Η Στ’ Οικουμενική Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (7 Νοεμβρίου 680 μ.Χ.)

Ο Κωνσταντίνος Πωγωνάτος, όπως και ο Κώνστας, ασχολήθηκε με το θέμα του Μονοθελητισμού, τον οποίο θέλησε να εξαφανίσει μια για πάντα από την αυτοκρατορία του.

Συγκάλεσε το 680 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη την ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία διήρκησε ένα περίπου έτος. Την φροντίδα για την σύγκλιση της Οικουμενικής Συνόδου ανέθεσε στον πάπα Ρώμης Αγάθωνα, ελληνικής καταγωγής, δίνοντας του έτσι, την ευκαιρία να τερματίσουν από κοινού την αίρεση του Μονοθελητισμού, η οποία πολλές φορές στο παρελθόν είχε γίνει δεκτή από διάφορους πάπες. Ο Αγάθων διεξήγαγε συμβούλια σε ολόκληρη την Δύση, προκειμένου οι εκπρόσωποι του να παρουσιάσουν την καθολική παράδοση της Δυτικής Εκκλησίας.

Βέβαια, θα πρέπει να έχουμε κατά νου, ότι δεν ξέρουμε τα πραγματικά αίτια της αντιπαλότητας με τους λεγόμενους μονοφυσίτες ή αργότερα μονοθελητές κτλ. Το σίγουρο είναι ότι σαν αίτιο τέτοιου σπαραγμού μέσα στην εκκλησία, είναι γελοίο και παιζότανε καρέκλες, εξουσίες και πολύ χρήμα και βέβαια η αέναη διαμάχη των Αδελφοτήτων του σκότους, αφού από τα τέλη του 5ου αιώνα, όλοι είχαν δεδομένη την Παλαιά Διαθήκη και τον Μωσαϊκό νόμο, σαν ιερό, άσχετα αν δεν τον εφάρμοζαν παντού.

Σήμερα, η ελληνορθοδοξία έχει καταργήσει την εφαρμογή του μωσαϊκού νόμου, εδώ και πολλούς αιώνες, αφού ούτε λιθοβολισμοί γίνονται, ούτε κόσμος καίγεται στην πυρά, κτλ. κτλ.

Στην Σύνοδο, η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 7 Νοεμβρίου του 680 στο αυτοκρατορικό παλάτι, έλαβαν μέρος 289 πατέρες, υπό την προεδρία των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Γεωργίου και Αντιόχειας Μακαρίου. Οι μονοθελητές εξέθεσαν την άποψη τους και στη συνέχεια αναγνώστηκε η επιστολή του πάπα Αγάθωνα, με την οποία εξηγούσε ότι ο Χριστός είχε δυο φύσεις, μια θεϊκή και μια ανθρώπινη. Ο πατριάρχης Γεώργιος ασπάστηκε το περιεχόμενο της επιστολής, όπως και οι περισσότεροι επίσκοποι και η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος κατέληξε τον Σεπτέμβριο του 681 ως εξής:

Καταδίκασε τον Μονοθελητισμό και τον Μονοενεργητισμό, καθώς και τους επιφανέστερους εκπροσώπους τους: τον πάπα Ρώμης Ονώριο, τέσσερις οικουμενικούς πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως (Σέργιο, Πύρρο, Παύλο Β’ και Πέτρο), τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύρο, τον πατριάρχη Αντιοχείας Μακάριο και τους επισκόπους Στέφανο, Πολυχρόνιο και Κωνσταντίνο, οι οποίοι είχαν αποδεχθεί την «Έκθεση» του Ηρακλείου. Όλοι τους, ζώντες ή νεκροί, αναθεματίστηκαν και οι ζώντες καθαιρέθηκαν και εκδιώχθηκαν από την εκκλησία ως αιρετικοί.

Δικαίωσε μετά θάνατον τους αγώνες και την χριστολογία του Σωφρονίου, μετέπειτα πατριάρχη Ιεροσολύμων και σφοδρού πολέμιου του Μονοθελητισμού και του απλού μοναχού Μαξίμου του Ομολογητή, του οποίου η διδασκαλία αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της Συνόδου. Η Σύνοδος μάλιστα ενέκρινε και ψήφισε ως αυθεντικό δογματικό κείμενο την επιστολή του Σωφρονίου, με την οποία αντιτασσόταν στην «έκθεση» του Ηρακλείου.

Αποφάνθηκε ότι η χριστολογία των μονοθελητών ήταν «μεταμφιεσμένη» επανεμφάνιση της ήδη καταδικασμένης από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο αίρεσης του Μονοφυσιτισμού.

Επανέλαβε την θεολογική διατύπωση της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου και δογμάτισε ότι ο Ιησούς Χριστός έχει θεία και ανθρώπινη θέληση. Υπάρχουν δυο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, υπάρχουν και δυο φυσικές θελήσεις και δυο φυσικές ενέργειες, η θεία και η ανθρώπινη, οι οποίες ενεργούν «αδιαιρέτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως, αχωρίστως, ασυγχύτως» χωρίς να υπάρχει αντιπαλότητα μεταξύ τους, όπως ακριβώς προκύπτει και από τις ίδιες τις Ευαγγελικές διηγήσεις.

Σύμφωνα, λοιπόν, και με την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου, δογμάτισε ότι στο ένα πρόσωπο του Χριστού, την θεότητα, αποδίδονται ιδιότητες των δυο φύσεων, της κτιστής και της άκτιστης, της παθητής και της απαθούς.

