Τζορντάνο Μπρούνο : Η συγκλονιστική ιστορία του ανθρώπου που κυνηγήθηκε για τις ιδέες του.

Μεταφερόμαστε στο Φεβρουάριο του 1548 στην πόλη Νώλα της Ιταλίας,

όπου γεννιέται ένα μικρό αγόρι, ο Φίλιππος Μπρούνο. Σε ηλικία έντεκα ετών, ο μικρός Μπρούνο αφήνει την Νώλα και ταξιδεύει για σπουδές στη κοντινή Νάπολη. Εκεί παρακολουθεί μαθήματα πάνω στις ανθρωπιστικές επιστήμες, τη λογική και τη διαλεκτική.

Στην ηλικία των δεκαεπτά ετών, ο νεαρός πλέον Φίλιππος, μπαίνει στο Τάγμα των Δομινικανών μοναχών στο μοναστήρι του Σαν Ντομένικο Ματζόρε. Με την είσοδό του σε αυτό, λαμβάνει το όνομα «Τζορντάνο»με το οποίο μέλλει να μείνει παγκόσμια γνωστός πολλά χρόνια
αργότερα. Χειροτονείται ιερέας τους τάγματος το 1572, σε ηλικία εικοσιτεσσάρων ετών, ενώ κατά την παραμονή του στη Νάπολη, γίνεται γνωστός μεταξύ των άλλων, για την μοναδική ικανότητά του στην τέχνη της απομνημόνευσης. Δημιουργεί ένα μοναδικό μνημονικό σύστημα και ταξιδεύει μέχρι και τη Ρώμη για να πραγματοποιήσει επίδειξη του στον Πάπα Πίο τον πέμπτο και τον καρδινάλιο Ρεβίβα, οι οποίοι τον τιμούν για την εξέχουσα αυτή ικανότητά του.

Ταυτόχρονα όμως, η ατέρμονη θέληση του για αναζήτηση, μάθηση και ελεύθερη σκέψη, του προκαλούν δυσκολίες. Στο μοναστήρι του Σαν Ντομένικο Ματζόρε μένει για περίπου δέκα χρόνια συνολικά. Ο Μπρούνο αφιερώνει αυτά τα χρόνια στην αναζήτηση της αλήθειας. Ξοδεύει ώρες ολόκληρες διαβάζοντας κείμενα παλιών φιλοσόφων. Μελετά οτιδήποτε πέφτει στα χέρια του με ελεύθερο πνεύμα και τολμά να αμφισβητεί τις παγιωμένες θρησκευτικές και επιστημονικές πεποιθήσεις της εποχής, πράγμα που τον κάνει να διαφέρει απ όλους όσους βρίσκονται εκεί. Επίσης αφαιρεί δυο φορές από το κελί του κάποια αγαλματίδια αγίων ενώ αφήνει μόνο το σταυρό.

Σύντομα στο μοναστήρι, αρχίζουν να διαδίδονται φήμες για τις απόψεις του Μπρούνο. Λέγεται ότι δεν αποδέχεται τη θεϊκή φύση και την ανάσταση του Ιησού και πως δεν δέχεται τον τριαδικό διαχωρισμό του Θεού. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει πηγή που επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Ο Μπρούνο βλέπει μια ενότητα σε όλα τα πράγματα. Ο Θεός για εκείνον είναι παντού, ενιαίος και ήταν ταυτόσημος . Οι μοναχοί ξεσηκώνονται απο τις απόψεις του και τον κατηγορούν :
1) για το ότι διδάσκει αμφιλεγόμενες θεολογικές θεωρίες και ερμηνείες στους μαθητές του,
2) για το ότι κρύβει κάτω απ το στρώμα του κρεβατιού στο κελί του, απαγορευμένα κείμενα του Ερμή του Τρισμέγιστου και του Έρασμου.
3) για το ότι υπερασπίζεται την «αίρεση του αρειανισμού».
Ο Μπρούνο υποψιάζεται ότι θα τον καταδώσουν για αιρετικό στην εκκλησία και έτσι το 1576 αφήνει τη Νάπολη και κυνηγημένος για τις απόψεις του, αρχίζει ένα ταξίδι περιπλάνησης στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Αποφασίζει να πάει βόρεια προς τη Γενεύη, όπου επίσης αφορίζεται και καταδιώκεται για τις ιδέες του. Απογοητευμένος από τον φανατισμό και τον δογματισμό των Καλβινιστών μεταβαίνει στη Γαλλία. Αφού κάνει μια μικρή στάση στην Λυών, προχωρά στην Τουλούζη, η οποία είναι το προπύργιο του καθολικισμού. Εκεί γίνεται λέκτωρ φιλοσοφίας και μένει μέχρι το καλοκαίρι του 1581 όπου ξεσπά θρησκευτική έριδα. Αυτό τον αναγκάζει να φύγει για το Παρίσι, όπου αρχίζει να κάνει διαλέξεις περί θεολογικών ζητημάτων. Η φήμη του λόγω των θεωριών που διδάσκει αλλά της αξιοθαύμαστης ικανότητας του στην απομνημόνευση μεγαλώνει, και τραβά την προσοχή του Βασιλιά Ερρίκου του τρίτου.

