Το έχετε διαβάσει; Ο θρύλος του Κόκκινου Ανθρώπου της γαλλικής Αυλής…

ύρω στα τέλη του 1773, η γαλλική Αυλή είχε πληγεί από την παράλυση εκείνη, που προηγείται λίγο πριν το κεραυνοβόλημα του θανάτου. Κανείς δε μιλούσε πλέον. Όλοι ψιθύριζαν. Η διαφθορά των αυλικών δεν είχε μειωθεί, αλλά είχε χάσει τον εξόφθαλμο κυνισμό της. Είχε γίνει απλώς υποκριτική.

Ο Βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΕ’, γέρος, ασθενικός, κορεσμένος από διαπλοκή, ηδονή και σπατάλη, αισθανόταν από καιρού εις καιρόν ότι ο θρόνος ταλαντευόταν. Μάλιστα, αντιλαμβανόμενος το βάρος που θα αποτελούσε ο θρόνος αυτός για τον διάδοχό του, αναστέναζε, κυρτωμένος από την αγωνία και την ανησυχία για το μέλλον:

«Δύστυχη Γαλλία… Ένας Βασιλιάς 63 ετών και ένας ανυπόμονος νεαρός Δελφίνος!»


Ο Δελφίνος, ο διάδοχος του θρόνου δηλαδή, είχε μεγαλώσει, αλλά συγχρόνως αυγάτευαν ασυγκρίτως περισσότερο και οι έγνοιες του στέμματος. Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος σφάλιζε τα μάτια του, για να κρύψει τα δάκρυα και να μη βλέπει την άβυσσο.

Ένα βράδυ του Απριλίου, έπειτα από έναν περίπατο στον κήπο, ο Βασιλιάς αποσύρθηκε κουρασμένος στα διαμερίσματά του. Το σκοτάδι, που γινόταν διαρκώς πυκνότερο, του φαινόταν σαν αβάσταχτο φορτίο και το πολυτελέστατο δωμάτιο του, σαν βαρυστολισμένος τάφος.

Τρομερά απογοητευμένος, εκείνο το βράδυ ενθυμήθηκε μια παλαιά γαλλική παράδοση, κατά την οποία ένας Κόκκινος Ανθρωπάκος θα εμφανιζόταν στο ανάκτορο κάθε φορά που μια καταστροφή θα απειλούσε έναν Βουρβώνο.

Τότε, μην αντέχοντας να υποφέρει πλέον την πολύβουη μοναξιά του, εξήλθε σ’ έναν μυστικό διάδρομο του παλατιού, που οδηγούσε κατευθείαν στα δωμάτια των θυγατέρων του, χωρίς να περάσει από τα μεγάλα διαμερίσματα. Το βάρος, όμως, από το οποίο επιθυμούσε να απαλλαγεί, τον πίεζε τόσο, ώστε, ολότελα αφηρημένος, αντί να κατευθυνθεί δεξιά, κατευθύνθηκε προς τ’ αριστερά, όπου ήταν τα διαμερίσματα της Δελφίνης Μαρίας Αντουανέτας.

Μόλις έκανε μερικά βήματα, ανασκίρτησε από τον απότομο κρότο μιας κλεισμένης θύρας. Σήκωσε τα μάτια και στο φειδωλό φως μιας λαμπάδας, που έσβησε αμέσως, πρόλαβε να διακρίνει μια αλλόκοτη μορφή. Ήταν ένας άνθρωπος κοντός, με χλωμό πρόσωπο, με κατακόκκινο μανδύα και περιστήθιο. Κάτω από τον αριστερό του βραχίονα βαστούσε ένα ξίφος.

Η απροσδόκητη αυτή εμφάνιση, τη στιγμή ακριβώς που κυριαρχούσε εντός του η δεισιδαίμων εκείνη σκέψη, του προκάλεσε ίλιγγο. Ήθελε να απομακρυνθεί, αλλά η παράδοξη σκιά προχώρησε αποφασιστικά προς το μέρος του, πιάνοντας τη λαβή του ξίφους, που έφερε στη ζώνη του.

