• Αρχική
  • Άρθρα
  • Το απάνθρωπο πείραμα που έκαναν σε παιδιά: Τους στέρησαν οικογένεια, γλώσσα, κουλτούρα (Vid)

Το απάνθρωπο πείραμα που έκαναν σε παιδιά: Τους στέρησαν οικογένεια, γλώσσα, κουλτούρα (Vid)

Η Δανία πραγματοποίησε κάποτε ένα πείραμα με παιδιά από τη Γροιλανδία, στερώντας τους τη μητρική τους γλώσσα και τις οικογένειές τους. Ύστερα από 70 χρόνια, υποχρεώθηκε να ζητήσει συγγνώμη.

Το 1951, οι Αρχές της Δανίας και της Γροιλανδίας, μαζί με τις δύο φιλανθρωπικές οργανώσεις, άρχισαν ένα πείραμα με σκοπό να ενώσουν τον πολιτισμό της χώρας και του νησιού και ταυτόχρονα να εξασφαλίσουν σπουδές για 23 ορφανά παιδιά από τη Γροιλανδία. Τίποτα όμως δεν πήγε σύμφωνα με το σχέδιο: Αντί για ορφανά, πήραν παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες, αποκόβοντάς τα από τους αγαπημένους τους, ενώ η πίεση να μάθουν τα παιδιά τη δανέζικη γλώσσα ήταν τόσο μεγάλη που τους έκανε να ξεχάσουν τη μητρική τους.

Και το χειρότερο; Ούτε οι γονείς ούτε τα παιδιά ήξεραν ότι συμμετείχαν στο πείραμα – αυτό έγινε γνωστό δεκαετίες αργότερα.

Η απώλεια της πολιτιστικής ταυτότητας σφράγισε τη μοίρα των συμμετεχόντων: Έχασαν την επαφή με τις οικογένειές τους, τους εκφόβιζαν συνεχώς οι συνομήλικοί τους, ένιωθαν ξένοι και στις δύο χώρες και τελικά έχασαν την επαφή με την πατρίδα τους. Ως ενήλικες υπέφεραν από ψυχικές διαταραχές, αλκοολισμό, ήταν εξαρτημένοι από ναρκωτικά και σκέφτονταν την αυτοκτονία: Ένας από αυτούς, μάλιστα, έδωσε τέλος στη ζωή του.

Για 70 χρόνια, οι Αρχές της Δανίας δεν ζητούσαν συγγνώμη από τους εν αγνοία τους συμμετέχοντες στο πείραμα, αλλά στα τέλη του 2020 η πρωθυπουργός της χώρας αναγνώρισε το σφάλμα, δημοσιεύοντας μια μεγάλη έκθεση για το τι είχε συμβεί με τα παιδιά. Ας ξετυλίξουμε, όμως, τα γεγονότα:

Η αρχή του πειράματος
Στις 7 Ιουνίου του 1951, στο λιμάνι της Κοπεγχάγης έφτασε ένα πλοίο με 20 παιδιά από τη Γροιλανδία. Τα παιδιά αυτά έγιναν το κύριο θέμα στον Τύπο της Δανίας εκείνη την εποχή: Τα υποδέχτηκαν 156 δημοσιογράφοι που δημοσίευσαν άρθρα με τίτλους όπως «Η μεγάλη περιπέτεια των 20 μικρών Γροιλανδών». Χιλιάδες Δανοί έμαθαν έτσι για το πρόγραμμα «Red Barnets» («Σώστε τα παιδιά»).

Στα άρθρα έγραφαν ότι τα παιδιά αφού σπούδαζαν στη Δανία, θα επέστρεφαν στη Γροιλανδία όπου θα γίνονταν μαθητές σε δίγλωσσα σχολεία και πως το πρόγραμμα, εφόσον κρίνονταν επιτυχές, θα συνεχιζόταν. Οι εφημερίδες έγραφαν ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα βελτίωνε τις σχέσεις και θα έφερνε τους λαούς της Γροιλανδίας και της Δανίας πιο κοντά, αλλά θα έδινε και στους μικρούς Γροιλανδούς την ευκαιρία να γίνουν μέρος του ευρωπαϊκού πολιτισμού και να τον διαδώσουν αργότερα στο νησί τους.