Καθώς βρίσκεται στο Παρίσι, γράφει ασταμάτητα, και δημοσιεύσει αρκετά έργα του, όπως το «Ars Memoriae»(= η τέχνη της μνήμης) και «De umbris idearum»,(= Σκιές των ιδεών) που βασίζονται στο μοναδικό μοντέλο του περί της οργανωμένης γνώσης, ενώ παράλληλα γράφει και μια κωμωδία που συνοψίζει κάποιες φιλοσοφικές του πεποιθήσεις. Με συστατικές επιστολές απο τον Ερρίκο, μεταβαίνει στην Αγγλία.

Στην Οξφόρδη συνεχίζει τις διαλέξεις του, παρά το ότι αποτυγχάνει να πάρει τη θέση καθηγητή στο πανεπιστήμιο της πόλης. Ο Μπρούνο προκαλεί για άλλη μια φορά την κοινή γνώμη με τις «αιρετικές» πεποιθήσεις του αλλά και τον έντονα αιχμηρό σαρκαστικό χαρακτήρα του.

Διδάσκει ότι το σύμπαν είναι άπειρο και υπάρχουν αναρίθμητοι κόσμοι, αναρίθμητα ηλιακά συστήματα. Επιτίθεται κατά της κοσμολογίας του Αριστοτέλη, η οποία συμπίπτει με αυτή της εκκλησίας και τοποθετεί τη Γή στο κέντρο του κόσμου. Τα λόγια του αυτά καταρρίπτουν το αδιαπέραστο φρούριο που ύψωσε η Γιαχβεδοκρατική σοφία του εβραιοχριστιανισμού για τον κόσμο, μια μυθοπλασία που βύθισε επί αιώνες σε απύθμενα πνευματικά σκοτάδια την ανθρωπότητα.
Υποστηρίζει επίσης, ότι ο κόσμος που βλέπουμε δεν είναι ο πραγματικός αλλά αντίθετα όσα αντικρίζουμε είναι οι σκιές της πραγματικότητας.

Με αφορμή τις διαλέξεις του αυτές, ξεσπούν θύελλες αντιδράσεων από τους συντηρητικούς της εποχής. Σαν να μην έφτανε αυτό, ταυτόχρονα διδάσκει πως η θρησκεία είναι μέσο καθοδήγησης, διακυβέρνησης και υποδούλωσης των αμαθών μαζών, ενώ ή φιλοσοφία αντίθετα είναι η επιστήμη των έξυπνων και εκλεκτών. Το αποτέλεσμα είναι να χάσει την υποστήριξη των ισχυρών φίλων του όπως του Ερρίκου. Έπειτα δέχεται επίθεση από τον εξοργισμένο όχλο και φεύγει άρον άρον για το Λονδίνο. Εκεί συγγράφει και δημοσιεύει μερικά από τα σημαντικότερα έργα του όπως τo ¨Περί απείρου, σύμπαντος και κόσμου¨. Μετά από δυο περίπου χρόνια στην Αγγλία και αφού κυνηγήθηκε και εκεί επιστρέφει στη Γαλλία.

Από το Παρίσι, πάντα αεικίνητος, συγγράφει επιστολή στην οποία με 120 θέσεις αντιμάχεται την κοσμολογία του Αριστοτέλη, επομένως και της εκκλησίας. Προκαλεί πλέον «στα ίσια» τους υποστηρικτές της κοσμολογίας του Αριστοτέλη σε δημόσιο διάλογο. Ο δημόσιος αυτός διάλογος πραγματοποιείται, αλλά με διαφορετικό τρόπο απ ότι ήθελε ο Μπρούνο. Άνευ επιχειρημάτων τον χτυπούν, τον χλευάζουν για τις πεποιθήσεις του και τον αναγκάζουν άρον άρον να εγκαταλείψει τη χώρα.

