Greville Mc Donald: Μια συμπαντική παρτίδα σκάκι

Η ιστορία που ακολουθεί, γράφτηκε από τον Greville Mc Donald,

γιο του γνωστού George Mc Donald και περιγράφει αλληγορικά μια παρτίδα σκάκι. Ή για την ακρίβεια, το πώς αντιλαμβάνονται την έννοια του Θεού οι αγνωστικιστές και πώς είναι στην πραγματικότητα Αυτός.

 Μια φορά κι έναν καιρό, δυο μεγάλοι σκακιστές θα διαγωνίζονταν για να δουν ποιος είναι ο καλύτερος για πάντα. Οι κανόνες του παιχνιδιού ήταν δικής τους επινόησης και διαφορετικοί από τους γνωστούς σε εμάς: ο καθένας για παράδειγμα θα έπρεπε να φτιάξει τα πιόνια του όσο καλύτερα μπορούσε και η ικανότητά του αυτή στη δημιουργία, θα ήταν ίση με την ικανότητα ελέγχου του παιχνιδού. Επίσης, ο καθένας θα έπρεπε να παίξει σε διαφορετική σκακιέρα. Σοφοί άνθρωποι θα έρχονταν να κρίνουν στο τέλος ποιος από τους δύο είναι καλύτερος. Τώρα, ο κάθε παίχτης έφτιαξε τα πιόνια του, το βασιλιά του, τη βασίλισσά του, τους επισκόπους του, τους ιππότες του (σημείωση: το πιόνι που εμείς ονομάζουμε “αξιωματικό”, στα αγγλικά ονομάζεται “επίσκοπος”, ενώ αυτό που λέμε “άλογο”, αυτοί το λένε “ιππότη” και αυτόν τον τύπο θα κρατήσουμε), τους πύργους και τους στρατιώτες του με τόση μαστοριά, που ποτέ ξανά δεν είχε δει κανείς. Και αυτό επειδή τους είχε δοθεί η αιωνιότητα για να φτιάξουν τα πιόνια τους. Αλλά όταν όλα ήταν έτοιμα και το παιχνίδι ήταν να αρχίσει, κανείς σοφός δεν βρέθηκε να πάει για κριτής. Άσχετα που αρκετοί προθυμοποιήθηκαν για τον τίτλο... Και έτσι, οι δύο παίκτες συμφώνησαν να κριθούν από τα ίδια τα πιόνια τους.

  Για λίγο, η ικανότητα των δύο τους φαινόταν ίση και το παιχνίδι προχωρούσε με τόση εμβρίθεια σκέψης και τόση κομψότητα διανόησης, ώστε τα πιόνια (τα οποία είχαν προικιστεί και με μια κάποια αντίληψη) ήταν τόσο έκθαμβα, που άρχισαν να σκέφτονται μήπως οι επιλογές και οι πράξεις τους δεν ήταν υπό το δικό τους έλεγχο και ευθύνη. Μα πριν περάσουν πολλοί αιώνες παιχνιδιού, το παιχνίδι των δύο παικτών άρχισε να γίνεται πολύ διαφορετικό. Η ικανότητα του μαύρου παίκτη παρέμενε όπως και πρώτα. Μπορούσε να υπολογίζει ότι τα πιόνια του θα έκαναν όπως τους πρόσταζε και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θα δρούσαν απαράλλακτα όπως και χιλιάδες χρόνια πριν. Η σκακιέρα του παρέμενε τόσο δίκαιη και άμεμπτη, όσο ήταν και τη στιγμή που βγήκε από το εργαστήρι που την κατασκεύασε. Και το παιχνίδι του ήταν τόσο καλό, που μετά βίας θα μπορούσε να γίνει καλύτερο. Η σκακιέρα ήταν τόσο φωτεινή, ηλιόλουστη, ευχάριστη για να ζεις εκεί, που τα πιόνια δεν ήθελαν τίποτε καλύτερο, μιας και παρέμεναν, όπως στην αρχή ήταν, δηλαδή αριστουργήματα. Και το ήξεραν.

