Τέρατα, θεότητες, πλάσματα της Αρχαίας Αιγύπτου και Ελλάδος

Είναι δύσκολο να διακρίνεις τέρατα και μυθικά πλάσματα από τους ίδιους τους θεούς στην Αιγυπτιακή ιστορία.

Που ταξινομείς για παράδειγμα την βασίλισσα Μπαστέτ με το κεφάλι γάτας ή τον θεό Anubis με το κεφάλι τσακαλιού; Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν συγκαταλέγονται στο επίπεδο των πραγματικών θεοτήτων, αλλά αντικατοπτρίζουν περισσότερο σύμβολα εξουσίας – ή αδίστακτων θεών που έπρεπε να επικαλούνται την εύνοιά τους, όπως τον θηλυκό δαίμονα με μισό σώμα λιονταριού, ιπποπόταμου, και κροκόδειλου, που ήταν γνωστή στους αρχαίους Αιγυπτίους σαν ταφική θεότητα και ο τίτλος της ήταν, αυτή «Που καταβροχθίζει τους Νεκρούς», «Που τρώει τις Καρδιές», και «Μεγάλη του Θανάτου».

** Η Αμμούτ, ή Αμμίτ
Η Αμμούτ ζούσε κοντά στη ζυγαριά της δικαιοσύνης στο Ντουάτ, τον Αιγυπτιακό κάτω κόσμο. Απεικονίζεται εν μέρει με σώμα λιονταριού, ιπποπόταμου, και κροκόδειλου. Στην Αίθουσα των Δύο Αληθειών, ο Άνουβις ζύγιζε την καρδιά ενός ατόμου από τη μια, με το φτερό της Μάατ, τη θεότητα της αλήθειας. Αν η καρδιά κρινόταν ότι δεν ήταν αγνή, η Αμμούτ την καταβρόχθιζε. Το πρόσωπο δεν μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του προς τον Όσιρι και η ψυχή γινόταν ανελέητη την αιωνιότητα. Η Αμμούτ ενσάρκωνε όλα όσα φοβόνταν οι Αιγύπτιοι, καθώς απειλούσε να φυλακίσει αιώνια τις ψυχές, αν δεν ακολουθούσαν την αρχή της Μάατ (Δικαιοσύνη). Συνδεόταν με τη θεά Ταουρέτ που είχε παρόμοια όψη, και ως σύντροφος του Βησά προστάτευε από το κακό.
Λέγεται ότι η Αμμούτ στεκόταν δίπλα σε μια λίμνη φωτιάς όπου ρίχνονταν οι ανάξιες καρδιές, και η λίμνη αντιπροσώπευε τον αφανισμό. Στην αρχαία Αιγυπτιακή παράδοση λέγεται ότι η λίμνη της φωτιάς, έχει στοιχεία σύνδεσης με τη θεά Σεκμέτ, η οποία συμβόλιζε τη δημιουργική φωτιά, την ενεργοποίηση και τη δύναμη της ζωής, τον αγώνα των θετικών και αρνητικών στοιχείων του σύμπαντος, της ζωής και του θανάτου, το σταθερό, το αμετάβλητο, το αιώνιο, της καθολικής τάξης και της αρμονίας του ουρανού και της Γης.

** Απέπ ή Απόφις, ο Εχθρός του Φωτός
Ήταν αρχαία αιγυπτιακή θεότητα που ενσάρκωσε το χάος και αρχαίος εχθρός της Μάατ, – θεότητα της αλήθειας. Γεννήθηκε μετά από τον Ra από τον ομφάλιο λώρο του και δεν ήταν πρωταρχική δύναμη στην αιγυπτιακή θεολογία, αλλά μια συνέπεια της γέννησης του Ρα. Αυτό υποδηλώνει ότι το κακό στην αιγυπτιακή θεολογία είναι η συνέπεια των αγώνων ενός ατόμου ενάντια στην ανυπαρξία.
Ο Απόφις, ήταν ένα γιγαντιαίο μυθολογικό φίδι που είχε 16 μέτρα μήκος από το κεφάλι μέχρι την ουρά και είχε κεφάλι φτιαγμένο από πυρόλιθο. Σύμφωνα με την Αιγυπτιακή μυθιστορία, κάθε πρωί ο θεός του ήλιου Ρα μαχόταν με τον Apep, στροβιλιζόμενοι κάτω από τον ορίζοντα, και το φως του ήλιου μπορούσε να λάμψει μόνο αφού νικούσε τον εχθρό του. Σε κάποια άλλη ιστορία αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Ra νικά τον Apep με τη μορφή μιας γάτας. Παρόμοια φίδια, όπως ο εχθρός του θεού του ήλιου, υπήρχαν με άλλα ονόματα (στα κείμενα των Πυραμίδων και τα Κερκένια Κείμενα) ήδη πριν από το όνομα Απέπ. Οι υπόγειες κινήσεις του Apep λέγεται ότι προκαλούν σεισμούς και οι βίαιες συναντήσεις του με τον Set, τον θεό της ερήμου, δημιουργούσαν τρομακτικές καταιγίδες.