Κυνηγημένος φτάνει στην Γερμανία, όπου ξεκινά να δίνει διαλέξεις σε αρκετά πανεπιστήμια της χώρας για να βγάλει τα προς το ζην. Πλέον, όπου κι αν πάει τον δέχονται με ύβρεις, προσβολές, εμπαιγμούς και ειρωνείες. Είναι μόνος, όπως ήταν πάντα αυτό το ελεύθερο, γενναίο πνεύμα, αφού σχεδόν κανείς δεν μπόρεσε να κατανοήσει το πάθος του για την αναζήτηση της αλήθειας. Μετά από αρκετή προσπάθεια παίρνει άδεια να διδάξει στο Βίτενμπεργκ. Παραμένει εκεί για δύο χρόνια, σύντομα όμως γίνεται ανεπιθύμητος και έτσι φεύγει για την Πράγα. Διδάσκει πλέον στο Χέλμστεντ, σύντομα όμως αφορίζεται και από τους Λουθηρανούς και αναγκάζεται να φύγει και από εκεί.

Μέσα σε αυτό το διαρκή κυνηγητό αλλά και την μοναξιά του, δέχεται μία ενδιαφέρουσα πρόταση-πρόσκληση από τον κόμη Τζιοβάνι Μοτσενίγκο. Ζητά απ το Μπρούνο να μεταβεί στη Βενετία για του διδάξει την τέχνη της απομνημόνευσης. Παράλληλα μαθαίνει για την ύπαρξη μιας κενής έδρα στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Πιστεύοντας ότι η Ιερά εξέταση έχει χάσει τα ίχνη του, επιστρέφει στην Ιταλία. Αποτυγχάνει, να πάρει την έδρα του πανεπιστημίου, λόγω των πεποιθήσεων του, και τότε αποφασίζει να αποδεχτεί την πρόσκληση του Μοτσενίγκο. Έτσι το 1592 μετακομίζει στη Βενετία, στο σπίτι του Μοτσενίγκο όπου για δύο μήνες είναι ο προσωπικός κατ΄οίκον δάσκαλος του.
Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως περίμενε. Ο Μοτσενίγκο θεωρεί οτι ο Μπρούνο έχει μεγάλη γνώση που όμως κρατά για εκείνον και δεν τη μοιράζεται μαζί του. Ο Μπρούνο όταν το καταλαβαίνει αυτό, ανακοινώνει στο μαθητή του πως αποφασίζει να φύγει από τη Βενετία και να επιστρέψει στη Γερμανία. Ετοιμάζει τα πράγματά του και πέφτει για έναν γρήγορο ύπνο, έχοντας στο μυαλό του να φύγει με το πρώτο ξημέρωμα.

Τίποτα δεν προμηνύει όμως αυτό που θα ακολουθήσει. Καθώς ο Μπρούνο κοιμάται στο σπίτι του Μοτσενίγκο, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο μαθητής του συνοδευόμενος από 6 στρατιώτες για να τον συλλάβουν. Ο ίδιος ο φίλος και μαθητής του, σαν άλλος Ιούδας, έχει προδώσει το δάσκαλό του στην Ιερά εξέταση. Από δω και πέρα αρχίζει ο δρόμος προς τον δικό του Γολγοθά, αυτόν της πυράς.

Ο Δρόμος προς την πυρά :

Οι Ιταλοί ιεροεξεταστές τον ανακρίνουν και τον φυλακίζουν. Έπειτα φτιάχνουν μια τεράστια λίστα με όλες τις «αιρετικές» του απόψεις. Πέρα των επιστημονικών «αιρέσεων» του η λίστα, που συνέταξαν οι ιεροεξεταστές, περιέχει και τις απόψεις ότι δεν υπάρχει κόλαση όπως την παρουσιάζουν οι Εβραιοχριστιανοί και πως ο Μωυσής είχε γνώσεις μαγείας και η δύναμή του δεν ήταν εκ Θεού. Επίσης λέγεται, ότι δεν δεχόταν το ότι ο Ιησούς γεννήθηκε από παρθένο και δεν δεχόταν την θεότητά του. Γιαυτές όμως τις κατηγορίες δεν έχουμε κάποια βάσιμη γραπτή μαρτυρία που να τις πιστοποιεί.

Για τις πεποιθήσεις του αυτές οι ιεροεξεταστές αποφασίζουν να τον κρατήσουν στη φυλακή για δύο χρόνια. Στα χρόνια αυτά ο Μπρούνο υπερασπίζεται τον εαυτό του υποστηρίζοντας το φιλοσοφικό χαρακτήρα των απόψεών του, ενώ δηλώνει ξεκάθαρα πως έχει αμφιβολίες για πολλές δογματικές θέσεις της εκκλησίας. Η Ιερά εξέταση της Βενετίας τον παραδίδει στην απάνθρωπη σκληρή Ιερά εξέταση της Ρώμης.

