• Αρχική
  • Άρθρα
  • Συγκλονιστικές λεπτομέρειες για την ζωή της Δούκισσας της Πλακεντίας

Συγκλονιστικές λεπτομέρειες για την ζωή της Δούκισσας της Πλακεντίας

Το 1903, ο καταξιωμένος Έλληνας φιλόλογος και δημοσιογράφος Θεόδωρος Βελλιανίτης δημοσίευσε μια μονογραφία στην εφημερίδα “ΑΘΗΝΑΙ”,

όπου παρουσίαζε ενδελεχώς την ιστορία μιας σπουδαίας, όσο και πολύπαθης και αινιγματικής γυναίκας, της Δούκισσας της Πλακεντίας. Ιδού, λοιπόν:


Στις όχθες του Ιλισσού δεσπόζει ένα ιδιότροπο μαρμάρινο μέγαρο, όπου σήμερα στρατωνίζεται ένα Σύνταγμα Πυροβολικού. Το μέγαρο αυτό περιστοιχίζεται από μια απέραντη μάντρα, που εκτείνεται μέχρι το πολύγωνο της σκοποβολής.

Γύρω από το επιβλητικό κτίσμα οικοδομήθηκαν κατόπιν διάφορα κτίσματα, χρήσιμα για αποθήκευση του στρατιωτικού υλικού και για ιδιαίτερες στρατιωτικές ανάγκες. Ο φροντισμένος κήπος, που υπήρχε άλλοτε εκεί, καταστράφηκε εντελώς και στον απογυμνωμένο χώρο γυμνάζονται πλέον οι νεοσύλλεκτοι του Συντάγματος.

Το μέγαρο τούτο είναι ευρύτερα γνωστό ως το “Παλάτι της Δούκισσας της Πλακεντίας”. Εκεί έζησε για 25 ολόκληρα χρόνια και σε ένα από τα πολλά δωμάτιά του άφησε τη στερνή πνοή της, στερούμενη κάθε φροντίδας και περίθαλψης από συγγενείς και φίλους.

Όσον καιρό κατοικούσε στο παλάτι αυτό, αποφάσισε να μην το αποπερατώσει ποτέ, διότι κάποιο μέντιουμ στο Παρίσι της είχε προμηνύσει πως η ολοκλήρωση του κτιρίου θα σήμαινε αυτομάτως και τον θάνατό της. Μάλιστα, η προφητεία αυτή της γριάς μάντισσας τόσο πολύ είχε επιδράσει μέσα στην ψυχή της, ώστε όσα σπίτια έχτιζε, όλα τα άφηνε ημιτελή.


Η νευροπαθής αυτή αρχόντισσα, η Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρύν, κόρη επιφανούς Γάλλου διπλωμάτη και σύζυγος του εύπορου Δούκα της Πλακεντίας, πίστευε με μανία σε κάθε υπερφυσικό. Όλος ο βίος της καθορίστηκε από μια σειρά παράξενων σκιρτημάτων της φαντασίας.

Απόρροια τούτων ήταν και η φυγή της από το Παρίσι και η μόνιμη διαμονή της στην Αθήνα, όπου κατέστη μια αξιοσημείωτη προσωπικότητα. Η δράση της εστιάστηκε στην ενίσχυση του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων με τεράστια οικονομική και κοινωνική συνεισφορά, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της εδραίωσης του Ελληνικού Κράτους, εν μέσω πολιτικών ταραχών.

Οι πρεσβύτεροι των Αθηνών θυμούνται ακόμη τη λευκοντυμένη Δούκισσα, ισχνή, γερασμένη πλέον, να κυκλοφορεί με το μοναδικό αυτοκινούμενο όχημα της εποχής, συνοδευόμενη πάντοτε από δύο από τα πολυάριθμα σκυλιά της, τα οποία εξέτρεφε στις αυλές του μεγάρου της.

Μόνη της περιερχόταν τις εξοχικές οδούς, δίχως να φοβάται διόλου τους φοβερούς ληστές που λυμαίνονταν την περιοχή. Αυτοί κατέβαιναν από τα βουνά και έσπερναν τον πανικό στα πρόθυρα της ελληνικής πρωτεύουσας. Η Δούκισσα της Πλακεντίας δεν ένιωθε κανέναν φόβο απέναντί τους. Μάλιστα, είχε έρθει σε συνεννόηση με έναν από αυτούς, τον αρχιληστή Σπύρο Μπίμπιση και έκτοτε μπορούσε να κυκλοφορεί ελεύθερα στην αθηναϊκή ύπαιθρο, χωρίς να διατρέχει κανέναν κίνδυνο. Είχε κατορθώσει να προστατεύεται από κάθε ληστρική συμμορία της Αττικής και πολλά λέγονταν για αυτή τη σκιώδη σχέση.

Η Αθήνα γνώρισε τούτη την ξενόφερτη Δούκισσα σε προχωρημένη ηλικία. Φορούσε πάντοτε ολόλευκο φόρεμα και κατάλευκο μάλλινο επενδύτη. Με τα άσπρα τούτα ενδύματα, έτσι μικρόσωμη, αδύνατη και εξασθενημένη, έμοιαζε με φάντασμα. Και μάλλον ήταν ένα ψυχικό και σωματικό “φάντασμα” με τις τόσες συμφορές που της συνέβησαν, οι οποίες είχαν χαράξει τόσο βαθιά τη μορφή της, που θαρρείς πως έβλεπες μια ταλαιπωρημένη φιγούρα σε κάποια βυζαντινή αγιογραφία.

Η Δούκισσα αγαπούσε κατ’ εξοχήν τα λευκά και το χρώμα αυτό το φορούσε κατ’ αποκλειστικότητα και τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Τη χλομή της μορφή την περικάλυπτε πάντοτε με πάλλευκο πέπλο κατά το ιουδαϊκό ιδίωμα, ενώ από το πέπλο εξέρχονταν πυκνοί βόστρυχοι, που είχαν πρόωρα λευκανθεί.


Αλλά η γυναίκα αυτή, στα νεανικά της χρόνια, είχε λαμπρύνει μια από τις μεγαλοπρεπέστερες αυλές της Ευρώπης. Ήταν κόρη του Μαρκησίου Francois Barbe-Marbois, ενός άντρα που διέπρεψε κατά τα πρώτα χρόνια της Γαλλικής Αυτοκρατορίας.

Η νεαρή Σοφί ήταν ευειδής και καλλίγραμμη, γοητευτική και ευφυής, καλλιεργημένη και πλήρης αριστοκρατικής χάριτος. Παντρεύτηκε τον πρωτότοκο γιο του Υπάτου της Γαλλίας, τον Anne-Charles Lebrun, Δούκα της Πλακεντίας, μετά τον θάνατο του οποίου κληρονόμησε τον τίτλο του και μια από τις μεγαλύτερες περιουσίες σε ολόκληρη τη Γαλλία.

Μα η ένωση αυτή δεν υπήρξε ευτυχής. Ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας της επέφερε τη ρήξη των συζυγικών σχέσεων, η οποία της απέδωσε τελικά την απόλυτη ελευθερία.


Ως κόρη και ως δέσποινα είχε τεθεί στην υπηρεσία της Αυτοκράτειρας Ιωσηφίνας και της Μαρίας Λουίζας. Η ευρεία μόρφωσή της και η νεανική της γοητεία δεν άργησαν να την καταστήσουν τη θελκτικότερη γυναίκα της γαλλικής βασιλικής Αυλής.

Όλα αυτά τα προτερήματά της δεν ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητα από τον Μέγα Ναπολέοντα. Ο Αυτοκράτορας, λοιπόν, θεωρούσε τις γυναίκες ευάλωτες, όπως και τα φρούρια και εφάρμοζε απέναντι στην αρετή τους την τακτική του πολέμου. Μα η στάση που κράτησε η Σοφί οδήγησε τον Ναπολέοντα στην απελπισία.

Στην πολυσέλιδα ιστορία των ερώτων του Βοναπάρτη, μόνο η Σοφί αναφέρεται ως η μόνη που αντιστάθηκε στις ορέξεις του. Η πράξη αυτή ήταν τόσο ηρωική, όσο και η στάση όσων αντιτάχθηκαν εναντίον του μεγάλου αυτού στρατηλάτη.

Εν τούτοις, οι σχέσεις των δύο συζύγων δεν άργησαν να διαρραγούν παντελώς. Έτσι, παρέμειναν τύποις παντρεμένοι, αλλά με κοινή απόφαση, ήταν ουσιαστικά διαζευγμένοι. Από τη σύντομη αυτή συμβίωση με τον άντρα της, η Σοφί απέκτησε μια κόρη την οποία υπεραγαπούσε. Για το μικρό εκείνο πλάσμα, η Δούκισσα της Πλακεντίας ονειρευόταν θρόνους και μεγαλεία. Δυστυχώς, όμως, η ασθενική φύση του παιδιού έμελλε να διαψεύσει τη μητέρα και να μην προφτάσει να ικανοποιήσει τους κρυφούς της πόθους.

Όσον καιρό ο πεθερός της Σοφί βρισκόταν εν ζωή, ο χωρισμός δεν είχε επισημοποιηθεί. Μετά τον θάνατό του, όμως, το 1824, ένιωσε απελευθερωμένη και άρχισε να συγκεντρώνει στο μέγαρό της πλήθος ποιητών, λογογράφων και καλλιτεχνών.


Την εποχή εκείνη, η Δούκισσα αγάπησε με πάθος τον ποιητή Casimir Delavigne. Σε στενή της φίλη είχε εκμυστηρευθεί λεπτομερώς τα σκιρτήματα εκείνου του έρωτα.

Το 1820, όταν η Σοφί ήταν ήδη 35 ετών, συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον ποιητή, ο οποίος δεν είχε καταξιωθεί ακόμη στους φιλολογικούς κύκλους, αλλά καθήλωνε το κοινό του με την ευφυΐα, την ευφράδεια και το κάλλος του.

