλλά και εντός αυτής ( υποβρύχια ) και η Αεροπορία με τα μαχητικά και μεταγωγικά της αεροσκάφη μπορεί να διανύσει μεγάλες αποστάσεις σε σύντομο χρόνο. Υπό αυτό το πρίσμα, η μεν Αεροπορία χρειάζεται μαχητικά με μεγάλη εμβέλεια και ικανότητα μεταφοράς ικανού οπλικού φορτίου και φυσικά την προμήθεια μέσων τα οποία θα της επιτρέψουν να μείνει στον αέρα για περισσότερο χρόνο. Το δε Ναυτικό, χρειάζεται πλοία για την ανοικτή θάλασσα η οποία είναι η Ανατολική Μεσόγειος, με αισθητήρες που θα εντοπίζουν από τη μέγιστη δυνατή απόσταση και θα εμπλέκουν στόχους  όσο μακρύτερα γίνεται ενώ τα υποβρύχια πρέπει να είναι εξοπλισμένα με τορπίλες μακράς εμβέλειας λόγω των μεγάλων αποστάσεων.

Εκτός αυτών, η πολιτική ποντάρει και στην όποια κατάσταση, από γεωπολιτικής πλευράς, θα επικρατεί στην περιοχή για κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα. Ο σχεδιασμός δε θα ήταν ο ίδιος αν ο αντίπαλος ήταν η Αίγυπτος ή το Ισραήλ ή η Συρία, για ευνόητους λόγους δομών και γεωγραφίας. Επομένως, ο εξοπλισμός αποφασίζεται εμμέσως και με γνώμονα όλα τα παραπάνω τα οποία τίθενται ουσιαστικά από την πολιτική ηγεσία και μετουσιώνει σε εξοπλισμό και δόγματα η στρατιωτική ηγεσία.

Το ιστορικό παράδειγμα..

Μεταφερόμαστε πίσω στο 484 π.Χ. όπου η ανακάλυψη μεγάλου κοιτάσματος αργύρου στα μεταλλεία του Λαυρίου, έχει αποδώσει στην πόλη των Αθηνών ένα μεγάλο για την εποχή ποσό το οποίο πρέπει να επενδυθεί με κάποιο τρόπο. Υπάρχουν δύο βασικές πολιτικές παρατάξεις, αυτή του Αριστείδη ο οποίος θεωρεί ορθό να μοιραστούν τα χρήματα στους Αθηναίους πολίτες και άρα αυτά θα επενδυθούν τόσο στην αγροτική παραγωγή και στις εμπορικές δραστηριότητες των Αθηναίων και άρα θα είχαμε μία αύξηση του ΑΕΠ της πόλης, όπως θα λέγαμε σήμερα. Από την άλλη, ο Θεμιστοκλής και η παράταξή του, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Αθήνα δεν έχει ξεπεράσει τον περσικό κίνδυνο και άρα τα χρήματα πρέπει να επενδυθούν στη ναυπήγηση ενός μεγάλου στόλου για την προστασία των Αθηνών και του πληθυσμού της. Νωπές ήταν οι μνήμες άλλωστε από την απόβαση 50.000 Περσών στο Μαραθώνα και την απόλυτα ειλικρινή δήλωση του Μιλτιάδη «Αυτοί αν χάσουν έχουν πατρίδα να γυρίσουν, αν εμείς χάσουμε δεν θα έχουμε πατρίδα να επιστρέψουμε» και η ύπαρξη πλέον πολεμικών πλοίων με δυνατότητα πλεύσης στην ανοικτή θάλασσα και ικανότητας μεταφοράς αρκετών ανθρώπων εξασφάλιζε την επιβίωση των Αθηναίων σε περίπτωση ήττας.