Λίγες ημέρες αργότερα, ακόμη δύο παιδιά έφτασαν στη Δανία. Οι εφημερίδες βρήκαν και πάλι υλικό για να παρουσιάσουν το πείραμα με τα παιδιά ως μια «διασκεδαστική περιπέτεια». Για παράδειγμα, ένα από τα πολλά άρθρα είχε τίτλο «Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε, είναι ευτυχισμένα και τρώνε καλά» και μια λεζάντα σε μια φωτογραφία έγραφε: «Μαυρισμένα και χαρούμενα παιδιά σε ένα ήσυχο αγρόκτημα».

Επιπροσθέτως, στις εφημερίδες υπήρχαν ψευδείς πληροφορίες ότι τα παιδιά δεν είχαν οικογένειες και ότι ήρθαν στη Δανία από ορφανοτροφεία. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα παιδιά δεν ήταν ορφανά – μερικά απ’ αυτά τα πήραν από τις οικογένειές τους.

Πώς επιλέχθηκαν τα παιδιά για το πείραμα

Για το πείραμα, οι Αρχές ζήτησαν 20 ορφανά παιδιά, ηλικίας από 6 έως 7 ετών, με εξαιρετική υγεία και ευφυΐα. Το υπουργείο της Γροιλανδίας απευθύνθηκε στους τοπικούς κληρικούς, αλλά όλοι οι ιερείς απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να βρουν παιδιά με αυτά τα χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια, ζήτησαν από τους υπευθύνους του προγράμματος να επεκτείνουν τα όρια της ηλικίας και ρώτησαν εάν θα ήταν δυνατόν μαζί με τα ορφανά, να παίρνουν κάποια παιδιά χωρίς πατέρες από φτωχές οικογένειες. Ως αποτέλεσμα, 22 παιδιά, ηλικίας 4-9 ετών, επιλέχθηκαν για το πείραμα.


Στις εκθέσεις δεν ανέφεραν πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας και το επίπεδο νοημοσύνης των παιδιών, ωστόσο, μερικά απ’ αυτά νοσηλεύτηκαν πριν φύγουν για τη Δανία. Μόνο έξι από τα 22 παιδιά ήταν ορφανά, τα εννέα δεν είχαν πατέρα και τα επτά δεν είχαν μητέρα. Οι γονείς ενημερώθηκαν ότι μπορεί να μην έβλεπαν τα παιδιά τους για μερικά χρόνια.

Τα παιδιά έπρεπε να μείνουν στη Δανία για έναν χρόνο: Έξι μήνες σε μια κατασκήνωση και έξι μήνες σε ανάδοχες οικογένειες. Στη συνέχεια θα έπρεπε να επιστρέψουν στη Γροιλανδία για να μείνουν σε ένα ορφανοτροφείο, ειδικά χτισμένο από τον Ερυθρό Σταυρό. Θα μπορούσαν να φύγουν μετά την αποφοίτησή τους από το δημοτικό σχολείο ή σε ηλικία 14 ετών.

Ούτε οι γονείς ούτε τα παιδιά γνώριζαν ότι επρόκειτο για ένα πείραμα των Αρχών.

