Αρχαιοελληνικές γιορτές ήθη και έθιμα

Η παράδοση, τα ήθη, τα έθιμα και οι εορταστικές εκδηλώσεις των Ελλήνων προγόνων μας είναι σχεδόν άγνωστες στους περισσότερους.

Πολλοί προσπάθησαν να παραποιήσουν ή, να εξαλείψουν την παράδοσή μας αλλά το μόνο που κατόρθωσαν είναι να την παραφράσουν πετώντας την Ελληνική της ταυτότητα για να την οικειοποιηθούν. Οι σύγχρονοι Έλληνες αγνοούν στην ουσία τη δική τους ιστορία, προχωρούν στα τυφλά και ισχυρίζονται ότι η σύνδεσή τους με τον αρχαίο κόσμο έχει προ πολλού τελειώσει αφού το ιερατείο του Βυζαντίου φρόντισε όχι μόνο να πετάξει το Λόγο του Χριστού, αλλά να εξολοθρεύσει οτιδήποτε θύμιζε αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Η ταμπέλα του Έλληνα “παγανιστή και ειδωλολάτρη” ο οποίος πίστευε στον Ένα Μοναδικό Τριαδικό Θεό, -όπως άλλωστε το ομολογούν οι Σίβυλλες και όσα αρχαιοελληνικά κείμενα μπόρεσαν να διασωθούν από τη μανία της νέας θρησκείας του Εβραιοχριστιανισμού,- δεν έχει φύγει ακόμη και όσοι το αμφισβητούν εξακολουθούν να είναι αιρετικοί.
Παρόλα αυτά θα επιχειρήσουμε μια μικρή προσέγγιση που πιστεύω ότι θα προβληματίσει, θα ευαισθητοποιήσει και θα ενεργοποιήσει το αίμα μας που βαλτώνει μέσα σε μια κοινωνία στάσιμη και αδιάφορη στην αρχαία κληρονομιά μας, αφού επιχειρούν με όλους τους τρόπους να ποδοπατήσουν τις αξίες που καθορίζουν το πολυτιμότερο αγαθό της νοοτροπίας μας.
Κάποιες από τις άπειρες αρχαιοελληνικές γιορτές -οι οποίες απέδιδαν τιμές και όχι λατρεία (με την σημερινή έννοια), τους ήρωες αγωνιστές, τους νεκρούς πολέμου, και κυρίως τους σωτήρες τους που καλούσαν θεούς εκ του (θέω =τρέχω-ρέω), αναβιώνουν με άλλο χαρακτήρα στη σημερινή σύγχρονη εποχή μας και θα αναγνωρίσετε πιο κάτω:

  • Ελλώτια.

Τα Ελλώτια ήταν αφιερωμένα σε παλαιότερη θεότητα της Κορίνθου, την Ελλωτίδα, η οποία αργότερα ταυτίστηκε με την Αθηνά. Σύμφωνα με τον Πίνδαρο η αρχαία ελληνική εορτή, τελούνταν όχι μόνο στην Κόρινθο, αλλά και στη Γόρτυνα της Κρήτης και ίσως, σε άλλες πόλεις, προς τιμήν της θεάς Αθηνάς. Η ιστορία αναφέρει ότι οι κόρες του βασιλιά Τίμανδρου, Ελλώτιδα και Χρυσή, κατέφυγαν στον ναό της θεάς Αθηνάς στη διάρκεια της δωρικής εισβολής στην Κόρινθο, όπου κάηκαν ζωντανές και από αυτό το γεγονός η θεά επονομάστηκε Ελλώτιδα. Οι γιορτές που ήταν αφιερωμένες σε αυτήν περιλάμβαναν λαμπαδηδρομίες και πιθανόν, γυμνικούς αγώνες με εξαγνιστικό χαρακτήρα.
Τα Ελλώτια της Γόρτυνας, στην Κρήτη, ήταν αφιερωμένα στην Ελλωτίδα Ευρώπη και αναφέρονταν στην απελευθέρωσή της από τον Δία.
Η Ευρώπη μετά τον θάνατό της λατρεύτηκε με το όνομα Ελλωτίς ή Ελλωτία. Σε αυτή τη γιορτή χαράς για την ανάσταση της φύσης, έπλεκαν ένα τεράστιο στεφάνι μυρτιάς, με περίμετρο είκοσι πήχεις (περίπου εννιά μέτρα) γύρω από τους μηρούς του αγάλματος της. Ο Αθήναιος αναφέρει ότι μέσα σε αυτό το στεφάνι περιέφεραν τα οστά της Ευρώπης σε πομπή.