** Μπενού, το πουλί της φωτιάς (Φοίνικας)- «φοινός» = πορφυρός, βαθυκόκκινος
Στην αρχαία Αίγυπτο ο Φοίνικας – Bennu ήταν θεός των πτηνών, που λέγεται ότι έπαιξε ρόλο στη δημιουργία του κόσμου.
Κάθε άτομο είχε την σκιά του (Σουτ), την ψυχή του (Μπα) και την ζωτική δύναμη του (Κα). Ο Φοίνικας ήταν το μπα του Ρα, που ενεργοποίησε τις δημιουργικές ενέργειες του Ατούμ, που σημαίνει «ο πλήρης». Ο Ατούμ δημιούργησε τον εαυτό του από τα αρχέγονα ύδατα του Νουν, με τη δύναμη της θέλησής του προφέροντας το όνομά του, χρησιμοποιώντας δηλαδή τη δύναμη του λόγου. Ο Φοίνικας εμφανίζεται σε διάφορες μορφές στους Πέρσες, στους Νοτιοαφρικανούς, και τους αρχαίους πολιτισμούς της κεντρικής και νότιας Αμερικής.
Ο Ηρόδοτος το 500 π.Χ. τον περιγράφει ως ένα τεράστιο κόκκινο και χρυσό πουλί που αναγεννιόταν εκ νέου κάθε μέρα, όπως ο ήλιος. Αναφέρεται ότι ήταν γιος του Κάδμου -βασιλιά των Θηβών και ιδρυτής της Φοινίκης. Συνδέεται επίσης με τον γιο του Όσιρη και της Ίσιδος τον Ώρο, που παίρνει εκδίκηση για το θάνατο του Πατέρα του.
Έχει τη μοναδική ικανότητα να καίγεται από τη δική του φωτιά και να αναγεννιέται από τις στάχτες του. Λίγο πριν τυλιχθεί στις ίδιες του τις ιερές φλόγες, τραγουδάει ένα τραγούδι που κάνει ακόμη και τον Ήλιο να σταματάει το άρμα του για να το απολαύσει. Κάθε φορά αναγεννιέται ο ίδιος, παραμένοντας αθάνατος.

** El Naddaha, («Αυτή που καλεί «) – η σειρήνα του Νείλου
Είναι ένας σχετικά σύγχρονος μύθος που σχετίζεται με τις γυναίκες Τζίνι, οι οποίες παραπλανούσαν τους άνδρες στο Δέλτα του Νείλου και τους προδιέθεταν για το θάνατό τους. Η El Naddaha, θα λέγαμε ότι είναι μια διασταύρωση της μικρής Γοργόνας και των Σειρήνων της Ελληνικής μυθιστορίας. Τον προηγούμενο αιώνα, οι ιστορίες που άρχισαν να κυκλοφορούν στην αγροτική περιοχή της Αιγύπτου, μιλάνε για μια όμορφη σαγηνευτική φωνή, που καλούσε ονομαστικά τους άνδρες να βρεθούν στις όχθες του Νείλου. Ο απελπισμένος άνδρας που ήθελε να δει αυτό το γοητευτικό πλάσμα, πλησίαζε όλο και πιο κοντά στο νερό, ώσπου έπεφτε μέσα και πνιγόταν. Η El Naddaha είναι το κλασικό τζίνι και τοποθετείται κυρίως στους μουσουλμανικούς θρύλους παρά στο Αιγυπτιακό πάνθεο.