Η κατασκήνωση που αποδείχθηκε πως ήταν χώρος καραντίνας

Τα παιδιά από τη Γροιλανδία εγκαταστάθηκαν στο θέρετρο Φεντγκέρντεν, στη χερσόνησο Φέντετ κοντά στην πόλη Φάκσε, που ενοικιάστηκε από την οργάνωση «Red Barnets». Στην κατασκήνωση τα παιδιά έπρεπε να προσαρμοστούν σε ένα νέο περιβάλλον που ήταν πολύ διαφορετικό από τα τοπία της Γροιλανδίας: Στη Δανία υπήρχαν ψηλά δέντρα, λουλούδια, ζώα και πολλά αυτοκίνητα. «Από πολλές απόψεις, ο κόσμος στον οποίο βρέθηκαν ήταν εντελώς καινούριος γι’ αυτούς» ανέφεραν οι εκθέσεις.

Η οργάνωση «Red Barnets» κρατούσε αρχεία για τη διαμονή των παιδιών στη Δανία και τη ζωή τους σε ανάδοχες οικογένειες. Τα περισσότερα από τα αρχεία όμως χάθηκαν: Όπως παραδέχθηκαν αργότερα, αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί σκόπιμα. Διατηρήθηκαν λίγα στοιχεία που αφορούσαν σε αγορές κάποιων πραγμάτων, τροφίμων και παιχνιδιών για την κατασκήνωση, καθώς και για τη ζωή των παιδιών σε ανάδοχες οικογένειες. Τα περισσότερα παιδιά είτε δεν θυμούνται τίποτα για τη διαμονή τους στο Φεντγκέρντεν είτε θυμούνται πολύ λίγα πράγματα.

«Όταν πλησιάσαμε, συνειδητοποίησα ότι ήταν δέντρα, όχι βουνά. Πραγματικά δεν ξέραμε τι ήταν αυτό. Ήταν όμως ψηλά, πράσινα και ζωντανά» θυμάται η Χέλεν Τίζεν, η οποία συμμετείχε στο πείραμα. Στην κατασκήνωση, τα παιδιά αντιμετώπισαν επίσης αρκετές γλωσσικές δυσκολίες, επειδή σχεδόν όλο το προσωπικό μιλούσε δανέζικα, μια γλώσσα που τα παιδιά δεν είχαν ακούσει ποτέ πριν.

Η ίδια περιέγραψε πως στην πραγματικότητα τα παιδιά βρέθηκαν σε καραντίνα: «Το αγρόκτημα ήταν τόσο απομακρυσμένο που δεν είδαμε ποτέ κάποια άλλα σπίτια. Μας βάλανε σε καραντίνα επειδή ήταν η πρώτη φορά που μια ομάδα μικρών παιδιών από τη Γροιλανδία έφτασε στη Δανία. Ανησυχούσαν ότι είχαμε κάτι μεταδοτικό».

Το πρόγραμμα ήταν τόσο σημαντικό για τη χώρα που η βασίλισσα Ίνγκριντ της Σουηδίας επισκέφθηκε τα παιδιά. Ωστόσο, η επίσκεψή της δεν τους έκανε μεγάλη εντύπωση, επειδή τα περισσότερα παιδιά δεν καταλάβαιναν τι είχε συμβεί και ήθελαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, τόνισε η Τίζεν. «Ήμουν απίστευτα αναστατωμένη και περπατούσα με πολύ σοβαρό ύφος όλη την ώρα. Μπορείτε να το δείτε στη φωτογραφία όπου μαζευτήκαμε γύρω από τη βασίλισσα: Κανένας από εμάς δεν χαμογελούσε» πρόσθεσε.

Η έκθεση αναφέρει ότι το προσωπικό φρόντιζε για την υγεία των παιδιών: Τα τάιζαν καλά και οι γιατροί τα εξέταζαν τακτικά. Τα παιδιά δεν παρακολουθούσαν μαθήματα στην κατασκήνωση επειδή ο κύριος στόχος ήταν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Έμειναν στο Φεντγκέρντεν από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο και στη συνέχεια δόθηκαν σε ανάδοχες οικογένειες, υποτίθεται για έξι μήνες.

Στη Δανία, ο Γροιλανδός ψυχολόγος, Κνουντ Μπίνζερ, εξέτασε δυο φορές τα παιδιά σε ένα πείραμα σχετικά με την νοημοσύνη. Αρχικά χώρισε τα 17 παιδιά σε κατηγορίες: Κατάλληλα (έξι παιδιά), πιθανώς κατάλληλα (επτά) και ακατάλληλα (τέσσερα). Τη δεύτερη φορά, εξέτασε τις αλλαγές που καταγράφηκαν κατά την παραμονή τους στη Δανία. Στην αναφορά του, ζητούσε να μην θεωρηθούν τα αποτελέσματα των τεστ πλήρως αξιόπιστα, επειδή τα τεστ δεν είχαν δημιουργηθεί για παιδιά της Γροιλανδίας. Επιπλέον ζούσαν σε αφύσικες συνθήκες για τα δεδομένα τους.

Οι ακριβείς στόχοι της μελέτης δεν είναι σαφείς, φαίνεται όμως ότι χρειάστηκε να προσδιοριστεί η ικανότητα των παιδιών να μάθουν τα δανέζικα.

Η ζωή των παιδιών με τις ανάδοχες οικογένειες

Το προσωπικό της «Red Barnets» αναζητούσε ανάδοχες οικογένειες για τα παιδιά που συμμετείχαν στο πείραμα. Μία οικογένεια ήθελε να φιλοξενήσει ένα παιδί πριν την άφιξή του στη Δανία, άλλες είχαν επαφές στην οργάνωση ή ήταν από τη Γροιλανδία. Βέβαια το πείραμα προέβλεπε πως επιθεωρητές θα επισκέπτονταν τακτικά τα παιδιά.

Οι ανάδοχες οικογένειες είχαν εξάλλου και την προσοχή του ευρύτερου κοινού. Η «Red Barnets» δημοσίευσε μια επιστολή το 1952 που ανέφερε ότι όλα τα παιδιά ζούσαν σε καλές συνθήκες: «Ήταν μεγάλη χαρά να δούμε πόσο καλά νιώθουν σε ανάδοχες οικογένειες και πόσο ευτυχισμένοι είναι οι θετοί τους γονείς». Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία αναφορά για το γεγονός ότι πήραν ένα από τα κορίτσια από μια οικογένεια και το έστειλαν σε άλλη λόγω προβλημάτων με τους θετούς γονείς.

Στο Φεντγκέρντεν, η Τίζεν διαγνώστηκε με έκζεμα και μεταφέρθηκε στο σπίτι ενός γιατρού, ο οποίος χρησιμοποιούσε μια μαύρη αλοιφή και, σύμφωνα με την ίδια, της απαγόρευε να μπαίνει στο σαλόνι για να μην λερώσει τα έπιπλα. Το κορίτσι δεν μιλούσε με τους θετούς γονείς της, ενώ στις ερωτήσεις που της έθεταν κουνούσε μόνο το κεφάλι της. Στη συνέχεια, την έστειλαν σε άλλη ανάδοχη οικογένεια, με την οποία τα πήγε καλά. «Η δεύτερη ανάδοχη οικογένεια ήταν σαν παραμύθι σε σύγκριση με την πρώτη».

«Δεν ένιωθα ευπρόσδεκτη στην (πρώτη) ανάδοχη οικογένεια. Ένιωθα ξένη. Η μητέρα είχε ψυχικές διαταραχές και ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι όλη την ώρα» εξήγησε η Χέλεν Τίζεν.

Κατά τη παραμονή τους στη Δανία, τα παιδιά σχεδόν δεν είχαν επαφή με τις πραγματικές τους οικογένειες. Η «Red Barnets» δεν είχε σκοπό να προτείνει στα παιδιά να στέλνουν επιστολές ή ζωγραφιές στους πραγματικούς τους γονείς κι ούτε ενθάρρυνε τους θετούς γονείς να το κάνουν.

