• Αρχική
  • Άρθρα
  • Ιστορίες φαντασμάτων στην Ελλάδα – Οι λίρες, η λευκοντυμένη κυρία και το χέρι του νεκρού… – Συγκλονιστικό δημοσίευμα του 1924

Ιστορίες φαντασμάτων στην Ελλάδα – Οι λίρες, η λευκοντυμένη κυρία και το χέρι του νεκρού… – Συγκλονιστικό δημοσίευμα του 1924

Το 1924, μετά από αίτημα του εκδότη του περιοδικού “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, το οποίο υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλές την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, πολλοί αναγνώστες είδαν τις προσωπικές τους ιστορίες, οι οποίες σχετίζονταν με φαντάσματα, να δημοσιεύονται στις σελίδες του.

Η Άννα Ι. Σκούρτη από την Καλαμάτα είχε αποστείλει την παρακάτω επιστολή:

“Πριν από αρκετά χρόνια, είχα προσκληθεί στη Θήβα από κάποια φίλη μου. Αποφάσισα να την επισκεφτώ τελικά, για να περάσω μερικές ευχάριστες και ανέμελες μέρες στην εξοχή.

Μια νύχτα, όμως, τη στιγμή που είχα ξαπλώσει για να κοιμηθώ, άκουσα έξω στον διάδρομο έναν αλλόκοτο θόρυβο και μακρόσυρτα σφυρίγματα. Παραξενεύτηκα και μισοσηκώθηκα από το κρεβάτι μου, όταν έξαφνα είδα την πόρτα να ανοίγει μόνη της και να παρουσιάζεται ένας σωρός από λίρες, που κυλούσαν μόνες τους!

Πίσω τους ερχόταν ένας μαύρος άντρας που κρατούσε ραβδί και σφύριζε δαιμονισμένα, σαν να σαλαγούσε πρόβατα. Πάγωσα από τον τρόμο μου. Ο μαύρος άντρας και τα χρυσά νομίσματα πέρασαν από το ανοιχτό παράθυρο και χάθηκαν στο σκοτάδι της νύχτας.

Το πρωί, όταν τα διηγήθηκα όλα αυτά στη μητέρα της φίλης μου που με φιλοξενούσε, μου είπε πως έπρεπε να μη φοβηθώ και να ρίξω ένα σεντόνι πάνω στις χρυσές λίρες.

Υπήρχε, άραγε, ελπίδα με αυτόν τον τρόπο να μείνουν οι λίρες στην κατοχή μου; Αγνοώ. Πάντως, δεν είχα καθόλου θάρρος να προβώ σε έναν τέτοιο ηρωισμό και την επόμενη κιόλας μέρα, άφησα και τη φίλη μου και την εξοχή και έφυγα άρον-άρον για την πατρίδα μου”.

Επίσης, ο Ν. Ζορμπάς είχε αφηγηθεί στην επιστολή του τα εξής:

“Ήταν καλοκαίρι και πήγαμε αποβραδίς οικογενειακώς σε ένα χωράφι μας, έξω από την πόλη, για να κοιμηθούμε εκεί, προκειμένου να σηκωθούμε πολύ νωρίς, αχάραγα, για να αρχίσουμε το θέρισμα.

Το μέρος αυτό έλεγαν πως ήταν στοιχειωμένο, μα δε δώσαμε ποτέ σημασία στα λόγια του κόσμου. Κατά τα μεσάνυχτα, λοιπόν, καθώς κοιμόμουν, αισθάνθηκα κάποιον να περνά και να με πατά. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα να στέκει εμπρός μου μια λευκοφορεμένη γυναίκα.

Τα ‘χασα. Πανικοβλήθηκα. Μου κόπηκε η ανάσα. Ευτυχώς, η γυναίκα απομακρύνθηκε αμέσως και πήγε και κάθισε σ’ έναν βράχο απέναντί μου. Ξύπνησα τότε τον πατέρα μου και του έδειξα, μούσκεμα στον ιδρώτα, τη λευκοντυμένη κυρία, μα εκείνος δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτε. Όμως, το φάντασμά της σιγά-σιγά έσβησε, μέχρι που χάθηκε εντελώς”.

Φρικιαστική, όμως, ήταν και η σχετική ιστορία του Αθηναίου ιατρού Λαζαρίδη:

“Πριν από 15 χρόνια, το 1909, ξυπνήσαμε ένα βράδυ στο σπίτι έντρομοι. Ακούσαμε την αδελφή μου από το διπλανό δωμάτιο να κραυγάζει γοερά, να ουρλιάζει, ικετεύοντας για βοήθεια, ενώ ταυτόχρονα βογκούσε και σπάραζε.

Τρέξαμε αμέσως και τη βρήκαμε πεσμένη στο πάτωμα, τρελή από τρόμο και κατάχλομη σαν πεθαμένη. Της δώσαμε να πιει νερό και μας διηγήθηκε, ενώ τα δόντια της ακόμα κροτάλιζαν δυνατά, ότι της είχε συμβεί κάτι το απίστευτο, το φρικιαστικό!

Καθώς την έπαιρνε ο ύπνος, ένιωσε κάτι να πασπατεύει το κρεβάτι της. Νόμισε πως ήταν η γάτα και άπλωσε το χέρι της να την χαϊδέψει, όταν άγγιξε ένα χέρι παγωμένο, κρυσταλλιασμένο, ένα χέρι νεκρού!

Στο δωμάτιό της έκαιγε ένα καντήλι και έτσι, μπόρεσε πράγματι να διακρίνει ένα κιτρινιάρικο κομμένο χέρι τη στιγμή που χανόταν.

Μόλις ακούσαμε την εξωφρενική διήγησή της, πιστέψαμε πως είχε δει απλώς ένα κακό όνειρο και αφού την ηρεμήσαμε, τη στείλαμε να κοιμηθεί. Όμως, ο ύπνος της ήταν ταραγμένος μέχρι το πρωί. Μα, και την επόμενη νύχτα αισθάνθηκε ξανά το ίδιο νεκρικό χέρι να την τραβά άγρια από το νυχτικό και λιποθύμησε.

Δεν ξέραμε τι να πούμε και τι να υποθέσουμε. Τέλος, δέκα ημέρες αργότερα, η αδελφή μου κρυολόγησε βαριά, έπεσε στο κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Μετά από έναν μήνα πέθανε.

Ενώ η δύστυχη ψυχορραγούσε, ανέφερε συχνά στο παραλήρημά της το κομμένο χέρι του νεκρού, έτσι που ανατριχιάζαμε καθώς την ακούγαμε, τρομαγμένοι κι εμείς. Τρομαγμένοι, κατάπληκτοι και σιωπηλοί…”

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 16/11/1924…

ΦΩΤΟ unsplash