• Αρχική
  • Άρθρα
  • Μία «πικρή» αλήθεια για την Ελλάδα: Χρειαζόμαστε ένα «τέρας» να μας κυνηγά

Μία «πικρή» αλήθεια για την Ελλάδα: Χρειαζόμαστε ένα «τέρας» να μας κυνηγά

Οι εξοπλισμοί και τα αυτονόητα…

Η αγορά των Rafale και η έλευσή τους σε ένα περίπου εξάμηνο στην Τανάγρα αποτελεί την πρώτη μεγάλη προμήθεια των Ενόπλων Δυνάμεων και δη της Πολεμικής Αεροπορίας σε μία 15ετία περίπου μετά την απόκτηση των Υποβρυχίων U-214 στα μέσα της δεκαετίας του 00′.

Δυστυχώς για την Ελλάδα, χρειάζεται ένα “τέρας” να την κυνηγά για να προβεί στις ενέργειες που υπό κανονικές συνθήκες θα  ήταν αυτονόητες σε οποιοδήποτε άλλο κράτος. Ακόμα και τα “υπόλοιπα σοβαρά” κράτη έχουν και αυτά προβλήματα όσον αφορά τους σχεδιασμούς τους και τα εξοπλιστικά τους προγράμματα.

Παράδειγμα, η Γερμανία έχει μειώσει το στρατό της στον ελάχιστο δυνατό αριθμό από πλευράς προσωπικού και μέσων, έτσι ώστε το κόστος να είναι χαμηλό.  Αυτό χρειαζόταν να συνοδευτεί όμως και από μαξιλαράκια ασφαλείας τα οποία οι Γερμανοί έχουν βρει στο πρόσωπο των Αμερικανών, οι οποίοι έχουν στρατεύματα στη Γερμανία και τις ΝΑΤΟικές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ η Πολωνία θα είναι ο σάκος του μποξ σε περίπτωση Ρωσικής επίθεσης. Σαν σκέψη είναι καλή και οικονομική, αλλά η Γερμανία έπαψε να επενδύει περισσότερο σε τεχνολογικούς τομείς, οι οποίοι χρειάζονταν όπως, για παράδεγμα, ο αεροπορικός τομέας.

Όπως προκύπτει, τα Eurofighter ήταν προϊόντα κοινοπραξίας, οι νέες γερμανικές φρεγάτες MKS-180 είναι ολλανδικό σχέδιο και τεχνολογία αυτή που κατέχουν τα ναυπηγεία της Blohm und Voss στο Κίελο. Αυτή τη στιγμή, η Γερμανία δεν έχει από μόνη της την τεχνολογία να αναπτύξει κάποια μαχητικά ή ελαφρά μαχητικά αεροσκάφη είτε βομβαρδιστικά, ενώ το ίδιο ισχύει για τα αντιαεροπορικά και πυραυλικά συστήματα. Η δικαιολογία ότι αυτό δεν επιτρέπεται λόγω των αμαρτιών του Β’ Π.Π. είναι ψέμα για αφελείς.

Απλά, η Γερμανία ήταν εκείνη που επέλεξε να ακολουθήσει την πρακτική αυτή και το κόστος είχε, μεταξύ άλλων, τεχνολογικό αντίκρυσμα εκτός του προφανούς που ήταν η μείωση των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι σοβαρότατες ενστάσεις Γερμανών βουλευτών στο άκουσμα της είδησης ότι η Γερμανία θα προμηθευτεί τα F/A-18 Super Hornet αντανακλά αυτή την σοβαρή υστέρηση στον τομέα της αεροναυπηγικής βιομηχανίας που έχουν αυτή τη στιγμή.

Σε αυτό οδήγησε η κοντόφθαλμη λογική του Γερμανικού Κράτους τις τελευταίες 3 δεκαετίες πράγμα που φανερώνει την έλλειψη σαφούς σχεδίου και χρονοδιαγραμμάτων από πλευράς τους. Σπάνιο για μια χώρα σαν την Γερμανία, αλλά συμβαίνει.

ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΤΩΡΑ

Πρώτα όμως πρέπει να βλέπουμε τα δικά μας ελαττώματα και έπειτα των άλλων και οι δικές μας ασχήμιες είναι πολύ περισσότερες και συνοδεύονται από νοοτροπίες της δεκαετίας του 80 οι οποίες δεν έχουν φύγει και δεν πρόκειται να φύγουν όταν υπάρχει επικρότηση έστω και μερικών ακόμα πρακτικών, της δεκαετίας εκείνης. Στο πεδίο του εξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, οι αμαρτίες πολλές όπως:

1.       Ανυπαρξία σαφούς σχεδίου ανανέωσης του εξοπλισμού

2.       Ανυπαρξία σχεδίου νέων προμηθειών όπου χρειάζεται

3.       Ανυπαρξία γενικού πλάνου για την αμυντική βιομηχανία

4.       Αδυναμία κατανόησης της απειλής εξ ανατολών με αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό πολιτικών ηγεσιών

5.       Ανυπαρξία γενναίων επενδύσεων σε προσωπικό και τεχνολογίες με σκοπό την ανάπτυξη τεχνολογίας.

Αν τα παραπάνω τα μεταφράσουμε κατά σειρά ως εξής: “Αγορά του Αιώνα”, προμήθειες από το πουθενά οπλικών συστημάτων, Σκαραμαγκάς, Ε.Α.Β., ΕΛΒΟ…, μαζί με αυτά έρχεται και η ευθύνη για όσους προέταξαν άλλο συμφέρον από το συμφέρον της πατρίδας ή προέβησαν σε λανθασμένες αποφάσεις διαχειριζόμενοι ανθρώπους, μέσα και εταιρείες.

Στο σήμερα τώρα: Η χώρα προσπαθεί να διορθώσει τα κακώς κείμενα των τελευταίων 15 χρόνων μέσα σε μία 4ετία. Μέχρι στιγμής έχουμε καταφέρει να επαναφέρουμε τις διαθεσιμότητες πολλών οπλικών συστημάτων και στους τρείς κλάδους σε ψηλότερα επίπεδα, ενώ προχωρήσαμε ζητήματα που χρόνιζαν και τέλος αγοράσαμε τα Rafale από τη Γαλλία.

Η αγορά των Rafale ήρθε από την πίσω πόρτα, από εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ειδικά έναν χρόνο πριν όταν το σημαντικότερο ζήτημα που συζητούσαμε με τους Γάλλους ήταν οι φρεγάτες Belh@ara.  Η προσθήκη καλή, ο σχεδιασμός όμως γι αυτή την προμήθεια προέκυψε, δεν προϋπήρχε. Ο μόνος σχεδιασμός που υπήρχε ήταν ότι η Πολεμική Αεροπορία ζητούσε νέο μαχητικό, αλλά μετά την αναβάθμιση των F-16 ακόμα και στους κόλπους της, πρέπει να θεωρούσαν ότι ήταν το μέγιστο που θα λάβει η αεροπορία για τη δεκαετία.

Θετικό είναι ότι το ζήτημα έτρεξε γρήγορα, αφού υπήρχε σαφέστατη πολιτική βούληση και με χαρά ακούσαμε ότι η Ελλάδα θέλει να έχει προμηθευτεί μία ακόμα μοίρα Rafale μέχρι το 2025. Αυτό λέγεται σχεδιασμός ο οποίος επεξηγείται από επιχειρησιακά και οικονομικά κριτήρια.

Από επιχειρησιακής πλευράς, τα 40 αεροσκάφη έναντι 18, δίνουν την ευχέρια στο ΓΕΑ να διαθέσει τα μαχητικά του τύπου σε περισσότερες αποστολές. Όσο ο αντίπαλος δεν προμηθεύεται νέο μαχητικό αεροσκάφος και με δεδομένη την ποιότητα του μαχητικού, η Πολεμική Αεροπορία θα έχει το πάνω χέρι, ειδικά σε BVR εμπλοκές. Από οικονομικής πλευράς, αυτή τη στιγμή γίνεται μία επένδυση στην “Γαλλική Πτέρυγα Μάχης”  της Τανάγρας αφού θα υπάρξει επένδυση στην εκπαίδευση, θα έρθουν συλλογές εργαλείων για τα αεροσκάφη, εξομοιωτής, βιβλιογραφία και άλλα παρελκόμενα. Το κόστος αυτής της επένδυσης καλύπτεται μόνο αν η πτέρυγα έχει περισσότερο αριθμό μαχητικών αεροσκαφών στη δύναμή της. Η αγορά επιπλέον αεροσκαφών του τύπου είναι επιβεβλημένη και πιθανότατα θα γίνει, αν υπάρχει η ίδια πολιτική βούληση.

Ανάλογα πρέπει να πράξει η κυβέρνηση και για το ζήτημα των νέων φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού και εδώ το ζήτημα είναι πολύ πιο σοβαρό καθώς το πρόγραμμα θα είναι ιστορικά το πιο κοστοβόρο των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ ο Στόλος έχει επιπλέον ανάγκες σε πυραυλάκατους, μικρότερα σκάφη, υποβρύχια κτλ. Όλα αυτά απαιτούν ένα σχεδιασμό ο οποίος θα τηρηθεί αυστηρά και με σαφές χρονοδιάγραμμα ανεξαρτήτως του ποια κυβέρνηση θα βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας.