«Άνθρωποι, Ζώα και Θεοί» – Ένα μυστηριώδες βιβλίο… Δημοσίευμα του 1922 (ΦΩΤΟ)

Tο 1922, εκδόθηκε ένα βιβλίο που ξεσήκωσε πολύ θόρυβο. Οι κριτικοί δε γνώριζαν εάν έπρεπε να το χαρακτηρίσουν ως μυθιστόρημα βγαλμένο από την σφαίρα της φαντασίας ή αν επρόκειτο για τη ρεαλιστική αφήγηση ενός ριψοκίνδυνου περιηγητή.

Ο τίτλος του μυστηριώδους βιβλίου ήταν «Άνθρωποι, Ζώα και Θεοί» και συγγραφέας του υπήρξε μια σκιώδης πολιτική φυσιογνωμία, ο Πολωνός συγγραφέας και εξερευνητής Φέρντιναντ Άντονι Οσσεντόφσκι.


Μέσα σε τρία χρόνια το βιβλίο αυτό είχε πουλήσει άνω των 300.000 αντιτύπων, ενώ είχε μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Εν τούτοις, δεν ήταν ένα σύγγραμμα με αξιώσεις τέχνης. Απεναντίας, ήταν μάλλον κακογραμμένο.

Αλλά οι αφηγήσεις του ήταν παράδοξες, πρωτοφανείς, αλλόκοτες, κυριολεκτικά απίστευτες. Ο συγγραφέας, ο οποίος είχε συλληφθεί ως αιχμάλωτος πολέμου από τους Ρώσους, κατόρθωσε να δραπετεύσει ένα έτος μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και να φτάσει μέχρι ενός ευρωπαϊκού λιμανιού στην Κίνα, το Χαρμπίν της Μαντζουρίας.

Στο βιβλίο του, λοιπόν, ο Οσσεντόφσκι διηγούνταν τις περιπέτειές του σε άγνωστα εδάφη. Ξεκινούσε την εξιστόρησή του με το πώς κατάφερε να φύγει από τη Ρωσία, να διασχίσει εκατοντάδες χιλιόμετρα αυτής της αχανούς χώρας και πώς βρέθηκε κάποια στιγμή στη Μογγολία.

Εκεί απέκτησε στενές σχέσεις με έναν ομοϊδεάτη του, τον Ρομάν φον Ούνγκερν – Στέρνμπεργκ, τον διαβόητο «Τρελό Βαρώνο», όπως ονομάστηκε λόγω του αυταρχικού και σκληρού χαρακτήρα του κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Ο φιλομοναρχικός φον Ούνγκερν, αφού απέσπασε τη Μογγολία από την κυριαρχία της Κίνας, την έστρεψε εναντίον όλης της Ευρώπης και Ασίας.

υπερφυσικές δυνάμεις, σκοτεινά δαιμόνια και πανίσχυροι μάγοι. Μάλιστα, ανέφερε πως στο Θιβέτ μπόρεσε να δει την οικογένειά του, η οποία βρισκόταν στην Πολωνία με τη χρήση μαγείας.

Επίσης, είχε γνωρίσει Βουδιστές μοναχούς, οι οποίοι του είχαν εμπιστευθεί τα ιερά μυστικά τους. Του είχαν δώσει ένα παμπάλαιο χειρόγραφο στο οποίο αναγραφόταν η ιστορία ενός λαού υποχθόνιου, ο οποίος ζούσε κάτω από την επιφάνεια της Γης και τον οποίο οι Βουδιστές ιερείς αποκαλούσαν «Βασίλειο των Αμάρθι».

Ηγεμόνας των θρυλικών αυτών Αμάρθι ήταν ο «Βασιλεύς του Κόσμου». Οι Αμάρθι ήταν όλοι τους ημίθεοι και σκοπός τους ήταν να προετοιμάσουν την παλιγγενεσία της ανθρωπότητας, όταν η εγκόσμια ανθρωπότητα συμπληρώσει τον κύκλο των σφαλμάτων, των αυθαιρεσιών και των εγκλημάτων της πάνω σε τούτο τον πλανήτη.

Όλα αυτά, εν τούτοις, ο Οσσεντόφσκι τα διηγούνταν δίχως τέχνη, δίχως επιτήδευση, δίχως να επιθυμεί να καταστήσει την αφήγησή του τερπνή, ευχάριστη και λογοτεχνική. Τα διηγούνταν με την απλότητα του περιηγητή, που αντέγραφε μονάχα από το πρόχειρο σημειωματάριό του. Κι εδώ ακριβώς έγκειτο όλο το θέλγητρο της γραφής του. Στην πειστικότητά της. Πολλές αφηγήσεις του, άλλωστε, διαφώτιζαν ανάγλυφα πολλά ιστορικά γεγονότα της περιόδου εκείνης με αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα και περιστατικά. Άλλες, όμως, έμοιαζαν να αποκρούονται από την ίδια τη λογική.

Ανέφερε απίθανα περιστατικά άσκησης μαγείας και περίτεχνες μαγγανείες, που φαντάζει απίστευτο να τις σκαρφίστηκε. Περιέγραφε παραστατικά εμφανίσεις πνευμάτων κατόπιν επικλήσεως από ιερείς και μάλιστα, μετά από μια ανθρωποθυσία!

Στις αχανείς περιοχές γύρω από τη Μογγολία και μέχρι και την Κίνα, όπως ισχυριζόταν ο Φέρντιναντ Άντονι Οσσεντόφσκι, υπήρχε ένας μοναδικός λαός, που αγνοούσε κάθε άλλη χώρα πέρα από τη δική του, κάθε άλλο θεό πέρα από τα ξόανα τα οποία λάτρευε και κάθε άλλη επιστήμη πέρα από την κραταιά μαγεία τους. Έτσι, ζώα, θεοί και άνθρωποι ζούσαν απολύτως εναρμονισμένα στη συνείδηση του λαού αυτού.

Πολλοί λόγιοι της εποχής εκείνης έσπευσαν να κατηγορήσουν τον συγγραφέα για μυθομανία, έως και για λογοκλοπή. Αλλά ο Πολωνός εξερευνητής απάντησε απλώς ότι όσοι δεν είδαν με τα μάτια τους αυτά που είδε εκείνος με τα δικά του, θα δυσκολεύονταν πολύ να τον πιστέψουν. Επέμενε πεισματικά πως όλα όσα ανέφερε στο βιβλίο του ήταν απολύτως αληθινά, αλλά πολύ μακριά και πολύ διαφορετικά από τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής του δυτικού κόσμου.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», στις 08/03/1925…

Από strangepress, ΦΩΤΟ pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...