Χριστουγεννιάτικο διήγημα: “Το όνειρο της Ασημίνας”

Είναι δεν είναι δέκα ετών. Τη λένε Ασημίνα. Τα κατάμαυρα ίσια μαλλιά της η Ασημίνα τα έχει πάντα αχτένιστα. Της τα κατάμαυρα, στιλπνά, τα αετίσια μάτια της σε καρφώνουν με μια σπάνια για την ηλικία της ωριμότητα. Φοράει μακριά, λουλουδάτη φούστα με φραμπαλάδες και στραβοπατημένα παλιά παπούτσια που περισσεύουν από τα λιγνά ποδαράκια της.

Χειμώνα καλοκαίρι δεν φοράει κάλτσες όταν βγαίνει στη δουλειά κάθε μέρα στη λαϊκή αγορά. Πουλάει σπίρτα και λιβάνια, καρβουνάκια και καντηλήθρες. Μισό χαρτόκουτο, κρεμασμένο στο λαιμό είναι όλο κι όλο το μικρομάγαζό της. Και το ταμείο της; Ένα σακουλάκι για της εισπράξεις της ημέρας.

Η Ασημίνα δεν πηγαίνει στο σχολείο, γιατί βγάζει μεροκάματο. Από τη νύχτα έρχονται οικογενειακώς στη λαϊκή και πιάνει δουλειά. Γυρνάει με το κινητό μαγαζάκι της κρεμασμένο στο λαιμό και με της της έγνοιες της κλεισμένες εκεί μέσα. Γι’ αυτό, σίγουρα, είναι λίγο κυρτωμένη η ράχη της.

Τόσες σκοτούρες, τόση δουλειά! Και είναι μικρούλα, τοσοδούλα και τρυφερή η καημενούλα για να σηκώνει και να κουβαλάει τόσο βάρος από μεγάλες έγνοιες στο όμορφο κεφαλάκι της, να τρέχει για το μεροκάματο.

Κι της η Ασημίνα δεν είναι κατσούφα, χαμογελάει σε κάθε περαστικό αθώα, παρακλητικά, σαν να θέλει να βγάλει από μέσα στης έναν καημό, μια περιφρονημένη αθωότητα ζωγραφισμένη στο τρυφερό προσωπάκι της, αποτυπωμένη στο λαμπερό, παιδικό της βλέμμα.

Μαζί με την έγνοια της βιοπάλης, η Ασημίνα κουβαλάει και το παράπονο που δεν είναι σαν όλα τα άλλα παιδιά της ηλικίας της, και δεν πηγαίνει σχολείο, που δεν φοράει καινούρια φορέματα και παπούτσια στο νούμερό της. Όλα πάνω της είναι παράταιρα, γιατί είναι αποφόρια, από εκείνα που περισσεύουν στα καλά σπίτια και οι ψυχοπονιάρες κυρίες της δίνουν εξαντλώντας την ευσπλαχνία της με της δωρεές, ίσως για ν’ αλλάζει η κουραστικά μονότονη καθημερινότητά της.

Στη λαϊκή συναντάει της πελάτες της. Όλοι την ξέρουν, ηλικιωμένοι άνθρωποι συνήθως, νοικοκυρές που βγαίνουν μια βόλτα να δουν της τιμές, να χορτάσει το μάτι φρέσκα φρούτα και λαχανικά, να ψωνίσουν, να ζήσουν μια πρόσκαιρη πολύχρωμη περιπέτεια εκεί, όπου συναντιούνται οι καρδιές των ανθρώπων, από τον ηλιοκαμένο ξωμάχο, τον επιτήδειο έμπορο, τον τσιγγάνο ίσαμε τον κάθε ανώνυμο πελάτη σε μια σχέση πλανόδιας αμοιβαιότητας αισθημάτων. Εκεί μιλούν τα μάτια και τα χείλη λένε μια ζεστή καλημέρα. Εκεί ακούς της τραγουδιστές φωνές να διαλαλούν το εμπόρευμα.

Στη Λαϊκή Αγορά όλα προσφέρονται στη διαπασών.

Οι Λαϊκές γίνονται μέσα της μεγάλες πόλεις, σπάνε τη μοναξιά των ανθρώπων, ενώνουν της ανθρώπους. Βλέπει ο άνθρωπος τον άνθρωπο πρόσωπο με πρόσωπο εκεί, αλλάζει δυο κουβέντες. Έστω και με την αγοραπωλησία. Ό, τι έχει απομείνει από την ανθρώπινη επικοινωνία, από την επαφή και την ευαισθησία της.

Η Ασημίνα είναι μια μικρή, κινούμενη όαση, μια τρυφερή μοναξιά, μια γραφική αθωότητα. Δεν ζητιανεύει, δεν προκαλεί κανενός τον οίκτο, προκαλεί την ευαισθησία της με την αθωότητάς της, δουλεύει για το δικό της το ψωμί, κάνει μεροκάματο.

