Πώς φωτίζεται η ντισκόμπαλα;

Xαμογελάω στη σκέψη πως δεν άκουσα καλά, γιατί εν τω μεταξύ έχει αλλάξει η dj κάπου ανάμεσα στις γουλιές του Negroni που πριν μία ώρα παρήγγειλε – ή και όχι – όταν με ρώτησε τι θα πάρω και στο άκουσμα του White Russian δεν ενθουσιάστηκε κι είπε “κάτι με gin” και χαμογέλασα ξανά όσο η dj το γύριζε σε κάτι house, techno, ή ό,τι αυτά τα “μπαπαμπούπα” κατά τη γιαγιά μου μια λέξη ορίζει.

Χαμογελάω, όχι πως έχω καμία απάντηση, μα γιατί νόμιζα πως τελευταία το προνόμιο των αποριών σαν κι αυτή ήταν αποκλειστικά δικό μου. Το χαμόγελο γίνεται γέλιο σαν κύμα που φουσκώνει και σκάει, όχι απλώς κυριεύοντας κάθε surfer αλλά τραβώντας κιόλας σε μία υποθαλάσσια δίνη σώμα και σανίδα. Τι παιδική αθωότητα στην απλότητα μιας ερώτησης, σκέφτομαι, καθώς παριστάνω πως απαντάω κάτι έξυπνο. Παράλληλα, σαν σε split-screen στο μυαλό μου συνειδητοποιώ κάτι που ήξερα εξ αρχής, πως δηλαδή μου αρέσει, ενώ προσπαθώ να κρατήσω το βλέμμα μου στα μάτια κι όχι στα χείλη της. Θέλω τόσο να σε φιλήσω.

Το είπα ή απλά το σκέφτηκα; Έχει τα πιο γλυκά μάτια. Πνευματώδεις απαντήσεις, μία ζωή γεμάτη περιπέτεια και μια παιχνιδιάρικη ευφορία που διαποτίζει κάθε της σκέψη. Ένα διάπλατο χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπο της. Λένε για το (πιο σέξι) στόμα του Mick Jagger μα σκέφτομαι τον ανταγωνισμό του ακριβώς μπροστά στα μάτια μου.

Καθώς σηκώνεται για το μπαρ με κοιτάζει όπως αγγίζω τη μέση της, όταν γυρίζει και με κρατά ζεστά. Πώς τη στιγμή που σε χτυπάει το ρεύμα αισθάνεσαι ένα στιγμιαίο σοκ, ταυτόχρονα τόσο έντονο και απορρυθμιστικό, έτσι νιώθω το άγγιγμα της να ενεργοποιεί κάθε μου κύτταρο. Χαμογελάω ξανά, σταθερά σαν χαζός, από τα κουδούνια του ποτού κι από αυτού που μάλλον είναι electronica.

Το μπροστινό φρένο του ποδηλάτου μου έχει μπλοκάρει – ρε π…! – μα δε φαίνεται να με ενοχλεί όσο το τσουλάω δίπλα της, τραγουδώντας τους στίχους από ένα κομμάτι που είχα χρόνια να ακούσω. “Απλά μου φαίνεται κάπως περίεργο. Θα τα πούμε όταν γυρίσεις”. Το ρολόι μου που είναι γαλάζιο και μια φίλη είχε πει πως είναι σαν να το είχα βρει στα δημητριακά κι είχα γελάσει αμήχανα, δείχνει δύο, που σημαίνει πως η πτήση μου είναι μόλις τέσσερις ώρες μακριά – αυτό το βάσανο της φυγής –. Θα πρέπει να βιαστώ, σκέφτομαι, μα στέκω χαμογελώντας ζεστά στη θέα της να περνά απέναντι τη διάβαση, όταν απομακρυνόμενη διακρίνω τη φιγούρα της να κοιτάζει πίσω. Δύο βλέμματα που συναντιούνται, ένα φανάρι πράσινο (ξανά) και ο λαβύρινθος του “I was looking back to see if you were looking back at me to see me looking back at you”· η audiovisual παλέτα μιας νύχτας στα προάστια.

Πηγή:lifo.gr, ΦΩΤΟ pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...