** Ο φτερωτός Γρύπας, -το Τέρας του Πολέμου
Ο Γρύφων, ή (γρύπων-γρύψ), που σημαίνει «γαμψός», ήταν ένα θρυλικό πλάσμα με σώμα, ουρά και πίσω πόδια λιονταριού, ενώ τα μπροστινά πόδια το κεφάλι, τα φτερά και τα νύχια ήταν αετού. Σε μερικές αναπαραστάσεις φαίνεται πως έχει και ουρά φιδιού. Αυτό το τέρας της Ελληνικής μυθολογίας έζησε στη Μινωική Κρήτη και ταξίδεψε στα βάθη της Ανατολής,πρωταγωνιστώντας όχι μόνο στους μύθους και την τέχνη της αρχαίας Ελλάδας αλλά και σε άλλους πολιτισμούς όπως της Περσίας, όπου τον θεωρούσαν σύμβολο κατά του κακού, της μαγείας και της συκοφαντίας, αλλά και στην Αίγυπτο περίπου το 4.000 π.Χ.
Ευρήματα αρχαιολογικών ανασκαφών από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1450 – 1400 π.Χ. στην κύρια αίθουσα του θρόνου, του Μινωικού ανακτόρου της Κρήτης βρέθηκε τοιχογραφία με δύο άπτερους γρύπες δεξιά και αριστερά του θρόνου.
Κατά τον Μεσαίωνα, τα νύχια του γρύπα θεωρούνταν πολύτιμα επειδή λεγόταν ότι μπορούσαν να ανιχνεύσουν την ύπαρξη δηλητηρίου στα υγρά. Επίσης έγινε χριστιανικό έμβλημα, θεματοφύλακας του θείου που συμβόλιζε τη θεία δύναμη.
Θεωρήθηκε ως ένα ιδιαίτερα ισχυρό και μεγαλοπρεπές πλάσμα, ενώ στην κλασική αρχαιότητα οι Γρύπες ήταν γνωστοί για τη φύλαξη ανεκτίμητων θησαυρών και αντικειμένων.
Στα ελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα, οι γρύπες και οι Αριμασπιοί (Κύκλωπες με ένα μάτι) συνδέονταν με το χρυσό πλούτο της Κεντρικής Ασίας και όπως έγραψε ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, «οι γρύπες λέγεται ότι έβαζαν τα αυγά σε φωλιές που περιείχαν χρυσά ψωμάκια, πάνω σε βραχώδη έδαφος». Ο Λαμασού των Ασσυρίων έμοιαζε πολύ με τον Γρύπα. Είχε κεφάλι ανθρώπου, σώμα λιονταριού ή ταύρου και φτερά αετού. Στα βάθη της Ανατολής συναντούμε το Garuda, ένα μυθικό πλάσμα μισό άνθρωπο, μισό πουλί το οποίο χρησιμοποιούσε ως υποζύγιο ο θεός Βισνού των Ινδουιστών. Επίσης υπάρχουν πολλές ιστορίες ταξιδιωτών με Γρύπες στο δρόμο του Μεταξιού.

** Ο Σερποπάρντ, ο προάγγελος του Χάους
Ο Serpopard είναι ένα ασυνήθιστο μυθικό πλάσμα, για το οποίο κανένα όνομα δεν προσκομίστηκε από τα ιστορικά αρχεία. Ανακαλύπτουμε απεικονίσεις του με σώμα μιας λεοπάρδαλης και το κεφάλι ενός φιδιού σε διακοσμημένες καλλυντικές παλέτες από την Προδυναστική περίοδο της Αιγύπτου και εκτενέστερα ως μοτίβα σχεδίασης σε κυλινδρικές σφραγίδες στην περίοδο των Πρωτοαποικιών της Μεσοποταμίας (περίπου 3500-3000 π.Χ.). Παραδείγματα είναι η παλέτα Narmer και η μικρή παλέτα του Nekhen -(Ιερακόπολη). Αυτές οι χίμαιρες παρουσιάζονται επίσης στην Μεσοποτάμια τέχνη την ίδια χρονική περίοδο, σε ζεύγη με πλεγμένους λαιμούς. Οι Σερποπάρδες παριστάνουν το χάος και τη βαρβαρότητα που κρύβεται πέρα από τα σύνορα της Αιγύπτου, το οποίο ο βασιλιάς πρέπει να δαμάσει, ενώ στη Μεσοποταμία, θεωρείται ότι αντιπροσώπευαν την χθόνια όψη του θεού της φυσικής ζωτικότητας, που είναι εμφανής σε όλη τη ζωή της γης. Παρόλα αυτά οι Αιγύπτιοι είναι γνωστοί για τις πολύ ακριβείς απεικονίσεις των πλασμάτων που έβλεπαν.
Λέγεται ότι δύο Σερποπάρδες στάλθηκαν από τον Set, για να επιτεθούν στον Φίλιππο της Μακεδονίας, και τον Χέοψ. Ηττήθηκαν από την θεά Μπαστέτ, που λατρευόταν την αρχαία Αίγυπτο, τουλάχιστον από τη Δεύτερη Δυναστεία (περίπου 2890 π.Χ.). Το όνομά της επίσης προφερόταν και Μπάστ, Ουμπάστι και Μπασέτ. Ήταν το «μάτι του Ρα», η προασπίστρια του θεού ήλιου, το όργανο της θέλησής του. Η πρώτη προασπίστρια του ήταν η Σεχμέτ, η λέαινα. Αλλά ήταν υπερβολικά βίαιη και εκτός ελέγχου. Τελικά, η Σεχμέτ αναγκάστηκε να αποσυρθεί και ο Ρα διάλεξε τη θεά Μαστέτ για πολεμίστρια του.