  Μα ο παίκτης που είχε τα λευκά πιόνια ήταν διαφορετικός. Και η δουλειά του διέφερε, αν και σε τελική ανάλυση εξακολουθούσε να συμμορφώνεται με τους κανόνες που είχαν τεθεί αρχικά. Καθώς έβλεπε την γαλήνια υποταγή των πιονιών του και την υπακοή στη θέλησή του, όσο παράξενο ή ανόητο κι αν φάνηκε στον αντίπαλό του, έμαθε να αγαπά τα καημένα δημιουργήματά του, και τότε επιθύμησε κάτι πέρα από την εξάσκηση της δικής του ικανότητας και δύναμης: αποφάσισε λοιπόν (όσο ανόητο και αν φαίνονταν στον μαύρο παίκτη και στα μαύρα πιόνια) να διδάξει στα πιόνια του, βασιλείς και βασίλισσες, πύργους και ιππότες, επισκόπους και στρατιωτάκια, να καταλαβαίνουν το παιχνίδι ώστε να επιλέγουν μόνοι τους τις κινήσεις που ήθελαν να κάνουν. Θα σκέφτονταν το πού είναι ασφαλές για αυτούς, επειδή ο κύριός τους τούς χρειάζεται. Θα έψαχναν τρόπους να βοηθήσουν καλυτερα αυτούς που τα χρειάζονταν, ώστε ο κύριός τους να μη μετανιώσει για την ελευθερία που τους έδωσε. Και τέλος, θα αποκτούσαν υψηλότερη αίσθηση του παιχνιδιού και των κανόνων του και θα μάθαιναν να συνεργάζονται μαζί του, με τον δημιουργό τους και το δημιουργό των κανόνων τους. Και θα έκαναν το παιχνίδι πιο βαθύ, με το να επιλέγουν αν θέλουν να βοηθήσουν τον κύριό τους να νικήσει.

  Αλλά, όπως θα σκεφτήκατε κι εσείς, έφτασε τότε ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα, το οποίο είχε προβλέψει και ο δημιουργός των ελεύθερων πιονιών. Ενώ δεν μπορούσαν να κινηθούν διαφορετικά από τους κανόνες του παιχνιδιού, τουλάχιστον όχι χωρίς να τους βρουν τρομερές συμφορές, μπορούσαν να έχουν επιλογή για τις κινήσεις και τα κίνητρά τους. Και επειδή πολλά πιόνια κινούνταν απερίσκεπτα και πολλά τεμπέλικα, μιας και κάποια αποφάσισαν να αρνηθούν την υποχρεώσή τους να υπακούν τους κανόνες, η καταστροφή έμοιαζε να επέρχεται στο παιχνίδι αυτού του παίκτη που αγαπούσε τα πιόνια του. Και τα πιόνια, άσπρα και μαύρα, είπαν ότι είναι αδύναμος και έχει ανόητες επιθυμίες. Κάποιοι έφτασαν να πουν ότι αν αγαπούσε τα πιόνια του όπως έλεγε, θα τα κρατούσε υποταγμένα αυστηρά κάτω από τους κανόνες του παιχνιδιού.

  Και η σκακιέρα του λευκού παίκτη άρχισε να γίνεται παράξενη στην όψη και ακατανόητη. Τα τετράγωνά της, άρχισαν να θολώνουν και τα λευκά τετράγωνα, εκεί που ήταν σπαρμένα με λευκές μαργαρίτες, άρχισαν να μαυρίζουν από την καπνιά που ξερνούσαν τα ψηλά κτίρια στα οποία είχαν μετεξελιχθεί οι πύργοι και τα οποία, τα φτωχά στρατιωτάκια σχεδόν είχαν θεοποιήσει, ως πρότυπα προόδου και επιτυχίας. Τα σκιερά δάση κόπηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα στις καμινάδες, για να βρωμίζουν τα λιβάδια. Τα ποτάμια που χώριζαν τα τετράγωνα, γέμισαν με τόση βρωμιά, που δεν πάσχιζαν πλέον να ζήσουν, παρά μόνο έβρισκαν το θάνατο. Και τα γαλάζια τους νερά, έγιναν κόκκινα από τα ρεύματα απληστίας και μίσους που χύνοταν σε αυτά. Γιατί; Επειδή μερικά στρατιωτάκια, αν κάποιο ανάμεσά τους το θεωρούσαν πιο ευνοημένο από τον παίκτη και κύριό τους, το μισούσαν, το άφηναν να πεθάνει από το πείνα ή το έσφαζαν. Κάποιοι βασιλιάδες έφτασαν να γίνουν τύραννοι και θέλησαν να στερήσουν την ελευθερία από όποιον αμφέβαλε για το νόμιμο της εξουσίας τους. Κάποιοι ιππότες κατάντησαν τεμπέληδες μιας και, έχοντας μετατρέψει τους πύργους τους σε καμινάδες εμπορικής επιτυχίας, ανάγκαζαν τους στρατιώτες να ρίχνουν συνεχώς καύσιμα σε αυτές, και με αυτόν τον τρόπο στερήθηκαν το εκ γενετής δικαίωμά τους στην εργασία και την ελευθερία. Και κάποιοι επίσκοποι, οι οποίοι έλεγαν ότι καταλαβαίνουν το θέλημα του κυρίου τους, έγιναν και αυτοί άπληστοι για ισχύ και θέλησαν, όπως οι βασιλείς πιο πάνω, να στερήσουν την ελευθερία από τους ανθρώπους και να αλυσοδέσουν τα μυαλά τους -αν όχι και τα σώματά τους. Είπαν «Ο κύριος μπορεί να σου έδωσε ελευθερία συνείδησης, μα εμείς πρέπει να την ρυθμίζουμε. Σου έχει δώσει σίγουρα τη δύναμη της λογικής, αλλά εμείς πρέπει πρώτα να την εγκρίνουμε». Και βλέποντας αυτά, ο παίκτης δούλεψε όσο σκληρότερα μπορούσε, επιμένοντας στην αρχική του πρόθεση. «Η παρτίδα δεν τελείωσε ακόμα!» φώναξε. «Έχουμε ένα εκατομμύριο χρόνια μπροστά μας; Αν μπορέσω να βρω ένα στρατιώτη, βασιλιά ή επίσκοπο που να έκανε καλή χρήση της ελευθερίας που του έδωσα, αυτός αξίζει περισσότερο από όλα τα άβουλα πιόνια! Αυτός αξίζει περισσότερο από όλες τις απογοητεύσεις μου, όλα τα χρόνια της σκληρής δουλειάς μου!».