Μένει επτά χρόνια χρόνια στις φυλακές της Ρώμης όπου ανακρίνεται μετά φρικτών βασανιστηρίων. Του ζητούν να ανακαλέσει τις απόψεις του. Εκείνος απαντά πως δεν έχει να ανακαλέσει τίποτα. Του απαγορεύουν να γράφει και να διαβάζει. Tα βασανιστήρια συνεχίζονται, ο Μπρούνο όμως δεν ανακαλεί τα όσα πιστεύει. Βασανισμένος και καταβεβλημένος από την πείνα, στις 21 Δεκεμβρίου του 1599 οδηγείται στο δικαστήριο μπροστά σε έξι επισκόπους και εννιά καρδινάλιους όπου αρνείται να αποκηρύξει τις απόψεις του για ακόμη μια φορά.

Του δίνουν μια τελευταία ευκαιρία σαράντα ημερών να αποκηρύξει πλήρως
τις απόψεις του, εκείνος αρνείται. Δηλώνει πως :

1) δεν επιθυμεί να μετανοήσει
2) δεν υπάρχει λόγος να μετανοήσει,
3) δεν υπάρχει ζήτημα για το οποίο μπορεί να μετανοήσει,
4) αγνοεί για πιο πράγμα πρέπει να μετανοήσει.

Η ιερά εξέταση δια του Μπελαρμίν, σύμβουλου του ιερού δικαστηρίου, αποφασίζει να τον κάψει ζωντανό στην πυρά με την κατηγορία του αμετανόητου αιρετικού. Όταν του γνωστοποιείται η απόφαση, σαν άλλος Σωκράτης απαντά :

«Ίσως ο φόβος σας να με καταδικάσετε είναι μεγαλύτερος από τον δικό μου φόβο να το αποδεχθώ».

17 Φεβρουαρίου του 1600 :

Ο βασανισμένος Μπρούνο βρίσκεται στο σκοτεινό κελί της φυλακής της Ρώμης.
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν μέσα οι στρατιώτες. Τον σηκώνουν όρθιο και του κόβουν τη γλώσσα που δίδασκε όλες αυτές τις «αιρέσεις». ( ή κατ άλλους του την διαπερνούν με κάποιου είδους σίδερο.) Μέσα στους φρικτούς πόνους, με όση δύναμη έχει προσπαθεί να περπατήσει μόνος του, προς τον τόπο εκτέλεσης του, την πλατεία των λουλουδιών. Μοναχοί τον χλευάζουν και ψέλνουν προτρέποντάς τον να αρνηθεί τα όσα πιστεύει ενώ την ίδια ώρα όλα τα βιβλία του καίγονται σε μεγάλες στοίβες έξω από τον Άγιο Πέτρο.

Τον γδύνουν, τον δένουν στον πάσσαλο και ανάβουν τη φωτιά ή οποία είναι σιγανή για να σιγοψησουν τον “κακό αιρετικό”. Ο πάσσαλος παίρνει σιγά σιγά φωτιά. Εκατοντάδες γιαχβεδιστές μοναχοί, κληρικοί και φυσικά ο «θεοσεβούμενος» λαός παρακολουθεί το παρανάλωμα του πυρρός. Ο Τζορντάνο Μπρούνο ξεψυχά, ο θάνατος του σώματος τον οποίο περίμενε, τον λυτρώνει. Πολύ πριν από την εκτέλεσή του, σαν να γνωρίζει τι θα συμβεί, είχε αναφέρει στο έργο του «Περί Μονάδος»:
«… Προτίμησα ένα θαρραλέο θάνατο, από μία δειλή ζωή…»

Σχεδόν τρεις αιώνες μετά, στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Τζορντάνο Μπρούνο, οι Ιταλοί έστησαν ανδριάντα του, απ όπου όποιος ελεύθερος στην σκέψη άνθρωπος περνά, του αφήνει λίγα άνθη. Ο Μπρούνο έμεινε στην ιστορία ως το σύμβολο της ελεύθερης έκφρασης, ως ο μεγάλος εκείνος άνθρωπος που αναζήτησε την αλήθεια με κάθε κόστος, δίχως να φοβηθεί ποτέ τις συνέπειες. Η φιλοσοφία του Μπρούνο αποτέλεσε ένα μεγάλο αποφασιστικό βήμα για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα ψυχοφθόρα δόγματα και μέχρι σήμερα φωτίζει σαν φάρος τις ανθρωπιστικές και φυσικές επιστήμες, αλλά και κάθε ελεύθερα σκεπτόμενο ανθρώπο που αμφισβητεί το κατεστημένο της όποιας εποχής.

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu