Ο Καβαλάρης του Διαβόλου…

Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, όταν έλαβαν τέλος οι πόλεμοι του μεγάλου Κορσικανού, ολόκληρη η Ευρώπη ανάσανε, σαν να είχε απαλλαγεί από έναν φοβερό εφιάλτη και το έριξε στα γλέντια και στις διασκεδάσεις.

Θα έλεγε κανείς ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, από τους βασιλείς και τους μεγιστάνες έως τους μικροαστούς και τους εργάτες, ένιωθαν την ανάγκη να ξεσκάσουν πια, έπειτα από μια εικοσαετία που ήταν βουτηγμένοι στον τρόμο και στην αγωνία.

Την εποχή εκείνη, λοιπόν, η Βιέννη, η κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα της Αυστρίας, η πόλη των σπουδαίων μουσουργών και των μεγαλοπρεπών κέντρων διασκέδασης, ασχολούνταν με μανία με τους άθλους του περίφημου Κόμη Moric Sandor, ενός πλουσιότατου και ιδιαιτέρως ριψοκίνδυνου Ούγγρου αριστοκράτη. Παντού, στα σαλόνια των ευγενών και στα καπηλειά των εργατών, οι πάντες μιλούσαν για τις παράτολμες και παρακινδυνευμένες ιππευτικές επιδείξεις του Κόμη Sandor.

Όπως όλοι οι γόνοι των μεγάλων γαιοκτημόνων της Ουγγαρίας, που ήταν αναγκασμένοι να διατρέχουν έφιπποι τα απέραντα κτήματά τους, έτσι και ο Κόμης Moric Sandor, από μικρό παιδί, δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να βρίσκεται καβάλα πάνω στο άλογό του. Η ιππασία είχε γίνει το αληθινό του πάθος.

Περισσότερο τον ευχαριστούσε να γευματίζει έφιππος πάνω σ’ ένα από τα αμέτρητα άλογά του, παρά στην εντυπωσιακή σάλα της πολυτελούς έπαυλής του. Αισθανόταν μεγαλύτερη ηδονή να ανεβάζει το άλογό του σε μια στενή, στριφογυριστή σκάλα και να το βάζει εκεί να κάνει χορευτικές φιγούρες, παρά να χορεύει ο ίδιος στην αγκαλιά μιας πεντάμορφης Βιεννέζας.

Όταν ήθελε να επισκεφτεί κάποιον φίλο του, δεν πήγαινε από την πόρτα, αλλά πλησίαζε σ’ ένα από τα παράθυρα, έβαζε το άλογό του να ανορθωθεί και να ακουμπήσει τα μπροστινά του πόδια στο περβάζι και αφού στερεωνόταν στη στάση αυτή, χτυπούσε το άλογο με την οπλή του το τζάμι. Κι όταν το παράθυρο άνοιγε τελικά, ο Κόμης, με ένα θριαμβευτικό σάλτο, έμπαινε καβάλα στο σπίτι αυτό.


Επίσης, στις δεξιώσεις των αριστοκρατικών μεγάρων, όπου ήταν φυσικά περιζήτητος για τα ριψοκίνδυνα καμώματά του, εισέβαλε στα σαλόνια έφιππος. Ανέβαινε και κατέβαινε τις μαρμάρινες σκάλες καμαρωτός και κορδωμένος, χαμογελώντας για την αγωνία που έβλεπε στα πρόσωπα εκείνων που τον παρακολουθούσαν με το στόμα ανοιχτό. Συνήθιζε να πηδάει με το άλογό του πάνω από τα τραπέζια και πάνω από τα κεφάλια των συνδαιτυμόνων του και κατόπιν, οδηγούσε το άλογό του μπροστά στη θέση που ήταν προορισμένη γι’ αυτόν και δίχως να κατέβει από τη σέλα του, έτρωγε κι έπινε καβάλα.

Βεβαίως, δεν ήταν όλες του οι επιδείξεις επιτυχημένες. Συχνά είχε τύχει να παραπατήσει το άλογό του και να σκοντάψει. Και τότε, και οι δυο τους κατρακυλούσαν χάμω. Μα, αν και το άλογό του σκοτωνόταν ή τουλάχιστον σακατευόταν, το παράδοξο ήταν ότι εκείνος δεν είχε πάθει ποτέ στη ζωή του ούτε έναν τραυματισμό, ούτε έναν απλό μώλωπα.

Γι’ αυτό, άλλωστε, όλοι πίστευαν πως οι ιππευτικές του ικανότητες ήταν υπερφυσικές και τις απέδιδαν σε σατανική συνέργεια. Εν ολίγοις, είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι ο Κόμης Sandor είχε πουλήσει την ψυχή του στον Διάβολο, με τον όρο να μην παθαίνει ποτέ τίποτε στις ιππευτικές του επιδείξεις.

Μάλιστα, χάρη στην ιππευτική του δεινότητα, είχε κατορθώσει να γίνει γαμπρός του Πρίγκιπα επί τιμή και κατοπινού Πρωθυπουργού της Αυστρίας, του πανίσχυρου Klemens von Metternich και να παντρευτεί την πιο όμορφη κόρη του, έπειτα από ένα πολύ δύσκολο στοίχημα.

Ο Metternich, λοιπόν, είχε δύο θυγατέρες, από τις οποίες η μεγαλύτερη ήταν τόσο άσχημη, ώστε ήταν παντού γνωστή ως «πριγκίπισσα με τη γουρουνίσια μουσούδα». Η δεύτερη, αντιθέτως, ήταν θεϊκά όμορφη και χαριτωμένη. Με αυτήν ήταν ερωτευμένος ο Κόμης Sandor.


Όταν πήγε στον κράτιστο Metternich και του ανακοίνωσε ότι επιθυμούσε να γίνει γαμπρός του, ο τότε Καγκελάριος και μετέπειτα Πρωθυπουργός της Αυστρίας του πρότεινε να του δώσει την πρώτη του θυγατέρα. Φυσικά, η πρόταση αυτή δεν άρεσε καθόλου στον ερωτευμένο Ούγγρο ευπατρίδη. Ευτυχώς, όμως, του παρουσιάστηκε τότε μια ευκαιρία για να μπορέσει να υλοποιήσει το όνειρό του και να γλιτώσει από την κακάσχημη κόρη του Metternich.

Την εποχή εκείνη είχε μόλις κατασκευαστεί το πρώτο ατμόπλοιο, που επρόκειτο να διαπλέει τον Δούναβη ποταμό. Ο Klemens von Metternich σκόπευε να εγκαινιάσει το παρθενικό ταξίδι του από τη Βιέννη στη Βουδαπέστη. Έτσι, ένα βράδυ, σε μια εσπερίδα, ενώ ο παντοδύναμος άντρας της Αυστρίας μιλούσε με ενθουσιασμό στους συγκεντρωμένους για τα αγαθά των ατμόπλοιων και την εξαιρετική ταχύτητα που μπορούσαν να αναπτύξουν, ο Κόμης Sandor τον διέκοψε και του είπε:

«Μα, νομίζετε σοβαρά ότι προσφέρετε με τα ατμόπλοιά σας εκδούλευση στην Αυστρία; Ε, λοιπόν, εγώ σας βεβαιώ ότι το ατμόπλοιό σας δε θα μπορέσει να τρέξει γρηγορότερα από ένα άλογο. Είμαι βέβαιος πως αν ξεκινήσω έφιππος από δω, συγχρόνως με το πλοίο, θα φτάσω στη Βουδαπέστη πιο έγκαιρα απ’ αυτό».

Τότε, ο Metternich του αποκρίθηκε:

«Είστε πράγματι βέβαιος γι’ αυτό; Τότε ας βάλουμε ένα στοίχημα…»

Και το στοίχημα ετέθη. Αν ο Κόμης νικούσε και έφτανε πρώτος στην αποβάθρα της Βουδαπέστης, τότε θα παντρευόταν την όμορφη κόρη του Metternich. Αν όχι, θα παντρευόταν την άσχημη.

Η τύχη ή ο Διάβολος, όπως έλεγαν οι Βιεννέζοι, βοήθησε τον Κόμη να φτάσει πρώτος κι έτσι, παντρεύτηκε την όμορφη θυγατέρα, τη Leontine Adelheid Maria Pauline von Metternich, με την οποία ήταν και ερωτευμένος.


Κατά το 1850, ο Καβαλάρης του Διαβόλου, όπως τον είχαν επονομάσει οι σύγχρονοί του, αφού πέρασε τη νεότητά του με γλέντια και διασκεδάσεις, είχε πλέον μεταβληθεί σε ανθρώπινο ράκος. Είχε χάσει τα λογικά του και τον είχαν κλείσει σε μια νευρολογική κλινική. Στην κατάσταση αυτή έζησε για τριάντα χρόνια περίπου, έως ότου πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου του 1878.

Το περίεργο ήταν ότι την ώρα της κηδείας του, τα άλογα που τραβούσαν τη νεκροφόρα, αφηνίασαν έξαφνα και χωρίς προφανή αιτία, την αναποδογύρισαν και το φέρετρο κατέληξε καταμεσής του δρόμου.

Ο Καβαλάρης του Διαβόλου πετάχτηκε έξω από το εβένινο φέρετρο και το πτώμα του σωριάστηκε καταγής. Οι συγκλονισμένοι παριστάμενοι, που βρέθηκαν θεατές αυτής της μακάβριας σκηνής, άρχισαν να ψιθυρίζουν πως ο Διάβολος είχε μαλώσει με τους Αγγέλους, για να πάρει την ψυχή του Moric Sandor, η οποία άλλωστε του ανήκε μετά τη δοσοληψία που είχαν μεταξύ τους. Τραβούσε ο Διάβολος για να πάρει την ψυχή του Κόμη, τραβούσαν οι Άγγελοι για να την πάρουν εκείνοι, ώσπου, στο τέλος, το φέρετρο σωριάστηκε καταγής.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», στις 20/11/1930…

Από strangepress, ΦΩΤΟ: pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...