Ωστόσο, κάποια από τα παιδιά επικοινωνούσαν με τους συγγενείς τους. Μια μητέρα έστειλε ένα τηλεγράφημα σε ένα παιδί: «Γεια σου, πώς είσαι; Μη με ξεχάσεις». Μια άλλη οικογένεια έστειλε στο παιδί τους ένα εκτενές γράμμα με ευχές για το ίδιο και την ανάδοχη οικογένειά του για τα Χριστούγεννα, στο οποίο ανέφερε ότι μάλλον τους είχε ξεχάσει και ξέχασε επίσης να μιλάει γροιλανδικά. Κάποιοι άλλοι γονείς είπαν ότι έλαβαν φωτογραφίες και επιστολές από τους θετούς γονείς των παιδιών τους, αλλά «δεν μπόρεσαν να απαντήσουν».

Τα παιδιά έπρεπε να μένουν σε ανάδοχες οικογένειες μέχρι τον Ιούλιο του 1952, αλλά η κατασκευή του ορφανοτροφείου από τον Ερυθρό Σταυρό στη Γροιλανδία δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Οι Αρχές ζήτησαν από τους θετούς γονείς να κρατήσουν τα παιδιά για ακόμη μερικούς μήνες.

Έξι παιδιά δόθηκαν για υιοθεσία
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1952, 16 από τα 22 παιδιά στάλθηκαν πίσω στη Γροιλανδία. Έξι παρέμειναν σε ανάδοχες οικογένειες, οι οποίες είχαν καταθέσει αίτηση για υιοθεσία. Όταν κάποιες απ’ αυτές τις οικογένειες από τη Δανία απευθύνθηκαν στις Αρχές της Γροιλανδίας, τους συμβούλεψαν να μην κρατήσουν τα παιδιά, για να μην χάσουν εντελώς την επαφή με την πατρίδα τους και να μην ξεχάσουν τη μητρική τους γλώσσα. Τελικά όμως επέτρεψαν για ορισμένα παιδιά από τη Γροιλανδία να μείνουν με ανάδοχες οικογένειες στη Δανία.

Η υιοθεσία των παιδιών από τη Γροιλανδία ήρθε σε αντίθεση με την ίδια την ιδέα του πειράματος, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να επιστρέψουν στη Γροιλανδία για να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του νησιού.

Οι πραγματικοί γονείς των παιδιών από τη Γροιλανδία που συμφώνησαν να δώσουν τα παιδιά τους σε οικογένειες της Δανίας δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι με αυτόν τον τρόπο θα έκοβαν κάθε επαφή μαζί τους. Η διαδικασία της υιοθεσίας στη Γροιλανδία και τη Δανία ήταν διαφορετική. Στη Γροιλανδία, οι βιολογικοί γονείς μπορούσαν να έχουν επαφή μαζί του ακόμη και μετά την υιοθεσία. Στη Δανία, σύμφωνα με τη νομοθεσία της εποχής, η ανάδοχη οικογένεια και το παιδί δεν διατηρούσαν καμία επαφή με τους βιολογικούς γονείς.

Οι ενήλικοι συμμετέχοντες στο πείραμα θυμούνται με μεγάλη θλίψη το διάστημα που τους άφησαν στη Δανία. Ένας από αυτούς είπε ότι δεν είχε κατάλαβε γιατί μετακόμισε: «Κατάλαβα ότι δεν θα επιστρέψω ποτέ στη Γροιλανδία. Πονούσα πολύ, έκλαιγα πολύ. Η θετή μητέρα μού είπε ότι (τα άλλα παιδιά) είχαν επιστρέψει στις οικογένειές τους και δεν καταλάβαινα γιατί δεν ήμουν με την οικογένειά μου».

Η επιστροφή σε ορφανοτροφείο στη Γροιλανδία
Έναν χρόνο αργότερα, τα παιδιά στάλθηκαν πίσω στη Γροιλανδία, όχι όμως στα σπίτια τους, αλλά σε ένα ορφανοτροφείο.