** Η Σφίγγα, αφηγήτρια αινιγμάτων
Τις Σφίγγες δεν τις συναντάμε αποκλειστικά στην Αίγυπτο αλλά κυρίως στην Ελλάδα και όπου αλλού υπήρχε Ελληνισμός. Η μεγάλη Σφίγγα της Γκίζας στην Αίγυπτο είναι μακράν η πιο διάσημη. ‘Έχει σώμα λιονταριού και κεφάλι ανθρώπου σε καθιστή στάση. Υπάρχουν δύο κύριες διαφορές μεταξύ της Αιγυπτιακής και της Ελληνικής Σφίγγας. Οι πρώτες έχουν πάντα την κεφαλή ενός άνδρα και χαρακτηρίζονται ως μη επιθετικοί, -φιλικοί και ζεστοί, ενώ στην Ελλάδα έχουν κεφάλι γυναίκας με επιθετική δυσάρεστη διάθεση. Στις ελληνικές αναπαραστάσεις η Σφίγγα απεικονίζεται ως φτερωτό λιοντάρι με κεφάλι γυναίκας (εν αντιθέσει με τη Σφίγγα της Αιγύπτου, που δεν έχει φτερά) ή ως γυναίκα με πέλματα και στήθη λιονταριού, ουρά ερπετού και φτερά πτηνού.
Η Σφίγγα είναι στενά συνδεδεμένη με το μύθο των Λαβδακιδών και συγκεκριμένα με του Οιδίποδα. Οι αναπαραστάσεις της χρησιμοποιούνταν σε ασφαλισμένους χώρους (ή αποθήκες σοφίας), ως σύμβολα προστασίας στον Αιγυπτιακό, Ελληνικό και Ρωμαϊκό πολιτισμό. Σύμφωνα με τον Ησίοδο ήταν κόρη της Χίμαιρας και του Όρθρου ή κατά άλλους του Τυφώνα και της Έχιδνας. Της αποδίδουν επίσης τη φύλαξη, σαν δράκοντας της Κολχίδας, το φύλακα του χρυσόμαλλου δέρατος, το δράκοντα που φυλούσε τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων και τον αετό του Προμηθέα.
Το όνομά της προέρχεται από τη λέξη σφίγγω. Η Σφίγγα που φύλαγε την είσοδο της πόλης των Θηβών, έπιανε και έσφιγγε μέχρι θανάτου όποιο περαστικό δεν μπορούσε να λύσει το αίνιγμά της. Σύμφωνα λοιπόν με τον Παυσανία, η Σφίγγα ήταν νόθα κόρη του Λάιου. Ο Λάιος εμπιστεύθηκε μόνο σε αυτή τον χρησμό που πήρε από την Πυθία και της ανέφερε πως αφορούσε μόνο την Ιοκάστη και τους απογόνους της. Αυτό γιατί ο Λάιος είχε παιδιά και από παλλακίδες, αφού απέφευγε την συνεύρεση του με την Ιοκάστη. Σε ένα από τα μεθύσια του κοιμήθηκε με τη γυναίκα του και γεννήθηκε ο Οιδίποδας. Διατηρώντας τις επιφυλάξεις του, εγκατέλειψε τον Οιδίποδα στον Κιθαιρώνα και όταν κάποιος από τους γιους του διεκδικούσε τον θρόνο τον έστελνε στην Σφίγγα. Αυτή με τον γρίφο της εξέταζε αν ήταν γνήσια παιδιά του Λάιου. Επειδή τη γνώση του χρησμού την είχαν μόνο αυτοί που κατάγονταν από τη βασιλική γενιά, όσοι δεν μπορούσαν να απαντήσουν στον γρίφο της θανατώνονταν. Ο Οιδίποδας πριν συναντήσει τη Σφίγγα είχε μάθει για τον γρίφο στον ύπνο του. Έτσι μπόρεσε να τον λύσει.

