Το στοιχειωμένο υποβρύχιο «SM UB-65»

Στις 15 Ιουνίου του 1916, είκοσι τέσσερα νέα υποβρύχια εξήλθαν από τα γερμανικά ναυπηγεία και ανέλαβαν να πλεύσουν αμέσως προς τη ναυτική βάση της Φλάνδρας, από όπου η Γερμανία αγωνιζόταν λυσσωδώς να εξοντώσει όλα τα πλοία των αγγλογαλλικών συγκοινωνιών, που διέπλεαν το Στενό της Μάγχης.

Τα είκοσι τρία από αυτά κατόρθωσαν να βγουν αισίως στ’ ανοιχτά. Το εικοστό τέταρτο, όμως, υπέστη κάτι που συμβαίνει σπανιότατα στα ναυτικά χρονικά. Την ώρα της καθέλκυσής του πιάστηκε στους κάτωθεν δοκούς και στάθηκε αδύνατον να γλιστρήσει προς τη θάλασσα. Χρειάστηκαν νέες εργασίες τριών μηνών, κατά το διάστημα των οποίων δύο εργάτες κατέπεσαν από ύψος μόλις τριών μέτρων κι όμως, βρήκαν φριχτό θάνατο.

Επιτέλους, το σκάφος γλίστρησε προς τα ύδατα, αλλά όταν τέθηκαν δοκιμαστικά οι μηχανές του σε κίνηση, τρεις θερμαστές βρέθηκαν, άγνωστο πώς, μέσα σ’ έναν στρόβιλο διαφυγόντων αερίων και πέθαναν από ασφυξία.

Παρά τους τόσο κακούς οιωνούς για τους προληπτικούς ναυτικούς απανταχού της Γης, το γερμανικό υποβρύχιο «SM UB-65» ανοίχτηκε στη θάλασσα με πλήρωμα τρεις Αξιωματικούς και τριάντα έναν ναύτες. Δεν είχε καλά-καλά προλάβει να βγει στο πέλαγος, όταν ξέσπασε μια φοβερή τρικυμία. Το υποβρύχιο πάσχιζε να κατέλθει στον βυθό, αλλά του ήταν αδύνατον λόγω των πελώριων κυμάτων, από τα οποία κλυδωνιζόταν.

Η δύναμη του ανέμου ήταν τόσο ισχυρή, ώστε απειλούσε να παρασύρει ακόμα και τη χαλύβδινη μικρή γέφυρα του καταστρώματος. Έξι άντρες του πληρώματος που πάλευαν να τη στερεώσουν, παρασύρθηκαν από τα κύματα και τους κατάπιε ο βυθός. Το «SM UB-65», ύστερα από άνιση πάλη, κατάφερε να επιστρέψει στη βάση του, όπου και επιδιόρθωσε εν τέλει τις ζημιές και αναπλήρωσε τα μακάβρια κενά των μελών του πληρώματος.

Οι ναύτες άρχισαν να το θεωρούν καταραμένο και ζητούσαν επιμόνως να μετατεθούν σε άλλη υπηρεσία ή σε άλλο υποβρύχιο. Αλλά ο ατρόμητος Κυβερνήτης του επέμενε να εκτελέσει το καθήκον του. Στις τραγικές εκείνες ώρες του πολέμου, κάθε άρνηση αποτελούσε προδοσία συνεπιφέρουσα τουφεκισμό.

Μετά από λίγο καιρό, το «SM UB-65» βρισκόταν πλέον στο πέλαγος σε πλήρη κατάδυση. Εντός δέκα ημερών εξαπέλυσε τορπίλες εναντίον πέντε πλοίων, μα δεν μπόρεσε να βυθίσει κανένα. Τη δέκατη μέρα ξαφνικά, υπέστη μια μυστηριώδη έκρηξη. Πέντε άντρες, μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος πλοίαρχος, έχασαν τη ζωή τους, ενώ δέκα άλλοι τραυματίστηκαν. Το υποβρύχιο επέστρεψε και πάλι στη βάση του για επισκευές και αναπλήρωση των άδειων θέσεων.

Οι άντρες του πληρώματος δυσανασχετούσαν πλέον ανοιχτά, αλλά ο Κυβερνήτης δεν άκουγε κανέναν. Δεν ήταν καιρός για δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Στο υποβρύχιο αυτό είχαν ταχθεί για να υπηρετήσουν την πατρίδα τους και θα την υπηρετούσαν μέχρι θανάτου. Και για να τους κάνει να λησμονήσουν τις θλιβερές τους περιπέτειες, κατά το διάστημα των επισκευών, τους είχε υποσχεθεί να τους οδηγήσει σε διάφορα νυχτερινά κέντρα και να γλεντήσει μαζί τους.