Η αναχώρηση των παιδιών, όπως και η άφιξή τους στη χώρα, έτυχε μεγάλης προβολής στον Τύπο της Δανίας. Τα περισσότερα ΜΜΕ έγραφαν ότι τα παιδιά είχαν μια θετική εμπειρία από το ταξίδι: «Έμαθαν δανέζικα, έμαθαν πώς ζουν στη Δανία και δημιούργησαν δεσμούς που αναμφίβολα θα διαρκέσουν πολύ. Γνωρίζουν ότι η Γροιλανδία και η Δανία ανήκουν η μία στην άλλη. Ξέρουν ότι οι ρίζες τους είναι στη Γροιλανδία, έχουν όμως γερούς δεσμούς με τη Δανία και αισθάνονται την ενότητα».

Η κυβέρνηση της Δανίας αναγνώρισε σε μια έκθεση ότι υπήρχε μόνο μία επικριτική άποψη στις εφημερίδες εκείνη την εποχή. Η Λίζμπετ Χιντσγκάουλ, πρόεδρος του Συλλόγου που πρόσφερε βοήθεια σε παιδιά της Γροιλανδίας, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Nationaltidende» δήλωσε ότι η υιοθεσία των παιδιών από δανέζικες οικογένειες ερχόταν σε αντίθετη με την αρχική ιδέα του προγράμματος. «Τόσο τα παιδιά όσο και οι νέοι που έρχονται εδώ για να σπουδάσουν, πρέπει να επιστρέψουν. Αφενός επειδή τους περιμένουν πολλά στη Γροιλανδία, αφετέρου επειδή γεννήθηκαν εκεί» τόνισε η Χιντσγκάουλ.

Η διευθύντρια του ορφανοτροφείου, Ντοροθέα Μπένγκτσεν, έγραφε ότι τα παιδιά φαίνεται να είχαν προσαρμοστεί και να ένιωθαν πλέον «σαν στο σπίτι τους». Σύμφωνα με τις αναμνήσεις των συμμετεχόντων στο πείραμα όμως, τα πράγματα δεν ήταν τόσα καλά: Μέσα σε έναν χρόνο στη Δανία, τα παιδιά ξέχασαν τη μητρική τους γλώσσα. Για παράδειγμα, ένας από τους συμμετέχοντες στο πείραμα, όταν έφτασε στο σπίτι του, δεν καταλάβαινε τίποτα απ’ αυτά που του έλεγε ο πατέρας του και τον αναγνώρισε με δυσκολία. Η Τίζεν έτρεξε στη μητέρα της, αλλά δεν μπορούσε να της μιλήσει.

«Της μιλούσα ξανά και ξανά για όλα αυτά που είχα δει. Δεν μου απάντησε όμως. Την κοίταξα με ανησυχία. Μετά από λίγο μου είπε κάτι, αλλά δεν κατάλαβα τι. Ούτε λέξη. Σκέφτηκα: “Είναι τρομακτικό. Δεν μπορώ πλέον να μιλήσω με τη μητέρα μου”. Μιλούσαμε δύο διαφορετικές γλώσσες» θυμήθηκε η Χέλεν Τίζεν.
Όταν η διευθύντρια του ορφανοτροφείου είπε ότι τα παιδιά δεν θα επέστρεφαν στις οικογένειές τους, αλλά θα έμεναν στο ορφανοτροφείο, πολλοί σοκαρίστηκαν. «Θεωρούσα ότι πήγαινα στο σπίτι μου, στη μητέρα μου. Γιατί με έστειλαν σε ορφανοτροφείο; Κανείς δεν απάντησε. Μπήκα στο λεωφορείο και δεν μπορούσα να δω την πόλη γιατί έκλαιγα» επισήμαινε η Τίζεν.