  • Παναθήναια.

Τα Παναθήναια ήταν αρχαία ελληνική γιορτή των Αθηνών αφιερωμένη στη θεά Αθηνά η οποία λάμβανε χώρα στην πόλη κάθε τέσσερα χρόνια. Για τους πολίτες της Αθήνας ήταν το σημαντικότερο γεγονός του χρόνου, αλλά δε θεωρούνταν τόσο σημαντικό όσο αυτό των Ολυμπιακών αγώνων.
Οι αναφορές χάνονται στην προϊστορία και αρχικά ήταν μηνιαία θυσία που γινόταν στα τέλη του κάθε μήνα προς τιμήν της θεάς Αθηνάς και του Εριχθόνιου, η οποία μετατράπηκε αργότερα σε τελετή με εορταστικό χαρακτήρα που γινόταν δύο φορές το χρόνο. Μία στα τέλη του Εκατομβαιώνα (τα Αθήναια) και μία στα τέλη του Πυανεψιώνα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι μικρές μηνιαίες θυσίες γίνονταν προς τιμή του Ερεχθέα της Ακρόπολης, ο οποίος ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι. Κατά τον Όμηρο, ήταν υιός του Ηφαίστου και της Γαίας, η οποία τον παρέδωσε στη θεά Αθηνά για να τον αναθρέψει.
Ο Εριχθόνιος βασίλεψε αφού εξόρισε από το θρόνο τον Αμφικτύονα. Ήταν αυτός που τοποθέτησε το ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς σε ναό αφιερωμένο στη θεά -(στους κλασικούς χρόνους φυλασσόταν στο Ερέχθειο), και ίδρυσε γιορτή προς τιμή της, τα Αθήναια που συνδυάστηκε με τη γιορτή λήξης του θερισμού. Αργότερα ο Θησέας όταν ένωσε όλες τις αθηναϊκές κοινότητες σε μία, μετονόμασε τη γιορτή σε Παναθήναια.
Τα είπαν Μικρά Παναθήναια, γιατί αργότερα ο τύραννος Πεισίστρατος τον 6ο π.Χ. αιώνα, καθιέρωσε να γιορτάζονται κάθε τέσσερα χρόνια τα Μεγάλα Παναθήναια. Ήταν αυτός που καθιέρωσε γυμνικούς και μουσικούς αγώνες. Την πρώτη φορά ξεκίνησαν με απαγγελία από τα έπη του Ομήρου αλλά, εξελίχθηκαν σε διαγωνισμούς κιθάρας και αυλού με βραβεία χρηματικά και στεφάνια για τους νικητές. Ο διαγωνισμός ήταν ανοιχτός σε όλους τους Έλληνες και δεν περιοριζόταν στους Αθηναίους.
Στον Εριχθόνιο, αποδιδόταν η εισαγωγή στα Παναθήναια των ιππικών αγώνων. Ήταν αρματοδρομίες με τον ηνίοχο να οδηγεί το άρμα και τον αθλητή να κάνει ακροβατικές ασκήσεις. Προστέθηκαν αρματοδρομίες με πολεμικά άρματα και άρματα με δυο ή τέσσερα άλογα (τέθριππα). Οι διαγωνιζόμενοι χωρίζονταν σε ομίλους ανάλογα με την ηλικία και τις δυνατότητες των αλόγων. Αργότερα, οι ιππικοί αγώνες συμπληρώθηκαν και με ιπποδρομίες ενώ, υπήρχε και επίδειξη γυμνασίων ιππικού: Οι Αθηναίοι ιππείς χωρίζονταν σε δυο ομάδες και αναπαριστούσαν επελάσεις ή παρέλαυναν μπροστά στους επισήμους.

Από την εποχή του Πεισίστρατου, στο πρόγραμμα των αγώνων μπήκε και το πένταθλο (δρόμος, πάλη, πυγμαχία, άλμα και δισκοβολία). Οι αθλητές χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την ηλικία τους. Οι νικητές βραβεύονταν με πιθάρια λάδι, τους «παναθηναϊκούς αμφορείς» που έφεραν παραστάσεις στη μια πλευρά της Αθηνάς να κραδαίνει το δόρυ και στην άλλη σκηνές από τους αγώνες.
Ο Περικλής έδωσε στα Παναθήναια ακόμα μεγαλύτερη αίγλη και ανήγειρε το Ωδείο, όπου γινόταν οι μουσικοί αγώνες. Πολύ σημαντικός ήταν ο διαγωνισμός πολεμικού χορού η αρχή του οποίου χάνεται σε πολύ παλιές εποχές και ήταν ο πυρρίχιος, τον οποίο, είχε χορέψει πρώτη η ίδια η θεά Αθηνά, αμέσως μετά την νίκη των θεών ΕΛ στην Γιγαντομαχία που ήταν μια από τις πιο μεγάλες στιγμές στην πολεμική διαδρομή της θεάς. Οι σκηνές αναπαριστάνονταν στον πέπλο των Παναθηναίων, στην ασπίδα της Αθηνάς και στις μετόπες του Παρθενώνα.
Ο πυρρίχιος χορός, στην πραγματικότητα, ήταν αναπαράσταση της μάχης, με τους χορευτές να κρατούν ασπίδα και να κραδαίνουν δόρυ, ακριβώς όπως εμφανίστηκε η Αθηνά, όταν ξεπήδησε από το κεφάλι του Δία. Οι νικητές έπαιρναν βραβείο ένα βόδι, όπως και εκείνοι που νικούσαν στον διαγωνισμό «ευανδρίας».
Ο διαγωνισμός λαμπαδηδρομίας είχε ξεκινήσει πολύ παλιά και γινόταν νύχτα, την ενδέκατη ημέρα των εορτών, παραμονή της μεγάλης πομπής και θυσίας. Ήταν ένα είδος σκυταλοδρομίας με αναμμένους πυρσούς, στην οποία συμμετείχαν πέντε ομάδες με σαράντα δρομείς η καθεμία. Οι αθλητές διένυαν απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου, πριν παραδώσουν τους αναμμένους πυρσούς αντί της σημερινής σκυτάλης. Νικούσε η ομάδα της οποίας ο τεσσαρακοστός δρομέας έφτανε πρώτος στον βωμό και τον άναβε. Οι νικητές έπαιρναν από μια υδρία.
Την δωδέκατη ημέρα των Παναθηναίων γινόταν η μεγάλη πομπή. Στη διάρκειά της, μεταφερόταν το πέπλο, προσφορά των Αθηναίων στην θεά τους. Η ύφανσή του γινόταν κάτω από την επίβλεψη της ιέρειας από τέσσερις αρρηφόρες και μερικές «εργαστίνες παρθένες». Οι αρρηφόρες ήταν κορίτσια επτά ως ένδεκα χρόνων, τα ωραιότερα από τις πιο καλές οικογένειες, οι οποίες έμεναν στην Ακρόπολη και για μήνες μοναδική τους απασχόληση ήταν η ύφανση του πέπλου της θεάς. Είχε χρώμα κίτρινο και έφερε παραστάσεις από τους αγώνες της θεάς Αθηνάς εναντίον των Γιγάντων. Η πομπή ξεκινούσε από τον Κεραμεικό και κατέληγε στην Ακρόπολη. Αργότερα, το πέπλο κρεμιόταν σε μια ιερή τριήρη που ανέβαινε στην Ακρόπολη με συνδυασμό διαφόρων μοχλών και τροχαλιών.
Επικεφαλής της πομπής βάδιζαν οι επίσημοι, ακολουθούσαν τα ζώα που έμελλε να θυσιαστούν (δυο αρχικά, πολλά στη συνέχεια) και πίσω τους πήγαιναν οι κανηφόρες, επίσης κορίτσια καλών οικογενειών που έφεραν στο κεφάλι τους ελαφριά κάνιστρα με προσφορές για την θεά. Ακολουθούσαν κάτοικοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους κουβαλώντας δοχεία με λάδι (ονομάζονταν «σκαφηφόροι») και πιο πίσω έρχονταν οι θαλλοφόροι, όμορφοι νέοι που κρατούσαν κλαδιά ελιάς. Η πομπή έκλεινε με στρατιωτικά τμήματα οπλιτών, αρμάτων και ιππικού, όπου θυσιάζονταν τα ζώα στον βωμό της θεάς κλείνοντας τη γιορτή.
-(Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Α 27,3)
“Κοντά στον ναό της Πολιάδας κατοικούν δύο παρθένες, που οι Αθηναίοι τις λένε αρρηφόρες. Αυτές ζουν για ένα διάστημα κοντά στη θεά. Όταν έρχεται η μέρα της γιορτής, τη νύχτα κάνουν τα εξής: τοποθετούν και μεταφέρουν πάνω στο κεφάλι τους όσα τους δίνει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε αυτή τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Κοντά υπάρχει μέσα στην πόλη περίβολος της λεγόμενης Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί φυσικό υπόγειο πέρασμα, απ’ όπου κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν εκεί κάτω αυτά που μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι αυτές τις αφήνουν πλέον ελεύθερες και στη θέση τους στην ακρόπολη οδηγούν άλλες.”

(Ἀριστοτέλης – Ἀθηναίων Πολιτεία -60 -01)
“Αφού περάσουν από την εξέταση αναλαμβάνουν για τέσσερα χρόνια. και διοικούν την πομπή της εορτής των Παναθηναίων και τον αγώνα της μουσικής και τα γυμνικά αγωνίσματα και την ιπποδρόμια , και φροντίζουν για την κατασκευή του πέπλου της Αθηνάς και μετά της βουλής φροντίζουν για την κατασκευή των ειδικών αμφορέων και το έλαιο που παραδίδουν στους αθλητές”.

Τα Μεγάλα ή εν Άστει Διονύσια.

Ήταν η λαμπρότερη γιορτή της Αθήνας μετά τα Παναθήναια από τον 5ο αι. π.Χ. που θεσμοθετήθηκαν από τον Πεισίστρατο ο οποίος εισήγαγε στο άστυ, από την κώμη των Ελευθερών τη λατρεία του Ελευθερέως Διονύσου. Από την 9η έως τη 14η μέρα του μήνα Ελαφηβολιώνα, δηλαδή γύρω στο τέλος Μαρτίου με τα σημερινά δεδομένα, η πόλη γιόρταζε στους ρυθμούς του Διόνυσου Ελευθερέα και η προετοιμασία διαρκούσε τουλάχιστον έξι μήνες
Η γιορτή είχε έρθει στην Αθήνα από ένα μικρό χωριό στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας που λεγόταν Ελευθερές, στο οποίο τιμούσαν τον αγαπημένο τους θεό Διόνυσο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο ιερέας Πήγασος, πήρε χρησμό από το μαντείο των Δελφών να μεταφέρει την γιορτή από τις Ελευθερές στην Αθήνα . Οι Αθηναίοι του έδωσαν το όνομα «Ελευθερεύς» και έχτισαν προς τιμήν του στους νότιους πρόποδες της Ακρόπολης ένα μικρό ναό με βωμό. Στην Αθήνα γινόταν κάθε χρόνο εκείνες τις ημέρες η συμβολική αναπαράσταση του ταξιδιού του με μια γιορτή ανοιχτή σε όλους τους Έλληνες, -όχι μόνο για τους Αθηναίους, και πολύ έντονο γιορτινό κλίμα στην πόλη. Πάνω από 1000 πολίτες συμμετείχαν στην εκδήλωση, ως μέλη χορών, ηθοποιοί, κομπάρσοι και βοηθοί.
Πολλοί ήταν και οι ξένοι που έρχονταν στην Αθήνα για να παρακολουθήσουν τη γιορτή και φυσικά τις φημισμένες θεατρικές παραστάσεις, μεταξύ των οποίων και αντιπροσωπείες ξένων κρατών, συμμάχων, απεσταλμένοι των αθηναϊκών αποικιών, επίσημοι προσκεκλημένοι του αθηναϊκού κράτους και πολλοί άλλοι.
Το πόσο σημαντική γιορτή ήταν τα«Μεγάλα» Διονύσια, φαίνεται από το ότι κατά τη διάρκεια τους απαγορευόταν η κατάσχεση περιουσιών των οφειλετών και η εκτέλεση οποιαδήποτε ποινής .
Το άγαλμα του θεού, την παραμονή και μετά τη δύση του ήλιου, κατέληγε στη μόνιμη θέση του στο ιερό, κοντά στο θέατρο. Η πρώτη μέρα των Μεγάλων Διονυσίων ξεκινούσε με τη μεγάλη πομπή της θυσίας, που κατέληγε μπροστά στο ναό του Διονύσου, ενώ δύο μέρες νωρίτερα γινόταν η επίσημη παρουσίαση όλων των διαγωνιζομένων δραμάτων. Πριν από τις παραστάσεις τελούνταν θυσίες και έκαναν καθαρμούς ραντίζοντας με το αίμα το θέατρο και τους θεατές. Στη συνέχεια, και αφού οι κριτές καταλάμβαναν τις ειδικές τιμητικές θέσεις τους, άρχιζαν οι παραστάσεις, που έκλειναν με την ανάδειξη των νικητών του τραγικού αγώνα το βράδυ της πέμπτης ημέρας της εορτής. Στα Μεγάλα Διονύσια, οι τρεις τραγικοί ποιητές που λάμβαναν μέρος αγωνίζονταν με τέσσερα δράματα, τρεις τραγωδίες (τριλογία) και ένα σατυρικό δράμα, ενώ στην κωμωδία αγωνίζονταν πέντε ποιητές, που παρουσίαζαν ένα μόνον έργο τους. Στα Λήναια, που δεν είχαν πανελλήνιο χαρακτήρα όπως τα Διονύσια, η τραγωδία είχε σαφώς υποδεέστερη θέση σε σχέση με την κωμωδία και έτσι έλειπε η συμμετοχή των μεγάλων τραγικών.