Μια νύχτα, λοιπόν, λίγο πριν χαράξει, η συντροφιά του «SM UB-65» γλεντούσε σ’ ένα καμπαρέ, όταν μπήκε ξαφνικά ο νεαρός ναύτης Πέτερσεν, ο οποίος είχε παραμείνει στο υποβρύχιο ως νυχτερινός σκοπός. Έτρεμε ολόκληρος, τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα, τα μάτια του εξείχαν από τις κόγχες τους. Έμοιαζε με παράφρονα. Έψαχνε κάπου να πιαστεί, για να μη γκρεμιστεί στο πάτωμα.

Οι σύντροφοί του, που τον είδαν σε τέτοια χάλια, έτρεξαν κοντά του να μάθουν τι είχε συμβεί. Εκείνος, με κόπο πολύ, κατάφερε να ψελλίσει:

-Ο νεκρός Αξιωματικός… ο δεύτερος πλοίαρχος Ρίχτερ… ξέρετε… ξέρετε…

-Ε, λοιπόν, τι; Μήπως αποκοιμήθηκες και τον είδες στ’ όνειρό σου;

-Όχι σας λέω… τον είδα ολοκάθαρα, όπως βλέπω τώρα εσάς! Ο νεκρός είναι πάνω στο πλοίο! Το φάντασμά του! Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, σας λέω!

Οι ναύτες εξακολουθούσαν να τον περιγελούν και να τον περιπαίζουν. Ο Κυβερνήτης διέταξε τότε τον Πέτερσεν να επιστρέψει στη θέση του. Αλλά ο δυστυχής δεν ήταν πια στα λογικά του. Μόλις άκουσε τη διαταγή του ανωτέρου του, άρχισε να τρέμει σαν το ξερό φύλλο στον άγριο βοριά. Βγήκε έξω και έτρεχε στους δρόμους, καλώντας σε βοήθεια!

Την επομένη, ο Κυβερνήτης κάλεσε σε απολογία τον ναύτη για εγκατάλειψη της θέσης του. Ο Πέτερσεν, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ ανακτήσει την ψυχραιμία του, είπε:

-Πλοίαρχε, σας ορκίζομαι πως είδα τον πεθαμένο Αξιωματικό μας με τα ίδια μου τα μάτια! Ήταν περίπου μεσάνυχτα, όταν ανέβηκε σιγά-σιγά στη γέφυρα και στάθηκε εκεί με σταυρωμένα τα χέρια…

-Ανοησίες! Ή θα ήσουν μεθυσμένος ή θα το ονειρεύτηκες, του αντέταξε εκείνος.

-Πλοίαρχε, δεν κοιμόμουν και δεν είχα πιει ούτε σταγόνα αλκοόλ. Σας ορκίζομαι στην τιμή μου, τον είδα!

-Τότε, θα πρόκειται για κάποιο άνοστο αστείο. Θέλησαν, ασφαλώς, να παίξουν μαζί μου. Θα τον κανονίσω αυτόν τον φαρσέρ!

Έτσι, ο Κυβερνήτης διέταξε τέσσερις ναύτες να φυλάσσουν όλη τη νύχτα, κρυμμένοι στις γωνιές του υποβρυχίου. Έλαβαν την εντολή να πυροβολήσουν αμέσως, μόλις θα έβλεπαν κάποιον κακόβουλο, που θα προσποιούνταν το φάντασμα.

Πέρασαν τρεις ήσυχες βραδιές. Την τέταρτη, όμως, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, οι τέσσερις ναύτες της επιφυλακής κατέφτασαν κάτωχροι στο μπαρ, όπου διασκέδαζαν οι υπόλοιποι του πληρώματος.

-Ο νεκρός Αξιωματικός Ρίχτερ είναι πάνω στο πλοίο!

-Άθλιοι, δε σας διέταξα να πυροβολήσετε και να μείνετε στις θέσεις σας; Είστε όλοι σας δειλοί; ούρλιαξε ο Πλοίαρχος.

-Κύριε, δοκιμάσαμε να πυροβολήσουμε, αλλά στάθηκε αδύνατον! Το όπλο γλιστρούσε απ’ τα χέρια μας, όταν τον ατενίζαμε να στέκεται στη γέφυρα με σταυρωμένα χέρια…

Το επόμενο πρωί, στο προσκλητήριο, ένας ναύτης έλειπε. Ήταν ο Πέτερσεν, ο οποίος είχε λιποτακτήσει.