Τότε, πεπεισμένος ότι είδε τον περίφημο Κόκκινο Ανθρωπάκο των θρύλων, που προμήνυε τις συμφορές στον Οίκο των Βουρβόνων, έβγαλε μια κραυγή και έπεσε γονυπετής.

Μετά από μια ατελείωτη στιγμή αγωνίας, άκουσε τα βήματα της οπτασίας εκείνης να χάνονται μακριά στους διαδρόμους και σύρθηκε μέχρι το δωμάτιό του, όπου σωριάστηκε βαρύς, ημιλιπόθυμος, σε μια πολυθρόνα.

Ιδού, όμως, τι είχε συμβεί στην πραγματικότητα:

Σε μια περίοδο, κατά την οποία ο Λουδοβίκος ο ΙΕ’ περνούσε τις ώρες του παρατηρώντας τα σύννεφα να πλανώνται στον ουράνιο θόλο και τα κίτρινα φύλλα να ξεκολλούν από τα δέντρα, θεωρούνταν έγκλημα μια διασκέδαση μέσα στην πένθιμη εκείνη γαλλική Αυλή.

Η Δελφίνη, λοιπόν, Μαρία Αντουανέτα και δύο Πριγκίπισσες της Σαβοΐας, νέες και ωραίες, επιπόλαιες και γαργαλιστικές, που λάτρευαν τις διασκεδάσεις, είχαν προετοιμάσει μυστικά μια παράσταση στο μικρό θέατρο του ανακτόρου, μαζί με μερικούς ακόμη Πρίγκιπες και Αυλικούς, αλλά και με τη συνενοχή ενός νεαρού ποιητή, ονόματι Αδριανού, τον οποίο τιμούσαν με τη φιλία τους.

Εκείνο το βράδυ, ο μικρός θίασος είχε παίξει τις «Ερωτικές Τρέλες». Όταν, όμως, έφτασε η σκηνή της μεταμφίεσης, δε βρέθηκε ένα σπαθί. Έτσι, παρεκλήθη ο Δελφίνος Λουδοβίκος ΙΣΤ’ να ψάξει να βρει ένα σπαθί. Στην κωμωδία, ο ποιητής έπρεπε να εμφανιστεί με μια κατακόκκινη στολή και ήταν ήδη έτοιμος για τον ρόλο.

Όταν έφτασε στον διάδρομο, έσβησε αμέσως τη λαμπάδα που είχε μαζί του και καθώς βάδιζε μες στο σκοτάδι, δε φαντάστηκε διόλου ότι ο άνθρωπος με τον οποίο συγκρούστηκε ήταν ο ίδιος ο Βασιλιάς της Γαλλίας. Δεν έδωσε, επομένως, καμιά σημασία ούτε στον τόνο της φωνής του, αλλά ούτε και στους τρόπους του.

Επιστρέφοντας στο μικρό θεατράκι, ο Αδριανός αφηγήθηκε τη μικρή του περιπέτεια και όλοι γέλασαν από καρδιάς για το πάθημα του αγνώστου, που είχε τρομοκρατηθεί από την αιφνιδιαστική εμφάνιση του ποιητή. Μα, την επομένη, έγινε γνωστό στο παλάτι ότι ο Βασιλιάς ήταν βαριά άρρωστος και ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας είχε δει ένα τρομερό φάντασμα.

Ο Αδριανός φαίνεται ότι ήταν κρυφά ερωτευμένος με τη νεαρή Δελφίνη που τον προστάτευε και ταράχτηκε φανερά, όταν την είδε να κλαίει μετά το συμβάν. Τότε, εκείνη του είπε μέσα σε αναφιλητά:

«Δεν μπορείτε να φανταστείτε τις σοβαρές συνέπειες που είχε το μικρό εκείνο επεισόδιο, το οποίο εχθές μας είχε φανεί τόσο αστείο. Οι παραστάσεις πρέπει να σταματήσουν πάραυτα!»