Τα Διονύσια που χωρίζονταν σε «Μικρά» και «Μεγάλα» τελούνταν σε διαφορετικές εποχές του χρόνου. Τα «Μικρά» ή «κατ’ αγρούς» Διονύσια γιορτάζονταν στην Αθήνα από την 8η ως την 11η του μηνός Ποσειδεώνος (Ποσειδεών (29 ημέρες) 16 Δεκεμβρίου – 15 Ιανουαρίου), τις ημέρες των Χριστουγέννων, 24 έως 26 Δεκεμβρίου.
Οι πανηγυριστές μετά το τέλος του συμποσίου φορούσαν προσωπίδες και στεφάνους, έκαναν αγώνες λαμπαδηφορίας και μετά περιφέρονταν στους δρόμους χορεύοντας και τραγουδώντας με την συνοδεία μουσικής, ενώ προς τιμή των νικητών στα διάφορα αγωνίσματα που περιελάμβανε η γιορτή, ψάλλονταν οι ωδές του Πινδάρου κατά τη διάρκεια των πομπών. Τα «Μικρά» Διονύσια περιελάμβαναν και δύο πολύ δημοφιλή παιχνίδια, την «Σκαπέρδα» και την «Αιώρα».
Η Σκαπέρδα ήταν ένα παιδικό παιχνίδι που παιζόταν σε εσωτερικούς χώρους ή στις αυλές από αγόρια και κορίτσια. Οι παίκτες κάρφωναν στο χώμα ένα δοκάρι, το οποίο είχε μια τρύπα στο κέντρο, από όπου περνούν ένα σκοινί. Στις δύο άκρες του, δενόταν από ένας παίκτης, έτσι ώστε ο ένας να μην κοιτά τον άλλο, και προσπαθούσαν τραβώντας με δύναμη, να φέρουν ο ένας τον άλλον κοντά στη δοκό. Το παιχνίδι αυτό παιζόταν και με ισάριθμους σε κάθε πλευρά παίκτες. Η ομάδα που έφερνε τον αντίπαλο στη δοκό ήταν νικητής.
Στο παιχνίδι της «Αιώρας» νέοι και νέες, έπαιζαν με μια δεμένη αιώρα που λεγόταν «Αλήτις» (περιπλανώμενη). Η προέλευση αυτού του παιχνιδιού είχε τις ρίζες του στην παράδοση. Ο Iκάριος, ήρωας του αττικού δήμου της Ικαρίας, φιλοξένησε κάποτε τον Διόνυσο, δίχως να γνωρίζει ποιόν φιλοξενεί. Όταν έφευγε ο Θεός, του φανέρωσε ποιος ήταν και για τον ανταμείψει του δίδαξε την καλλιέργεια της αμπέλου. Ο Ικάριος έδωσε στους γείτονες του να πιουν από το κρασί που παρασκεύασε. Αυτοί, αφού ήπιαν και μέθυσαν, νόμισαν ότι δηλητηριάστηκαν και μέσα στην μανία τους τον σκότωσαν. Η κόρη του Ηριγόνη, ενώ αναζητούσε τον πατέρα της, τον ανακάλυψε σε ένα δέντρο νεκρό και από τη λύπη της κρεμάστηκε. Ο Διόνυσος για να τιμωρήσει τους Ικάριους τους έφερε σε κατάσταση παραφροσύνης και μεγάλος αριθμός από αυτούς κρεμάστηκαν. Αφού ρωτήθηκε το Δελφικό Μαντείο, τους συμβούλεψε να καθιερώσουν την γιορτή -παιχνίδι της Αιώρας-, για να εξαγνιστούν από το διπλό θάνατο του Ικαρίου και της Ηριγόνης.
Το κούνημα της αιώρας, συμβόλιζε τον εξαγνισμό δια μέσω του αέρος, όπως γίνεται εξαγνισμός δια μέσου του ύδατος και του πυρός σε άλλες τελετουργίες. Η Αιώρα τελείωνε με ένα πολυδάπανο δείπνο, που λεγόταν «εύδειπνον». Επίσης άλλη μια γιορτή προς τιμήν της Ηριγόνης αλλά και της Ηούς ήταν οι «Αλητίδες μέρες».

  • Ανθεστήρια

Άλλη μια μεγάλη ελληνική ετήσια εορτή της αρχαιότητας ήταν τα Ανθεστήρια και πάλι προς τιμήν του Θεού Διονύσου, -με τη γενικότερη ονομασία «Διονύσια», η οποία τελούνταν την 11η ως και την 13η του μηνός Ανθεστηριώνος, στην Αττική και σε πολλές άλλες Ιωνικές πόλεις. Στις αρχές του Μάρτη οι αρχαίοι Έλληνες επί τρεις μέρες γιόρταζαν την αναγέννηση της φύσης προς τιμήν του Λιμναίου Διονύσου και του Χθόνιου Ερμή, κάνοντας ταυτόχρονα ανάκληση στις ψυχές των νεκρών. Πίστευαν ότι τις πρώτες μέρες των Ανθεστηρίων, τα πνεύματα των νεκρών επέστρεφαν και κυκλοφορούσαν μέσα στην πόλη και με το τέλος των εορτασμών έπρεπε να επιστρέψουν και πάλι στον Κάτω Κόσμο. Στο μεγάλο συμπόσιο τηρούσαν τα παραδοσιακά έθιμα και επικρατούσε εύθυμη ατμόσφαιρα, ενώ στο γλέντι συμμετείχαν και παιδιά. Επικρατούσε μια ατμόσφαιρα χαρμολύπης, – όπως σήμερα συνηθίζουν να χρησιμοποιούν την ίδια έκφραση για τη Ανάσταση του Χριστού γιατί κινούνταν σε δύο άκρα: την άκρατη χαρά για τη ζωή και τη βαθιά θλίψη για τον θάνατο.
Η πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν πιθοίγια. Ονομάστηκε έτσι από το γεγονός ότι την ημέρα αυτή ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς. Πρόσφεραν από αυτό πρώτα στον θεό Διόνυσο, στο εν Λίμναις ιερό του στην Αθήνα, που βρισκόταν κάπου νοτίως της Ακρόπολης, ίσως κοντά στον Ιλισό. Το ιερό λειτουργούσε μόνον αυτήν τη μέρα του χρόνου και τηρούσαν τριήμερη αργία για όλους τους Αθηναίους, ακόμη και για τους δούλους, και σε κάθε αθηναϊκό σπίτι οργανωνόταν από ένα μεγάλο συμπόσιο.
Η δεύτερη μέρα λεγόταν Χοές, από το ομώνυμο οινοδοχείο. Χρησιμοποιούσαν εορταστικό οικογενειακό συμπόσιο μια μικρή οινοχόη, που έφερε την ονομασία «χους». Καθένας είχε τον δικό του χουν και ήταν ίδιος σε μέγεθος για όλους. Σε πολλά αγγεία που έχουν διασωθείς ως σήμερα βλέπουμε παραστάσεις που προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες τόσο για τον εορτασμό των Ανθεστηρίων όσο και για τη ζωή των παιδιών. Το έθιμο πρότεινε στο οικογενειακό συμπόσιο να λαμβάνουν μέρος για πρώτη φορά τα νέα μέλη κάθε οικογένειας, τα τρίχρονα παιδιά, στα οποία οι μεγάλοι χάριζαν το δικό τους κανατάκι που διακοσμούσαν με παραστάσεις από διάφορες