Ύστερα από μερικές ημέρες, το υποβρύχιο «SM UB-65» ξαναβγήκε στο πέλαγος και παραμόνευε για εχθρικά ατμόπλοια κοντά στη νησιά Χέλγκολαντ. Πέρασαν έτσι τρεις μήνες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο Κυβερνήτης του στενοχωριόταν, διότι, ενώ οι συνάδελφοί του επιτύγχαναν καθημερινώς νέα κατορθώματα και βύθιζαν αδιαλείπτως εχθρικά πλοία, αυτός δεν είχε ακόμη τίποτε στο ενεργητικό του.

Επομένως, ζήτησε και έλαβε την άδεια να κατευθυνθεί στο πιο επικίνδυνο σημείο των αγγλογαλλικών συγκοινωνιών της Μάγχης. Γύρω στα μεσάνυχτα, όμως, μια τρομακτική θύελλα άρχισε να το τραντάζει βίαια. Οι ναύτες έτρεχαν στο κατάστρωμα για να επιδιορθώσουν τις ζημιές. Ξάφνου, ακούστηκαν διαπεραστικές κραυγές:

-Ο νεκρός Αξιωματικός βρίσκεται στο υποβρύχιο! Είναι στην καμπίνα της γέφυρας! Αυτός κυβερνά! Θεέ μου, το φάντασμά του κυβερνά!

Για ώρες απόμειναν κλεισμένοι στο κύτος του σκάφους, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί έρμαιο των κυμάτων της αδίστακτης θάλασσας. Το πρωί, επικρατούσε πια ηρεμία, αλλά όλοι οι άντρες είχαν χάσει το ηθικό τους.


Ο Κυβερνήτης αντιλήφθηκε πλέον ότι, με τέτοιο ηθικό, το πλήρωμά του δεν ήταν σε κατάσταση να επιτύχει κανένα ηρωικό κατόρθωμα από εκείνα που φιλοδοξούσε. Το υποβρύχιο, άλλωστε, χρειαζόταν απελπισμένα επισκευές. Εισήλθε, λοιπόν, στη διώρυγα, που οδηγούσε στο τεχνητό λιμάνι της, τότε κατεχόμενης από τους Γερμανούς, βελγικής πόλης Μπρυζ.

Μια εβδομάδα αργότερα, επιδρομή αγγλικών αεροπλάνων είχε ως στόχο το λιμάνι αυτό. Οι βόμβες έπεφταν ως βροχή πάνω στο στοιχειωμένο υποβρύχιο. Ο Πλοίαρχος και δέκα ακόμη άντρες σκοτώθηκαν. Αντικαταστάθηκαν αμέσως από άλλους και το καταραμένο «SM UB-65» διατάχτηκε να βγει στ’ ανοιχτά.

Εν τούτοις, προηγουμένως είχε κριθεί σκόπιμο να καλέσουν έναν ιερέα και να τελέσει αγιασμό πάνω στο σκάφος και να εξορκίσει τα «κακά πνεύματα».

Μα, το «καταραμένο υποβρύχιο», όπως το αποκαλούσαν πια οι Γερμανοί ναυτικοί, εξακολουθούσε να καταδιώκεται από την κακή μοίρα του. Τρεις φορές ακόμη άλλαξε πλήρωμα λόγω θανάτου των αντρών του. Συνολικά, μέσα στα δυσοίωνα μεταλλικά μέρη του, έχασαν τη ζωή τους 160 άντρες και 8 Αξιωματικοί, χωρίς να έχει ακόμη στο ενεργητικό του κανένα ανδραγάθημα.

Τελικά, στις 14 Ιουλίου του 1918, το «SM UB-65» καταδίωκε ένα αμερικανικό πλοίο δυτικά της Κορνουάλης, που συνοδευόταν από ένα υποβρύχιο, ενώ προσπαθούσε εναγωνίως να διαπράξει την πρώτη επιτυχία εναντίον των εχθρών του. Πλησίαζε, έτοιμο να εξαπολύσει τις τορπίλες του, όταν μια συγκλονιστική έκρηξη, από άγνωστη αιτία, το ανατίναξε στον αέρα με έναν εκκωφαντικό πάταγο και το διέλυσε στη στιγμή.

Μολονότι συμπαρέσυρε στον θάνατο όλο του το πλήρωμα, οι Γερμανοί ναυτικοί που πληροφορήθηκαν την τραγική καταστροφή του διαβόητου «SM UB-65», ένιωσαν ανακούφιση για τον χαμό του και θλίψη, βεβαίως, για τους νεκρούς του.

Το στοιχειωμένο υποβρύχιο «SM UB-65» άφησε πίσω του έναν αποπνιχτικό, ζοφερό θρύλο κακοτυχίας και κακοδαιμονίας, γεμάτο από φαντάσματα, νεκρούς και αποτυχίες…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», στις 24/12/1937…

Από strangepress, ΦΩΤΟ pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...