Στο ορφανοτροφείο και στο σχολείο όλοι μιλούσαν δανέζικα. Απαγόρευαν στα παιδιά να μιλάνε γροιλανδικά. Αρχικά, μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα με το προσωπικό του ορφανοτροφείου καθώς ήταν ντόπιοι. «Στη συνέχεια, όμως, εμφανίστηκε ο Δανός διευθυντής και ρώτησε: “Τι κάνετε; Δεν χρειάζεται να τους διδάξετε τα γροιλανδικά. Αυτά τα παιδιά πρέπει να σπουδάσουν και να μεγαλώσουν στην κοινωνία. Έτσι στο μέλλον θα τους μιλάτε μόνο τα δανέζικα”» θυμάται η Τίζεν.

Η διευθύντρια του σχολείου ανέφερε ότι τα παιδιά ήταν υποχρεωμένα να παρακολουθούν κάποια επιπλέον μαθήματα, επειδή είχαν δυσκολίες.

Ελάχιστες ή καθόλου επαφές με τους βιολογικούς γονείς

Οι συγγενείς είχαν τη δυνατότητα να επισκέπτονται τα παιδιά, όμως μόνο τα συγγενικά πρόσωπα έξι παιδιών έμεναν στην ίδια πόλη, τη Νουούκ. Οι βιολογικές οικογένειες των άλλων παιδιών έμεναν πολύ μακριά. Τα παιδιά αυτά μπορούσαν να επισκεφθούν τις οικογένειές τους, ενώ οι γονείς και τα αδέλφια τους είχαν τη δυνατότητα να πάνε στο ορφανοτροφείο. Η διευθύντρια χαρακτήρισε τη σχέση μεταξύ παιδιών και βιολογικών γονέων «υπέροχη». Οι συμμετέχοντες στο πείραμα δεν συμφωνούσαν.

Αρχικά οι γονείς επισκέπτονταν τα παιδιά τους σε εκδηλώσεις, αλλά και στις διακοπές. Στη συνέχεια όμως -σύμφωνα με τις επιστολές της διευθύντριας προς τον Ερυθρό Σταυρό- μετά το 1956, οι επισκέψεις έγιναν λιγότερο συχνές και τελικά έπαψαν να αναφέρονται σε εκθέσεις. Οι μαθητές γιόρταζαν συχνά τα γενέθλιά τους χωρίς τους γονείς τους, και μπορούσαν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα μόνο στο ορφανοτροφείο. Όταν ένα κορίτσι ζήτησε από τη διευθύντρια την άδεια να περάσει τις γιορτές των Χριστουγέννων με την οικογένεια της, έλαβε την εξής απάντηση: «Όχι. Αυτό είναι το σπίτι σου. Όποτε και τα Χριστούγεννα θα τα γιορτάζεις εδώ».

Τις θρησκευτικές τελετές των παιδιών παρακολουθούσαν σημαντικές προσωπικότητες της πόλης: Ο δήμαρχος, γιατροί και δάσκαλοι. Όμως όχι οι συγγενείς τους. Η παρουσία οικογενειών είτε δεν αναφερόταν καθόλου στις εκθέσεις είτε έγραφαν ότι συγγενείς πέρασαν να θαυμάσουν τα δώρα των παιδιών τις επόμενες ημέρες. Σύμφωνα με έναν μαθητή, η οικογένειά του ήταν παρούσα σε εκδήλωση μόνο μία φορά: «Δεν μου είπαν ότι θα έρθουν η αδερφή μου, ο αδελφός και η μητέρα μου, και όταν τους είδα έτσι ξαφνικά, σοκαρίστηκα. Μπήκα στο δωμάτιο και έκλαψα».