παιδικές δραστηριότητες. Όταν ένα παιδάκι πέθαινε πριν γιορτάσει τα πρώτα του επίσημα Ανθεστήρια, οι δικοί του έβαζαν συνήθως μαζί του στον τάφο τον “χουν”, τον οποίο δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει. Αυτή την ημέρα υπήρχε ένα διάχυτο κλίμα περίσκεψης χωρίς μουσική και χορό και το δείπνο γινόταν σιωπηλά, παρόλο που όλα ήταν στολισμένα με στεφάνια, και στο πλούσιο τραπέζι έρεε άφθονο κρασί. Το βράδυ, μετά το τέλος του συμποσίου, η πομπή των Αθηναίων κατευθύνονταν υπό το φως των δαυλών στο ιερό του Διονύσου εν Λίμναις όπου αφιέρωναν τα ανθισμένα στεφάνια και τις χοές τους μέσα σε μια κατανυκτική και συγχρόνως θεαματική ατμόσφαιρα. Οι χοές και τα στεφάνια των λουλουδιών παραδίδονταν στην ιέρεια του Διονύσου, η οποία ήταν η σύζυγος του Άρχοντα Βασιλέα της πόλης, – (λεγόταν επίσης Βασίλισσα ή Βασιλίννα), και μαζί με δεκατέσσερις σεβάσμιες Αθηναίες, λειτουργούσαν για την ημέρα εκείνη το ιερό.
Η τρίτη και τελευταία ημέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν χύτροι, επειδή προσφέρονταν αγγεία στολισμένα με άνθη, γεμάτα με μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών. Συγχρόνως γιόρταζαν τα Υδροφόρια προς τιμήν όσων χάθηκαν στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.

  • ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ – [2.15.4] Ιστορίαι “τεκμήριον δέ· τὰ γὰρ ἱερὰ ἐν αὐτῇ τῇ ἀκροπόλει καὶ ἄλλων θεῶν ἐστὶ καὶ τὰ ἔξω πρὸς τοῦτο τὸ μέρος τῆς πόλεως μᾶλλον ἵδρυται, τό τε τοῦ Διὸς τοῦ Ὀλυμπίου καὶ τὸ Πύθιον καὶ τὸ τῆς Γῆς καὶ τὸ ‹τοῦ› ἐν Λίμναις Διονύσου, ᾧ τὰ ἀρχαιότερα Διονύσια τῇ δωδεκάτῃ ποιεῖται ἐν μηνὶ Ἀνθεστηριῶνι, ὥσπερ καὶ οἱ ἀπ᾽ Ἀθηναίων Ἴωνες ἔτι καὶ νῦν νομίζουσιν. ἵδρυται δὲ καὶ ἄλλα ἱερὰ ταύτῃ ἀρχαῖα”.
    Με την εορτή των Ανθεστηρίων σχετίζεται μια ενδιαφέρουσα παροιμιώδης φράση: «Θύραζε Κάρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια», δηλαδή «έξω από εδώ Κάρες, δεν είναι ακόμα τα Ανθεστήρια (Κάρες μέτοικοι ή οι ψυχές (κήρες) των νεκρών που έπρεπε να επιστρέψουν στον Κάτω Κόσμο με το τέλος της γιορτής). Σήμερα κατέληξε η νεοελληνική έκφραση «δεν είναι κάθε μέρα τ’ Αϊ-Γιαννιού».

Δέσπω

photo pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...