Ο άλλος βασικός λόγος ήταν ότι το πεδίο επιχειρήσεων της Ελλάδας είναι και θαλάσσιο και παρά το ότι η Αθήνα μπορούσε να παρατάξει μία ικανή φάλαγγα 10.000 ανδρών, η ύπαρξη πολλών και ικανών πολεμικών πλοίων της έδινε τη δυνατότητα να μεταφέρει τον πόλεμο στο έδαφος του αντιπάλου και άρα δυνατότητα επιθετικών επιχειρήσεων σε όλο το Αιγαίο, χτυπώντας εκεί που ο αντίπαλος θα πονούσε περισσότερο.

Το αποτέλεσμα της πολιτικής αντιπαράθεσης ήταν η Εκκλησία του Δήμου να αποφασίσει τη ναυπήγηση των 200 τριήρεων της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και τον εξοστρακισμό του Αριστείδη ο οποίος αποφάσισε να περάσει την περίοδο του εξοστρακισμού του στην Αίγινα και επέστρεψε το 480 την ώρα της μεγάλης ανάγκης αποδεχόμενος ότι ο πολιτικός του αντίπαλος είχε δίκιο για τον στόλο και κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας του ανατέθηκε η διοίκηση μίας τριήρους όπου και διακρίθηκε, ιδιαίτερα δε με την απόβαση του ίδιου στην Ψυττάλεια και την εξόντωση της φρουράς των Αθανάτων ενώ στις Πλαταιές ήταν ο αρχηγός της Αθηναϊκής φάλαγγας που αντιμετώπισε τους Θηβαίους.

Οι επιθετικές επιχειρήσεις στη μικρασιατική ακτή μετά τις Πλαταιές ήταν μόνο δείγμα του πόσο η ύπαρξη ισχυρού στόλου μπορούσε να μεταβάλει την πορεία του πολέμου. Εκείνος που έδειξε, ίσως στο μέγιστο βαθμό, του πόσο η ύπαρξη ενός ισχυρότατου στόλου με βάση το μητροπολιτικό ελληνικό έδαφος και το Αιγαίο μπορεί να εκτελέσει με άνεση επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο με τα κατάλληλα πλοία πάντα, ήταν ο Κίμωνας. Ο Αθηναϊκός στόλος πραγματικά όργωνε την Ανατολική Μεσόγειο με την ηγεσία του Κίμωνα ο οποίος κατέστησε την Αθήνα ηγεμονική δύναμη.

Και αυτό δεν έγινε με αμυντικό δόγμα αλλά με χρησιμοποίηση του Στόλου ως επιθετικού μέσου και δευτερευόντως της κάλυψης των αθηναϊκών και συμμαχικών προς την Αθήνα στρατευμάτων, στις επιχειρήσεις τους από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μικρά Ασία, τη Φοινίκη και την Αίγυπτο.

Νέα πλοία για το Πολεμικό Ναυτικό

Κατ’ αντιστοιχία με το τότε, εφόσον σήμερα θεωρούμε ως πεδίο ζωτικών για την Ελλάδα συμφερόντων, την Ανατολική Μεσόγειο, το Πολεμικό Ναυτικό επιβάλλεται να εξοπλιστεί με σκάφη τα οποία δε θα υπάρχουν απλά για να υπάρχουν, αλλά για να μεταφέρουν την ισχύ της Ελλάδας στην περιοχή. Άρα χρειάζονται σκάφη που θα πληρούν αυτά τα κριτήρια και με αρκετά επιθετικά όπλα ώστε να νικήσει τον εχθρό και όχι απλά να περιφέρεται στη θάλασσα και να περιμένει να του επιτεθούν.

Σε περίπτωση μάλιστα λάθους επιλογής, αυτή θα είναι μη αναστρέψιμη καθώς η απώλεια μεγάλων μονάδων επιφανείας δε γίνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και αν φυσικά ηττηθεί ο στόλος καταστρέφεται η χώρα. Όταν ο Λύσσανδρος κατέστρεψε τον αθηναϊκό στόλο στους Αιγός ποταμούς, οιμωγή από το λιμάνι έως το άστυ απλώθηκε αφού οι Αθήνα πλέον θα λιμοκτονούσε. Ναρκοπέδιο η σωστή πολιτική και η σωστή επιλογή πλοίων για την Κυβέρνηση.