Για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε πλήρως η θειότητα του Αγίου Πνεύματος και η ομοουσιότητα του με τον Πατέρα, αποδεχόμενη ότι είναι κι αυτό «Φως εκ Φωτός και Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού».

Για πρώτη φορά, επίσης, παραδέχθηκε ότι δογματίζει «απλανώς» και όχι «αλαθήτως».

Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος αποτέλεσε την κατάληξη των θεολογικών και εκκλησιαστικών ερίδων, οι οποίες κατά τον 7ο αιώνα συντάραξαν την βυζαντινή αυτοκρατορία. Το θέμα αν ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο τέλειος δηλαδή Θεός και ο τέλειος άνθρωπος με την μια Υπόσταση (το ένα πρόσωπο), έχει μια ή δυο ενέργειες και θελήσεις, βρήκε μετά από πενήντα χρόνια οριστική απάντηση. Η Σύνοδος επικύρωσε τις προηγούμενες πέντε Οικουμενικές Συνόδους και «θεώρησε» τον εαυτό της ως Οικουμενική, ενώ το κανονιστικό της έργο (όπως και της Ε’) συμπληρώθηκε από την επόμενη Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο του 691.

Μετά ή κατά την διάρκεια της Συνόδου, επίσης, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πωγωνάτο και την Αγία Έδρα της Ρώμης για την κατάργηση ή την μείωση του αντιτίμου, το οποίο ήταν υποχρεωμένοι οι πάπες να καταβάλουν στο δημόσιο για την εκλογή τους, μια τακτική που παρέπεμπε στην σιμωνία.

Στην ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο υπάρχει για πρώτη φορά καταδίκη πάπα της Ρώμης, εκτός απ’ την πληθώρα πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιόχειας, γεγονός που αποδεικνύει το απαράδεκτο των παπικών αιτημάτων περί «αλάθητου» του πάπα.

Τα διατάγματα που υπογράφηκαν εστάλησαν στον πάπα. Ο Αγάθων είχε ήδη πεθάνει και την θέση του είχε αναλάβει πλέον ο Λέων ο Β’, ο οποίος δέχθηκε τα ψηφισθέντα από την Σύνοδο, αναθεμάτισε και ο ίδιος τον Ονώριο και ανέφερε ότι η Σύνοδος επικύρωσε όσα είχε προηγουμένως αποφασίσει παρόμοια σύνοδος στη Ρώμη. Για τον Ονώριο χαρακτηριστικά ανέφερε ότι «δεν φώτισε την αποστολική ρωμαϊκή εκκλησία με την διδασκαλία της αποστολικής παράδοσης, αλλά επέτρεψε την άσπιλη πίστη να μιανθεί με την βέβηλη προδοσία». Η καταδίκη, πάντως, του πάπα Ονώριου ανακλήθηκε από την Α’ σύνοδο του Βατικανού, καθώς αποτελούσε κώλυμα για την καθιέρωση του παπικού αλάθητου.

Όσον αφορά τους αναθεματισμούς και τους αφορισμούς, που όπως έλεγαν τους μοίραζαν από αγάπη, εννοείται ότι είναι σε πλήρη αντίθεση με την διδασκαλία του Χριστού και βασίζονται στο μίσος και τον σαδισμό του εβραϊκού Γιαχβέ.

Όσον αφορά τις αποφάσεις που υποτίθεται πήρε η τελευταία αυτή σύνοδος, τις πήρε «απλανώς», χωρίς να πέφτει σε πλάνη, αλλά όχι «αλάθητο». Δηλαδή δεν έπεσε σε πλάνη, αλλά μπορεί να έκανε και λάθος.

Αν κάποιος κάνει λάθος πέφτοντας σε πλάνη, η πρόθεση του είναι αγαθή μεν, αλλά κάνει λάθος, όχι όμως επίτηδες.

Αν όμως κάνει λάθος χωρίς να έχει πέσει σε πλάνη, τότε το κάνει το λάθος σκόπιμα. Ίσως να μην το καλοσκέφτηκαν αυτό που δήλωσαν στην σύνοδο αυτή. Ωστόσο, όσον αφορά τον Χριστό, τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά. Για να έρθει και να μας διδάξει και να μας σώσει, πήρε σώμα μέσα στο οποίο, αντί να μπει η ψυχή ενός ανθρώπου, μπήκε το ένα από τα τρία πρόσωπα τη; Αγίας Τριάδος.

Εφόσον λοιπόν έχουμε δίκιο σε αυτό, το πρόσωπο αυτό δεχόταν όλους τους επηρεασμούς του κόσμου της ύλης του Σατανά, αλλά το περιεχόμενο του σώματος ήταν τόσο ισχυρό, ο Υιός δηλαδή, ώστε μπόρεσε και έφερε εις πέρας την αποστολή του. Το σώμα υπέστη τα πάνδεινα, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση οι επηρεασμοί μέσω των πέντε αισθήσεων, να εμποδίσουν τον Υιό από το να φέρει εις πέρας το έργο, που του ανέθεσε ο Πατήρ.

Και ένα μικρό παιδάκι το καταλαβαίνει αυτό. Δεν μπορώ να φανταστώ μορφωμένους ανθρώπους να μαλώνουν για το αυτονόητο. Εννοείται ότι αυτό έφθασε σε εμάς σαν ιστορικό δεδομένο, και εννοείται ότι δεν είναι αληθές και τα πραγματικά αίτια είναι αυτά, τα οποία έχω γράψει ως τώρα.

Πηγή: Δημοσθένης Λιακόπουλος

ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ ΤΟΜΟΣ 62, ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΝΑΡΙΑ

Γουρλομάτης

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu