Το ποδόσφαιρο θριάμβευσε και η βασκική σχολή ποδοσφαίρου της Ισπανίας, το στυλ παιχνιδιού της διαρκούς πίεσης και του άμεσου ποδοσφαίρου, «γονάτισε» και κυριάρχησε κατά κράτος απέναντι στην πολυδιαφημισμένη Αργεντινή του Λιονέλ Μέσι.
Στο χορτάρι τα όποια αφηγήματα τελειώνουν και η καλύτερη ομάδα αποκαθιστά την τάξη.
Μπορεί η Ισπανία να μην φτάνει την Βραζιλία του 2002 ή την Γερμανία του 2014, αλλά ισοπέδωσε την Αργεντινή, η οποία αρκέστηκε στο σκληρό παιχνίδι, το οποίο έμεινε ξανά ατιμώρητο από τους διαιτητές και θύμισε το αντίστοιχο της Παραγουάης.
Ο προπονητής της Ισπανίας, Λουίς ντε λα Φουέντε, με βασκική καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του, γεννήθηκε στην Λα Ριόχα, περιοχή που απέχει ελάχιστα από την Χώρα των Βάσκων, ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά στο Μπιλμπάο φέρνοντας τον βασκικό ποδοσφαιρικό «αέρα» στην Εθνική Ισπανίας.
Η «Φούρια Ρόχα» κρατώντας στοιχεία από το παραδοσιακό της παιχνίδι, εισήγαγε την δυναμική, την διαρκή πίεση και το άμεσο ποδόσφαιρο των Βάσκων και «κατάπιε» τους Αργεντίνους και αν υπήρχε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην επίθεση, το σκορ θα είχε πάρει αστρονομικές διαστάσεις.
Οι τελικές ήταν 20-2 και 12-0 εντός εστίας!!!
Ο Λιονέλ Μέσι αρκέστηκε στο να «βαδίζει» στο γήπεδο, κάτι που αν είχε κάνει σε τέτοιον βαθμό ο Ρονάλντο της Πορτογαλίας, τα σχόλια θα ήταν «καυστικά» από το πρωί μέχρι το βράδυ, μιας και στην πλειονότητα της αθλητικής δημοσιογραφίας κυριαρχεί μια ανεξήγητη, εμμονική και μονόπλευρη προτίμηση στον αρχηγό της «Αλμπισελέστε», αγνοώντας το ίδιο το ποδόσφαιρο, το οποίο είναι πάντα εκεί για να βάλει στην θέση τους εκείνους που πρέπει.
Όταν δε η Αργεντινή έμεινε δικαίως με δέκα παίκτες μετά από αδιανότητο μαρκάρισμα, τότε ήταν σαν να αμυνόταν με εννέα παίκτες καθώς ο Μέσι ξεχνιόταν και χανόταν ακόμα και από την κάμερα.
Η διαφορά των δύο ομάδων ήταν κραυγαλέα και το δίκαιο συνέβη. Το ποδόσφαιρο θριάμβευσε, κλείνοντας τα «αυτιά» του…









