Σαμπετάι Σεβί: Ο «Βασιλιάς του Ισραήλ»

Ο 17ος αιώνας ήταν πολύ περίεργος,

θα έλεγε κανείς «εσχατολογικός» αιώνας, ειδικά στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπήρχε μια αίσθηση παρακμής και απώλειας σκοπού, σε συνδυασμό με την αναμονή κοσμογονικών συμβάντων, όπως πίστευαν πως θα ήταν η έλευση του εσχατολογικού έτους 1666. Αυτός ο πνευματικός αναβρασμός ήταν ιδιαίτερα αισθητός στους κόλπους της εβραϊκής κοινότητας, που έμοιαζε σαν να περιμένει το «Μεσσία» της, έναν ρόλο που, όπως θα δούμε, έπαιξε και ο Σαμπετάι Σεβί (Shabbetai Zvi,1626-1676).

Ο Σαμπετάι Σεβί γεννήθηκε, κατά μερικούς στη Σμύρνη στις 23 Ιουλίου του 1626 και ήταν ένας από τους τρεις γιους ενός φτωχού πατέρα. Παιδί με ευάλωτη υγεία ο Σεβί επιλέχτηκε από τον πατέρα του να σπουδάσει Καμπάλα. Την εποχή εκείνη η Σμύρνη ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του μυστικιστικού Ιουδαϊσμού και των καμπαλιστικών μελετών. Από μικρός ο Σεβί έδειξε έφεση στη μελέτη του Ταλμούδ και της Καμπάλα. Πιο πολύ όμως από τη μελέτη θρησκευτικών κειμένων, ο Σεβί έδειξε έναν ζήλο για το μυστικισμό και τη θρησκευτική έκσταση. Οργάνωσε ομάδα Καμπαλιστικής μελέτης και διαλογισμού, όπου μαζί με τον νου ασκούσαν και το σώμα τους. Ο ίδιος ο Σεβί πέρασε περιόδους έντονης άσκησης, ώστε να απελευθερωθεί από πάθη και πειρασμούς, αλλά και περιόδους μαλθακότητας και υλικών απολαύσεων.

Δεν άργησε να γίνει ραβίνος και να πραγματοποιεί φλογερά κηρύγματα. Ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η ισχυρή και ασκητική του προσωπικότητα, αλλά κυρίως τα κηρύγματα του, άρχισαν να γοητεύουν τους Ραβίνους αλλά και από τους απλούς Εβραίους πιστούς. Άρχισε να αποκτά χιλιάδες οπαδούς και η φήμη του απλώθηκε ακόμη και στις εβραϊκές κοινότητες της κεντρικής Ευρώπης. Ολοι έβλεπαν στο πρόσωπο του το νέο Εβραίο «Μεσσία» και το «Βασιλιά του Ισραήλ». Ο ίδιος μπήκε στον πειρασμό να αυτοανακηρυχτεί «Μεσσίας», εκμεταλλευόμενος το κλίμα της εποχής. Υπήρχε όντως μια μυστικιστική ερμηνεία της Καμπάλα που προέβλεπε πως ο «Μεσσίας» θα εμφανίζονταν το 1648 και υπήρχαν αντίστοιχα πολλοί χριστιανοί που πίστευαν ότι το 1666 θα γινόταν η Δευτέρα Παρουσία!

Ο Σαμπετάι Σεβί δεν είχε παρά να πάει με κύματα της εποχής του και να ανακοινώσει την επερχόμενη έλευση του Μεσσία. Οι σφαγές Εβραίων στις ρωσικές στέπες και ο Τριακονταετής Πόλεμος που ταλαιπωρούσε τους Ευρωπαίους, ερμηνεύτηκαν ως «σημάδια», ως οι καταστροφές και τα βάσανα που έπρεπε να προηγηθούν της έλευσης του Μεσσία. Τελικά ο Σεβί σταμάτησε να αναγγέλλει την έλευση του Μεσσία και το 1651 ανακήρυξε τον εαυτό του «Μεσσία». Πρόφερε το όνομα του Θεού (Γιαχβέ), κάτι που μόνο ο αρχιερέας στην Ιερουσαλήμ μπορούσε να κάνει, ακύρωσε νηστείες και τελετές και κατέφυγε αρχικά στο Κάιρο, όπου η τοπική εβραϊκή κοινότητα τον ανακήρυξε «Μεσσία». Για να ολοκληρώσει τη μεσσιανική του εικόνα διόρισε δώδεκα οπαδούς του ως αποστόλους ή αντιπροσώπους των δώδεκα φυλών του Ισραήλ!

Το κήρυγμα του Σεβί άρχισε να βρίσκει απήχηση σε αρκετές πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οι οπαδοί του έφτασαν τις 80.000. Σύμφωνα με την παράδοση ο Σαμπετάι Σεβί έφτασε και στη Θεσσαλονίκη, όπου ανάμεσα στους πολυπληθείς Εβραίους και παρά τις αντιδράσεις των Ραβίνων της πόλης, αρκετοί ομόθρησκοι του ακολούθησαν τις ιδέες του. Οχι μόνον στις ανατολίτικες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά ακόμη και σε κοσμοπολίτικες ευρωπαϊκές πόλεις όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, και το Αμστερνταμ, οι Ραβίνοι και οι Εβραίοι, παρασύρθηκαν από τη μεσσιανική ζάλη των οπαδών του Σαμπετάι Σεβί. Τότε ο Σεβί αποφάσισε πως ήταν η ώρα να επισκεφθεί την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Μόλις όμως έφθασε εκεί συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές, με διαταγή του σουλτάνου, που φοβήθηκε ταραχές. Επειδή ταπεινώθηκε και πήγε φυλακή χωρίς να το έχει προφητεύσει (!), κάποιοι οπαδοί του γύρισαν την πλάτη. Οι περισσότεροι όμως συνέχισαν να τον στηρίζουν και να τον ενισχύουν οικονομικά. Στο σπίτι – φυλακή του δεχόταν πιστούς από παντού. Ενας επισκέπτης του ήταν ο Ναχμία Κοέν, ένας ηλικιωμένος σοφός καμπαλιστής, που ήθελε να δει από κοντά και να σχηματίσει γνώμη για τον Σεβί. Επειτα από τρία μερόνυχτα συζητήσεων μαζί του ο Κοέν κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Σεβί ήταν απατεώνας και αμέσως «έπεισε» τον σουλτάνο να τον εκτελέσει.

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1666 ο Σαμπετάι Σεβί παρουσιάστηκε ενώπιον του σουλτάνου. Εκείνος τον διέταξε να διαλέξει: θάνατος ή προσηλυτισμός στο Ισλάμ; Τότε ο Σεβί επέλεξε προσεκτικά το δεύτερο, φόρεσε στο κεφάλι του το τουρμπάνι και διακήρυξε δημόσια τη μεταστροφή του στο Ισλάμ. Πήρε μάλιστα το όνομα Μεχμέτ Εφέντη. Ο σουλτάνος τον αντάμειψε με τον τιμητικό τίτλο του «Φύλακα των Πυλών του Παλατιού» και του χορήγησε μια σύνταξη 150 πιαστρών ημερησίως, την οποία λάμβανε μέχρι το θάνατό του στις 30 Σεπτεμβρίου του 1676, κατά τη διάρκεια του Γιομ Κιπούρ, στο Dulcingo, μια μικρή πόλη της Αλβανίας (ελέγχεται η ακρίβεια του γεγονότος). Ετσι άδοξα τέλειωσε η πορεία του πιο φιλόδοξου Εβραίου Μεσσία της τελευταίας χιλιετίας…

Η αποστασία του Σεβί συγκλόνισε τον εβραϊκό κόσμο. Πολλοί οπαδοί του τον αρνήθηκαν και συνέχιζαν να προσδοκούν έναν δεύτερο ερχομό Μεσσία. Αυτή η πίστη τους στην έλευση του Μεσσία συνεχίστηκε μέχρι και τον 18ο αιώνα. Τα βιβλία που αφορούσαν το Σαμπετάι Σεβί καταστράφηκαν και οι αναφορές σ’ αυτόν ήταν σπάνιες. Υπήρχε ωστόσο και ένα μεγάλο τμήμα τον οπαδών του, που όχι μόνο δεν τον αρνήθηκε αλλά, ακολουθώντας την πράξη του, ασπάστηκαν το ισλάμ. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι Ντονμέδες, από τη τουρκική λέξη Donmeh που σημαίνει «αποστάτης». Βέβαια οι ίδιοι οι Ντονμέδες αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Mamin (Mümin στα τουρκικά), που σημαίνει οι «Πιστοί».

Ενας γαμπρός του που εγκαταστάθηκε αργότερα στη Θεσσαλονίκη, ο Ιακώβ, προσηλύτησε δεκάδες Εβραίους. Το 1683 οι οπαδοί του Σαμπετάι Σεβί, οι Ντονμέδες, ξεπερνούσαν τις 300 οικογένειες στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν πάνω από 10.000. Ο πατέρας της τελευταίας γυναίκας του Σεβί, ένας αξιοσέβαστος ραβίνος με το όνομα Ιωσήφ ο Φιλόσοφος, που ήταν από τη Θεσσαλονίκη, μετά το θάνατο του Σεβί, βοήθησε στην εξάπλωση της αίρεσης των Ντονμέδων στην Νύφη του Θερμαϊκού.

Το 1683 ο γαμπρός του Σεβί, ο Ιακώβ, προσηλύτισε νέους οπαδούς, ανάμεσα στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, που αποκαλούνται Queridο (Αγαπητοί). Μια άλλη ομάδα Ντονμέδων είναι και οι λεγόμενοι Ισμιρλίτες (Izmirlis), που πήραν το όνομά τους από τη γενέθλια πόλη του Σεβί (Σμύρνη). Λίγα χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε και μια τρίτη ομάδα, από Ισμιρλίτες, φτωχούς στην καταγωγή, που αποσχίστηκαν και ακολούθησαν έναν χαρισματικό ηγέτη, τον νεαρό Μπαρούχ Ρούσο (γνωστό στους οπαδούς του ως Οσμάν Μπαμπά), που πίστευε στη μετενσάρκωση του Σεβί. Παρά τις οποίες δογματικές διαφορές τους και οι τρεις αυτές ομάδες είχαν πολλά κοινά στοιχεία και κυρίως την ακλόνητη πίστη τους στο Σαμπετάι Σεβί και την τήρηση των βασικών «Δέκα Εντολών» τους:

1. Πιστεύω στον έναν και μοναδικό Θεό.

2. Πιστεύω στον Μεσσία του, τον μοναδικό λυτρωτή σωτήρα, τον βασιλέα μας Σαμπετάι Σεβί, απόγονο του βασιλιά Δαυίδ.

3. Ορκίζομαι να μην πιάσω στο στόμα μου το όνομα του Θεού ή του Μεσσία του επί ματαίω και να μην ορκιστώ στο όνομά τους.

4. Αναλαμβάνω την ευθύνη να μεταφέρω το μήνυμα των μυστηρίων της μεσσιανικής πίστης μας από την μία κοινότητα στην άλλη.

5. Θα παίρνω μέρος στην συγκέντρωση των ομοθρήσκων μου κατά την 16η ημέρα του μηνός Κισλέβ για να συζητήσουμε τα μυστικά της μεσσιανικής μας πίστης.

6. Ορκίζομαι οτι δεν θα προσηλυτίσω κανέναν στην πίστη του Τουρμπάν, πού λέγεται Ισλάμ.

7. Καθημερινώς θα διαβάζω το βιβλίο των Ψαλμών.

8. Θα παρακολουθώ με σχολαστικότητα τις συνήθειες των Τούρκων για να μην γεννηθούν υποψίες. Οχι μόνο θα ακολουθώ την νηστεία του ραμαζανιού αλλά και όλες τις άλλες μουσουλμανικές συνήθειες αι οποίες γιορτάζονται δημόσια.

9. Δεν θα παντρεύομαι από μουσουλμανικές οικογένειες ούτε θα έχω στενές σχέσεις μαζ ίτους, διότι μου προκαλούν απέχθεια ιδίως οι γυναίκες τους.

10. Θα κάνω περιτομή στους γιους μου.

Οι Ντονμέδες εξωτερικά ακολουθούσαν τις πρακτικές του μουσουλμανισμού, πήγαιναν στα τζαμιά, συμμετείχαν στο Ραμαζάνι, προσκυνούσαν στη Μέκκα (το περίφημο Χάτζη). Στον ιδιωτικό τους χώρο όμως ακολουθούσαν τις Ταλμουδικές πρακτικές, προσεύχονταν στο Μεσσία τους («στον βασιλιά μας») και στο «όνομα του Θεού, του Θεού του Ισραήλ». Φορούσαν μουσουλμανικά ρούχα, διάβαζαν το Κοράνι, αλλά ακολουθούσαν το εβραϊκό ημερολόγιο. Καμιά φορά προσλάμβαναν ραβίνους για να διδάξουν το Τόραχ στα παιδιά τους. Παρ’ ότι υπήρχε η υποψία ότι οι Ντονμέδες δεν ήταν πραγματικοί μουσουλμάνοι οι ίδιοι υποστήριζαν το αντίθετο. Η αλήθεια βέβαια είναι πως οι Ντονμένδες είχαν περισσότερες σχέσεις με διάφορες μουσουλμανικές αιρέσεις, όπως οι Σούφι, παρά με τους ορθόδοξους Σουνίτες.

Από