  Μα ο κύριος των μαύρων πιονιών, και τα ίδια τα μαύρα πιόνια, μέχρι και πολλά από τα λευκά, στράφηκαν εναντίον του λευκού παίκτη επειδή η κρίση τους ήταν μολυσμένη. Είπαν ότι αν ήταν παντοδύναμος, θα είχε λυτρώσει τα στρατιωτάκια του από τις τυραννίες αυτών που τους είχε τοποθετήσει ως καθοδηγητές τους. Είπαν όταν αν ήταν πανάγαθος, θα τα είχε αποτρέψει από το να γίνουν άπληστα και τεμπέλικα. Είπαν ότι αν ήταν όντως παντογνώστης, θα τα είχε προικίσει με τόση σοφία, ώστε να μη φτάσουν να ανταλλάσουν τον Άρτο της Ζωής με τα μήλα της Νεκράς Θάλασσας. Και τα λευκά πιόνια δυνάμωναν και δεν υπολόγιζαν την ελευθερία, η οποία ήταν η αιτία της δυνάμωσής τους. Αλλοίμονο, έφτασαν να αρνηθούν την ύπαρξή της. Πούλησαν τα σώματά τους στη σκλαβιά για χάρη της άνεσης και της μη κερδηθείσας δύναμης, σε έναν Μαμμωνά που τους έδινε χρυσό. Πούλησαν τα μυαλά τους για να μη χρειάζεται να κάνουν το κόπο να σκέφτονται. Υποτάχθηκαν σε ψευδοεκκλησίες οι οποίες, καθώς δεν εμπιστεύονταν τα προνόμια που είχαν δοθεί στα πιόνια, φοβόταν την ελευθερία εξ αιτίας της κατάχρησής που της κάνανε.

  Και εδώ τελειώνει το παραμύθι μας. Θα πρέπει τώρα να υποδείξω το ηθικό δίδαγμα; Είναι πολύ απλό και σύντομο. Στον κύριο των λευκών πιονιών, ο οποίος έσπειρε τους κήπους τους και διατήρησε την αγνότητά τους άσπιλη, έχουμε την ιδέα ενός πανάγαθου και παντοδύναμου Θεού. Ο δημιουργός των μαύρων πιονιών, συμβολίζει την ιδέα που έχουν κάποιοι αγνωστικιστές για το Θεό, για να αποφύγουν τις αμαρτίες και τα βάσανα της ζωής. Και τελειώσα το παραμύθι μου εδώ, ώστε να φαίνεται το πραγματικό μέγεθος της ανθρώπινης βελτίωσης και αποτυχίας. Και πιστεύω ότι αξίζει να αναζητούμε την αλήθεια, είτε στη Φύση, είτε στις καρδιές των ανθρώπων, είτε στις γραφές για ένα γεγονός της ιστορίας μας, το οποίο μας έδωσε να καταλάβουμε τη σπουδαιότητα των πραγμάτων. Γνωρίζετε ήδη ποιο είναι αυτό το γεγονός, η έλευση ανάμεσά μας Ενός που η προσωπική Του ζωή ήταν εμπνευσμένη από το νόμο και αποκαλύφθηκε πανέμορφη. Ενός που η κοινωνική Του ζωή ήταν γεμάτη από αγάπη για τα παιδιά των ανθρώπων και κατέληξε σε θλίψη, γιατί αρνήθηκαν την αλήθεια. Ενός του οποίου η ένωση με τον αιώνιο Νόμο υπερβαίνει κάθε εγκόσμια υποχρέωση και αυτό αποκαλύφθηκε με τη θυσία Του και με την αναχώρησή Του από αυτούς που αγαπούσε, ώστε να μπορέσουν να βελτιωθούν και να γνωρίσουν επιτέλους την ελευθερία στην πίστη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ1991ΕΛ

photo pexels