Το σκελετωμένο φάντασμα ενός πύργου στην Αγγλία, το 1930

ον Φεβρουάριο του 1930, ολόκληρη η Αγγλία ήταν ανάστατη από ένα υπερφυσικό γεγονός, το συνέβη διαδραματίστηκε στον παμπάλαιο πύργο του Ουέμπλακ.

Επρόκειτο για την τρομακτική εμφάνιση ενός φαντάσματος με μεσαιωνική περιβολή, το οποίο εξώθησε τον ιδιοκτήτη του πύργου και την οικογένειά του να τραπούν σε εσπευσμένη φυγή μέσα στη νύχτα, χωρίς να επιθυμούν ποτέ να επιστρέψουν.

Η περίεργη αυτή υπόθεση είχε ως εξής:

Πέντε μήνες νωρίτερα, ο Λόρδος του Ουεμπλέιβ, λόγω οικονομικών δυσχερειών εξαιτίας του Κραχ, αναγκάστηκε να πουλήσει μερικά κτήματά του, μεταξύ των οποίων και τον ιστορικό του πύργο, τον οποίο είχαν χτίσει πριν από μια χιλιετηρίδα οι πρόγονοί του.

Το εν λόγω οικοδόμημα γοτθικού ρυθμού βρισκόταν μέσα σ’ ένα κατάφυτο πάρκο. Κανείς άλλος, εκτός από το πολυάριθμο προσωπικού του αχανούς πύργου και τα μέλη της οικογένειας, δεν κατοίκησε ποτέ εκεί. Επομένως, το μεγαλοπρεπές κτίριο δεν είχε θιγεί πολιτιστικά από ξένες επιρροές.

Όταν δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες η αγγελία της πώλησής του, πολλοί επιφανείς και ευκατάστατοι αγοραστές έκαναν την εμφάνισή τους, ανάμεσα στους οποίους και ένας Αμερικανός, ο οποίος πρόσφερε τελικά και τα περισσότερα χρήματα.

Αν και η τιμή που είχε οριστεί φάνταζε υπερβολική (ήταν δύο εκατομμύρια στερλίνες για τον πύργο και τις πέριξ αυτού εκτάσεις), ο βαθύπλουτος Αμερικανός Τζον Κινγκ πλήρωσε αμέσως, χωρίς να παζαρέψει το τίμημα. Ύστερα τηλεγράφησε στην οικογένειά του που ζούσε στη Νέα Υόρκη, να έρθει στο Λονδίνο, διότι επρόκειτο να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αγγλία.

Φωτογραφία της εφημερίδας, στην οποία απεικονίζεται ο ιδιοκτήτης του πύργου, ο Αμερικανός εκατομμυριούχος Τζον Κινγκ (αριστερά) να δίνει συνέντευξη σε δημοσιογράφο
Φωτογραφία της εφημερίδας, στην οποία απεικονίζεται ο ιδιοκτήτης του πύργου, ο Αμερικανός εκατομμυριούχος Τζον Κινγκ (αριστερά) να δίνει συνέντευξη σε δημοσιογράφο
Επειδή στους Άγγλους ευγενείς δεν άρεσε η ιδέα ότι ένας τέτοιος ιστορικός πύργος θα περνούσε στα χέρια ξένου, ο Τζον Κινγκ πλήρωσε μερικές εφημερίδες να γράψουν στα φύλλα τους ότι τάχατες καταγόταν από αρχαία οικογένεια του Μάντσεστερ, η οποία υποχρεώθηκε κάποτε, εξαιτίας θρησκευτικών διωγμών, να μεταναστεύσει στην Αμερική, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.

Ήταν ένα εξαιρετικά ομιχλώδες πρωινό, από εκείνα που διαγράφεται μόλις η σιλουέτα των πραγμάτων, όταν ο Αμερικανός εκατομμυριούχος έφτασε ως νέος πυργοδεσπότης στην αρχοντική κατοικία του. Το υπηρετικό προσωπικό, που ήταν παρατεταγμένο μπροστά στην επιβλητική εξώπορτα του κάστρου, τον υποδέχτηκε μάλλον ψυχρά. Κανένα μειδίαμα. Κανένα θερμό σφίξιμο του χεριού. Μόνο ο αρχιεπιστάτης του απηύθυνε τον λόγο με συγκρατημένη ευγένεια.

Ο Τζον Κινγκ, αφού περιεργάστηκε σχολαστικά τον πύργο, κράτησε μερικές πρόχειρες σημειώσεις, έδωσε τις σχετικές διαταγές στον επιστάτη και από την επόμενη κιόλας μέρα, έστειλε σμήνος εργατών για να μοντερνοποιήσουν και να εκσυγχρονίσουν τον πύργο με τη μοναδική αίγλη.