Από τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, ο Casimir μάγεψε τη Δούκισσα. Εκείνη, όμως, επειδή ήταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του, δεν επιθυμούσε να εμπλακεί μαζί του ερωτικά. Τελικά, εκείνη που κατόρθωσε να αντισταθεί στις ορέξεις ενός Αυτοκράτορα, κάμφθηκε από τα τρυφερά ποιήματα ενός άσημου ποιητή.

Το φθινόπωρο του 1820, το ερωτευμένο ζευγάρι αποφάσισε να επισκεφτεί την Ιταλία. Επιβιβάστηκαν οι δυο τους σ’ ένα γαλλικό εμπορικό πλοίο, το οποίο είχε ναυλώσει η Δούκισσα, με σκοπό να πλεύσουν προς τη Γένοβα. Οι πρώτες μέρες του ταξιδιού τους ήταν ονειρώδεις. Αλλά το ποιητικό τούτο ειδύλλιο διαλύθηκε μεσοπέλαγα, κατά τη διάρκεια μιας θύελλας.

Ο ουρανός έγινε ξάφνου μελανός από τα βαρυφορτωμένα σύννεφα. Τα μπλαβιά κύματα τριβέλιζαν την επιφάνεια της θάλασσας, που αντάριασε ευθύς και που ήταν σαν να πετάχτηκε καταπάνω, ορθή και επιτακτική, να φτάσει το στερέωμα. Η γραμμή του ορίζοντα σβήστηκε μεμιάς. Ακουγόταν μονάχα ένας αχός αγριεμένος και τις φωνές των ανθρώπων που έτρεχαν εδώ κι εκεί να δέσουν, να στηρίξουν, να προλάβουν το κακό που ερχόταν, τις κατάπιε το ξέφρενο άφρισμα των κυμάτων.

Ο Πλοίαρχος διέταξε τότε τη Δούκισσα και τον εραστή της να κατέβουν στην αίθουσα του πλοίου, για να προστατευθούν. Μα, η Σοφί, με τη φλογερή καρδιά, μαγνητισμένη από τη λάμψη της αστραπής μέσα στο αχανές του υδάτινου κόσμου, καταπάτησε τη διαταγή του Πλοιάρχου και έδωσε τη δική της. Διέταξε, λοιπόν, εκείνη με τη σειρά της να τη δέσουν σ’ έναν ιστό, για να βλέπει το μένος της θάλασσας και του ουρανού, όπως χόρευαν τον παθιασμένο τους αρχέγονο χορό.

Από τη στιγμή ετούτη κι έπειτα, φάνηκε η αντίθεση των χαρακτήρων των δύο εραστών.

Και η μεν Δούκισσα απολάμβανε τη φοβερή εικόνα της καταιγίδας, ο δε ποιητής είχε γίνει πράσινος από τον φόβο, απολησμονώντας κάθε ποιητική διάθεση. Άρχισε να την καθυβρίζει και να την καταριέται για την παιδαριώδη συμπεριφορά της, ενώ της δήλωσε ότι μετάνιωσε οικτρά που τη συνόδευε σε εκείνο το ταξίδι. Μετά από δύο ώρες, ο κίνδυνος είχε παρέλθει, αν και ο σάλος και η ταραχή της θάλασσας δεν είχε κοπάσει.

Ο ποιητής υπέφερε από τις επιπτώσεις της ναυτίας, ξερνοβολώντας όπου έβρισκε, αυξάνοντας κατακόρυφα την αηδία της Δούκισσας για τον δειλό ποιητή της.

Μόλις το καράβι έπιασε λιμάνι, η Σοφί τον ατένισε περιφρονητικώς και του είπε σιγηλώς, για να μην ακούσει ο Μασσαλιώτης Πλοίαρχος:

-Η πρόνοια με έσωσε από εσένα, δείχνοντάς μου τον εγωισμό και τη δειλία σου.

Το ρομαντικό ειδύλλιο διακόπηκε άμεσα. Μια τρικυμία, μέσα σε διάστημα λίγων ωρών, κατάφερε να παρασύρει στον βυθό και να καταπνίξει έναν φευγαλέο έρωτα, ο οποίος είχε ριζώσει για αρκετό καιρό μέσα στα στήθη της λεπτοφυούς, μα θαρραλέας Δούκισσας.

strangepress

Tο el.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο κάτω από  το άρθρο, μόνο από όσους και όσες έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία DISQUS. Ο καθένας και η κάθε μία έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Αυτό όμως  δεν σημαίνει ότι το el.gr υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Επίσης ξεκάθαρα θα διαγράφουμε  συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια αμέσως μόλις τα εντοπίσουμε  ή αμέσως μόλις μας καταγγελθούν. Ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το el.gr δεν φέρει καμία νομική ή άλλη ευθύνη, αφού στο διαδίκτυο ανωνυμία δεν υπάρχει.