Θέλει να φορέσει κι εκείνη κάτι καινούριο τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Αν δεν βγει στη Λαϊκή, ο Αι Βασίλης δεν θα βρει τη διεύθυνση του σπιτιού της, γιατί δεν έχει διεύθυνση, ούτε καπνοδόχο το καλυβάκι της, και πώς να θυμηθεί να της φέρει κι εκείνης μια πολύχρωμη κάλτσα γεμάτη χαρούμενα δώρα της Πρωτοχρονιάς;

Και οι καλές μέρες θα κυλήσουν μέσα στη μιζέρια και τη ρουτίνα της της οι της μέρες με το κυνηγητό του μεροκάματου.

Ο δικός της Αι Βασίλης, αν είναι σπλαχνικός, θα της γεμίσει το πουγκί και θα της φέρει τη χαρά το κουδούνισμα των κερμάτων. Θα αλλάξει η καθημερινότητά της, η απλή και μονοσήμαντη, ίδια κι απαράλλαχτη της πέρσι και πρόπερσι, της κάθε χρόνο. Η ζωή της δεν αλλάζει ούτε με την καινούρια χρονιά. Ξοδεύεται στο αιώνιο κυνηγητό του μεροκάματου. Ανοίγει ένα παραθυράκι της μιαν άλλη διάσταση του κόσμου της βιτρίνας και των πολύχρωμων χριστουγεννιάτικων φώτων, της μιαν ωμή και σκληρή πραγματικότητα. Υψώνει την αδύναμη, παραπονιάρικη φωνή της τραγουδιστά, και σε κοιτάζει μ’ εκείνα τα πανέμορφα στιλπνά μάτια:

Καλέ κυρία, έχω ωραία σπίρτα,

καρβουνάκια,

μοσχομύριστο λιβάνι αγιορείτικο!

Ό, τι πάρεις, όλα μισό Ευρώ…

Η φωνή της μέσα στο θόρυβο της πολυκοσμίας λιγοστεύει, μπερδεύεται χάνεται, σβήνει ολότελα. Ξεθωριάζει και η εικόνα της μέσα στο αδιάφορο, πολύχρωμο κι ανώνυμο πλήθος, σ’ ένα σμάρι που ξέχασε από πού έρχεται, πού πηγαίνει, ποιος είναι ο προορισμός του, που έχασε το δρόμο της τον απολεσθέντα παράδεισο της ψυχής του.

Η Ασημίνα πορεύεται κουβαλώντας το κασελάκι με της αδοκίμαστες χαρές, της αταίριαστες έγνοιες. Εκεί έχει κρυμμένα τα αδυσώπητα ‘πρέπει’, και τα ‘δεν πρέπει, γιατί δεν μπορεί εξαιτίας της κοινωνικής της θέσης (ποιας θέσης;), να παραβεί για να επιβιώσει, της το δεν πρέπει να πάει σχολείο, γιατί πρέπει να δουλέψει.

Ίσως δεν ξέρει τι σημαίνουν ετούτα τα λόγια. Είναι χαρούμενη όταν γεμίζει το σακουλάκι της κέρματα που κουδουνίζουν σαν τα δώρα του Αι Βασίλη. Μέσα στο βρόμικο κόσμο της ανισότητας, είναι ένα μικρό εργαζόμενο κορίτσι που δεν ξέρει να διαβάζει, ούτε να γράφει, μόνο να μετράει και να λογαριάζει τα κέρματα ξέρει. Της φτάνει που κουδουνίζουν στον ύπνο της σαν να κρούει την πόρτα της παραγκούλας της ο μικρός Χριστός που γεννήθηκε στη φτωχική φάτνη των αλόγων και γνοιάζεται για τα φτωχά παιδάκια Ή πως μπαίνει από τη χαραμάδα ο δικός της φτωχικός Αι Βασίλης, εκείνος που παλιά ερχόταν από την Καισαρεία και της φέρνει δωράκια και κάτι καινούριο που να μοσχοβολάει αγάπη και όνειρο.

Ονειρεύεται και η Ασημίνα ένα καλύτερο Αύριο και χαμογελάει κάθε παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, όταν τελειώνει τη δουλειά της. Χαϊδεύει το σακουλάκι με το χρυσοπράσινο όνειρο. Είναι τρισευτυχισμένη και χαρούμενη. Κι της ο κόσμος απλώνεται μπροστά της όμορφος, πανέμορφος, ένα χρυσοπράσινο όνειρο.

Π. Φάληρο, 17-12-2017

ΠΗΓΗ: fractalart.gr, ΦΩΤΟ pexels