** Ο Ουραίος, – η Κόμπρα των Θεών
Μην συγχέεται τον Ουραίο με τον δαίμονα φίδι Απόφι. Ο Ουραίος είναι η αυτοκρατορική κόμπρα που αναπαράγει την μεγαλοπρέπεια των Φαραώ. Πιθανόν να προέρχεται από την αρχαία αιγυπτιακή λέξη «Ιαρέτ». Παριστανόταν ως κόμπρα που ήταν έτοιμη να επιτεθεί. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τοποθετούσαν τον Ουραίο στο μέτωπο των θεών και Φαραώ, αλλά το χρησιμοποιούσαν και ως φυλακτό, επειδή πίστευαν ότι η καυτή του ανάσα είναι ικανή να εξολοθρεύσει τους εχθρούς. Από την εποχή της 3ης δυναστείας, κοσμούσε την είσοδο των σπιτιών και ναών όπως στον ναό του Αμπού Σίμπελ και του Κομ Όμπο.
Η προέλευσή του βρίσκεται στην Αιγυπτιακή προϊστορία – κατά τη διάρκεια της προ-δυναστικής περιόδου και συσχετίστηκε με την σκοτεινή θεά Ουατζέτ-Βουτώ, η οποία επέβλεπε τη γονιμότητα του Δέλτα του Νείλου και της νότιας Αιγύπτου.
Η Βουτώ ήταν αρχικά δύο πόλεις, η Πε και η Ντεπ, οι οποίες ενώθηκαν σε μία, την οποία οι Αιγύπτιοι ονόμαζαν ‘Περ-Ουατζέτ’. Η θεά Ουατζέτ ήταν η τοπική θεά, της οποίας η πιο συχνή απεικόνιση ήταν η κόμπρα, και θεωρούνταν η προστάτιδα θεά της Κάτω Αιγύπτου. Το μαντείο της βρισκόταν στο φημισμένο της ναό στην πόλη και την τιμούσαν με ετήσια γιορτή στην πόλη. Η απεικόνισή της σχημάτιζε τον Ουραίο, τον οποίον φορούσαν οι βασιλιάδες της Κάτω Αιγύπτου, με την εικόνα της θεάς να έχει ουρά και το κεφάλι κόμπρας που εξείχε από το μέτωπό τους. Η Ουατζέτ στο Αιγυπτιακό πάνθεο είχε στενή σχέση με τη Μπαστέτ, την θεότητα που απεικονιζόταν σαν λέαινα, και σχετιζόταν με τη λατρεία του Ήλιου, το μάτι της οποίας αργότερα έγινε το Μάτι του Ώρου ή Μάτι του Ρα. Στην πόλη επίσης υπήρχε ιερό του Ώρου, και πολύ αργότερα συνδέθηκε με τη λατρεία της Ίσιδος.
Περίπου την ίδια εποχή, την ίδια επίβλεψη είχε στην άνω Αίγυπτο η ακόμα πιο σκοτεινή θεά Nekhbet,- η οποία απεικονιζόταν ως άσπρος γύπας και ήταν προστάτιδα θεά της Άνω Αιγύπτου και συχνά απεικονίζεται ως λευκή όρνιθα. Όταν η άνω και κάτω Αίγυπτος ενοποιήθηκαν γύρω στο 3.000 π.Χ.,έγιναν γνωστές ως οι Δύο Κυρίες, και ήταν μαζί προστάτιδες της ενοποιημένης Αιγύπτου. Οι απεικονίσεις τόσο του Ουραίου όσο και της Νεκμπέτ ενσωματώθηκαν στην βασιλική κόμμωση και στη βασιλική αυλή των Φαραώ.
Η μυθιστορία αναφέρει ότι ο Ρα είχε κλείσει σαν επικίνδυνο φυλαχτό την κόμπρα του -Ουραίο, μέσα σε χρυσό κιβώτιο, το οποίο, μαζί με τη ράβδο του και μία τούφα από τα μαλλιά του, είχε εναποθέσει σε φρούριο των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας του. Το κιβώτιο αυτό το άνοιξε ο Γκέμπ. Το αποτέλεσμα ήταν φοβερό. Η πνοή του θεϊκού ερπετού σκότωσε άμεσα όλους τους συντρόφους του θεού και πλήγωσε βαριά τον ίδιο. Μόνο η τούφα των μαλλιών του Ρα στάθηκε ικανή να θεραπεύσει την πληγή του Γκέμπ. Η δύναμη αυτής της τούφας ήταν τόσο μεγάλη ώστε όταν έπειτα από πολλά χρόνια την βύθισαν για κάθαρση στη λίμνη Ατ Νούμπ μεταμορφώθηκε αμέσως σε κροκόδειλο,- τον Σομπέκ, που χάθηκε μέσα στο νερό.

Δέσπω

photo pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...