Οι μαυρισμένοι ογκόλιθοι καθαρίστηκαν επιμελώς, οι τοίχοι των δωματίων επισκευάστηκαν, τοποθετήθηκε ηλεκτρικό ρεύμα για πρώτη φορά σε όλες τις πτέρυγες, ενώ εγκαταστάθηκε και ραδιοφωνικός σταθμός.

Οι επισκευές διήρκεσαν περίπου ένα μήνα. Εν τω μεταξύ, κατέφτασε και η οικογένεια του Αμερικανού εκατομμυριούχου, προκειμένου να παραστεί στα εγκαίνια, τα οποία ορίστηκαν στις 10 Φεβρουαρίου του 1930.

Αλλά ας αφήσουμε καλύτερα τον ίδιο τον Τζον Κινγκ να αφηγηθεί τα αλλόκοτα γεγονότα:

“Είχα στείλει προσκλήσεις σε τριακόσια περίπου άτομα, τα οποία ευχαρίστως αποδέχτηκαν να παρευρεθούν στο επίσημο δείπνο, το οποίο θα παρέθετα στην καινούρια ιδιοκτησία μου. Οι εορτές θα διαρκούσαν για μια εβδομάδα, κατά την οποία οι καλεσμένοι μου θα φιλοξενούνταν στον πύργο και στους διάφορους οικίσκους των γύρω κτημάτων μου. Μάλιστα, για τον σκοπό αυτό έχτισα κι έναν τεράστιο ισόγειο ξενώνα με τριάντα δωμάτια επιπλέον.

Την παραμονή, λοιπόν, άρχισαν να καταφτάνουν οι προσκεκλημένοι μου. Το πρόγραμμα που είχα ετοιμάσει ήταν αρκετά καλό. Μετά τους λαμπρούς εορτασμούς των εγκαινίων στον πύργο και τα πυροτεχνήματα που θα εκτοξεύονταν από τους κήπους του, θα ακολουθούσε διήμερη κυνηγετική εκδρομή στη γειτονική ύπαιθρο.

Θα πλησίαζε περίπου η τρίτη ώρα μετά το μεσονύκτιο, όταν μετά το δείπνο και τον χορό, όλοι αποσυρθήκαμε στα δωμάτιά μας. Το δικό μου διαμέρισμα βρίσκεται στον δεύτερο όροφο του πύργου και τα παράθυρά του βλέπουν προς τον κήπο. Για να φτάσει κανείς εκεί, πρέπει υποχρεωτικά να περάσει από την αίθουσα με τις πανοπλίες.

Δεν είχα προλάβει να κλείσω την πόρτα του δωματίου μου, όταν άκουσα έναν παράξενο θόρυβο. Στην αρχή, δεν έδωσα καμία σημασία. Επειδή, όμως, ο θόρυβος έμοιαζε ολοένα να πλησιάζει προς το μέρος μου, άνοιξα διάπλατα την πόρτα για να δω τι συνέβαινε.

Ξάφνου, είδα έναν ανθρώπινο σκελετό, ο οποίος φωσφόριζε εκτυφλωτικά, να έρχεται καταπάνω μου. Ομολογώ πως πάγωσα από τον φόβο μου. Κατόπιν, όμως, σκέφτηκα πως κάποιος από τους καλεσμένους μου είχε σκαρφιστεί αυτή την πανέξυπνη φάρσα και γέλασα δυνατά.

Τότε, άκουσα μια βραχνή φωνή να μου λέει:

“Πώς τόλμησες, άθλιε, να θίξεις τούτο το πανάρχαιο σπίτι τόσων γενεών ενδόξων προγόνων; Θα τιμωρηθείς που το βεβήλωσες, εσύ, ένας ξένος! Φύγε γρήγορα, αλλιώς θα καταστραφείς κι εσύ κι ολόκληρη η οικογένειά σου!”

Έτρεξα μέσα στο δωμάτιό μου, όπου φύλασσα ένα περίστροφο. Το άρπαξα και άρχισα να πυροβολώ εναντίον του με λύσσα. Καμία από τις σφαίρες που έριξα, δεν λάβωσαν την απαίσια οπτασία. Απλά, τη διαπερνούσαν.

Αντίθετα, μάλιστα, το σκελετωμένο φάντασμα με πλησίασε γοργά και απειλητικά και μου κατάφερε μια φοβερή αμυχή στο πρόσωπο. Κοιτάξτε!

“Αυτό είναι μια προειδοποίηση”, μου είπε με στριγκιά φωνή κι ύστερα, εξαφανίστηκε.

Εννοείται ότι μετά από αυτό το συμβάν, ξύπνησα όλους όσους φιλοξενούσα στον πύργο και τους διηγήθηκα τα καθέκαστα”.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΜΠΡΟΣ”, στις 26/02/1930…

ΦΩΤΟ pexels