Ο ποιητής Αδριανός άκουσε την είδηση αυτή ως θανατική καταδίκη. Τούτο σήμαινε πως δε θα μπορούσε να τη βλέπει πλέον. Και η μέλλουσα Βασίλισσα της Γαλλίας Μαρία Αντουανέτα, η όμορφη νεαρή Δελφίνη, θα αντιλήφθηκε ασφαλώς τη σκέψη του, διότι, παρακινούμενη από οίκτο, προσπάθησε να τον παρηγορήσει. Φεύγοντας, την άκουσε να ψιθυρίζει: «Δυστυχισμένε νέε!»

Μετά από λίγο καιρό, στις 10 Μαΐου του 1774, ένα φως σε ένα παράθυρο των μεγάλων ανακτόρων ανήγγειλε σε ολόκληρη τη Γαλλία ότι ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ο ΙΕ’ είχε πεθάνει και ότι τον διαδέχτηκε στον θρόνο ο Λουδοβίκος ο ΙΣΤ’.

Δε γινόταν πλέον λόγος για τον Αδριανό. Μα, όταν αργότερα η Μαρία Αντουανέτα διοργάνωσε μια παράσταση στο θέατρο του Τριανόν, μερικοί πρόσεξαν ότι ήταν λυπημένη και βαρύθυμη. Ίσως σκεφτόταν τον ποιητή της και τις μυστικές παραστάσεις τους.


Μια μέρα, λοιπόν, μια μακάβρια πομπή, εν μέσω της οποίας βρισκόταν η Μαρία Αντουανέτα, κατευθυνόταν προς το ικρίωμα, εκεί που την είχε καταδικάσει ο εξαθλιωμένος γαλλικός λαός. Και πίσω από την πομπή, βάδιζε ένας άνθρωπος χλωμός, σκελετωμένος απ’ τα βάσανα, με το βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπο της ετοιμοθάνατης Βασίλισσας.

Όταν η πομπή σταμάτησε για λίγο, η χήρα του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ έστρεψε τα μάτια της προς τους δημίους της και ανέβηκε με προσποιητό κουράγιο τη μικρή σκάλα που οδηγούσε στη λαιμητόμο. Ξαφνικά, ο χλωμός εκείνος άνθρωπος, με μια υπέρτατη προσπάθεια, φώναξε με όση δύναμη του είχε απομείνει στην καρδιά του: «Ζήτω η Βασίλισσα!»

Στο άκουσμα εκείνης της φιλικής φωνής, η Μαρία Αντουανέτα σάστισε και γύρεψε μέσα στο εξαγριωμένο πλήθος, το οποίο αναζητούσε τη δικαίωση και τη Δημοκρατία, να βρει ποιος ήταν εκείνος που περιφρονούσε έναν βέβαιο θάνατο για να της συμπαρασταθεί. Συγκινημένη, είδε τον Αδριανό και ψέλλισε: «Δυστυχισμένε Αδριανέ!»

Μετά από λίγο, όμως, τα μάτια της στράφηκαν στον ουρανό και πρόσθεσε ξέπνοη: «Ο Κόκκινος Άνθρωπος! Ο Κόκκινος Άνθρωπος! Αλίμονο!»

Οι στρατιώτες συνέλαβαν αμέσως τον ποιητή, ο οποίος ανέβηκε χαμογελώντας στο ικρίωμα και άφησε εκεί την τελευταία του ανάσα.

Ο θρύλος του Κόκκινου Ανθρώπου της γαλλικής Αυλής άρχισε να πλανάται στα χείλη του λαού και όλοι αναρωτιόνταν εάν πράγματι τον είχε δει ως τιμωρό η Μαρία Αντουανέτα λίγο πριν ξεψυχήσει…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η ΒΡΑΔΥΝΗ», στις 15/09/1930…

Από strangepress, ΦΩΤΟ pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...