Κρίνοντας από τις εκθέσεις του Ερυθρού Σταυρού, μεγαλύτερη προσοχή δίνονταν στην επικοινωνία των παιδιών με τις δανέζικες οικογένειες. Η διευθύντρια του ορφανοτροφείου περιέγραφε συχνά με λεπτομέρειες την επικοινωνία των παιδιών με τους θετούς γονείς και σπάνια με τους βιολογικούς. Σύμφωνα με την Τίζεν, μετά το πείραμα, η σχέση της με τη μητέρα της δεν αποκαταστάθηκε:

«Ένιωσα πολύ πίκρα για την απόφαση της (σ.σ. μητέρας μου) να με στείλει μακριά. Ήμουν θυμωμένη που με άφησε να πάω (σ.σ. στη Δανία), που με άφησε να μείνω στο ορφανοτροφείο, παρόλο που ζούσαμε στην ίδια πόλη».

Πολλά παιδιά στο ορφανοτροφείο δεν είχαν καμία επαφή με τους συγγενείς τους. Ένα κορίτσι είδε τη μητέρα του για τελευταία φορά πριν φύγει για τη Δανία και δύο χρόνια αργότερα έμαθε για τον θάνατό της από μια υπάλληλο. Ακόμη τρία παιδιά πληροφορήθηκαν τους θανάτους συγγενών τους με τους οποίους δεν είχαν συναντηθεί λόγω απόστασης.

Τα παιδιά περνούσαν τις καλοκαιρινές τους διακοπές είτε με τους βιολογικούς τους γονείς είτε με ανάδοχες οικογένειες. Ωστόσο, μερικά από τα παιδιά πήγαν διακοπές για πρώτη φορά στους γονείς τους μόνο ύστερα από επτά χρόνια διαμονής στο ορφανοτροφείο, ενώ επτά δεν πήγαν ποτέ στους συγγενείς τους. Οκτώ παιδιά μετακόμισαν οριστικά στα σπίτια τους μετά τις πρώτες διακοπές με την οικογένειά τους.

Σε γενικές γραμμές, η επικοινωνία των παιδιών με τους βιολογικούς γονείς τους κατά τη διάρκεια των εννέα ετών διαμονής στη Δανία και στο ορφανοτροφείο στη Νουούκ ήταν περιορισμένη. Δεν ανήκαν πλέον στις οικογένειές τους, επειδή η διευθύντρια αποφάσιζε αν μπορεί να γίνει κάποια συνάντηση ή όχι.

«Εάν δεν μιλάς γροιλανδικά, τι κάνεις εδώ;»
Οι επαφές με συνομήλικους και κατοίκους της πόλης δεν ήταν επισήμως περιορισμένες. Ήταν όμως πολύ δύσκολο για τα παιδιά να διατηρήσουν κάποιες επαφές, επειδή δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Όποτε τα παιδιά μπορούσαν να επικοινωνούν μόνο με αυτούς που γνώριζαν δανέζικα ή με το προσωπικό του ορφανοτροφείου.

Μία από τους συμμετέχοντες αποκάλυψε ότι το προσωπικό του ορφανοτροφείου επέτρεπε στα παιδιά να επικοινωνούν μόνο με εκείνους που γνώριζαν δανέζικα: «Δεν μπορούσαμε απλά να βγούμε έξω και να παίξουμε με τα ντόπια παιδιά, όπως κάναμε πριν από το ταξίδι μας στη Δανία». Τα παιδιά που ξέχασαν τη μητρική τους γλώσσα ήταν εύκολος στόχος για κοροϊδία από τα αλλά παιδιά. «Πάντα έλεγαν: “Εάν δεν μπορείς να μιλάς τα γροιλανδικά, τότε τι κάνεις εδώ;”»

«Μας κυνηγούσαν τα ντόπια παιδιά και φώναζαν: “Να μιλάτε γροιλανδικά!”» δήλωσε μια συμμετέχουσα στο πείραμα.

Τα πείραζαν, τα αποκαλούσαν ορφανά, και με κάθε δυνατό τρόπο τούς υπενθύμιζαν ότι δεν είχαν γονείς. Όταν τα παιδιά έκλαιγαν, η διευθύντρια έλεγε: «Λοιπόν, εσείς μιλάτε καλά τα δανέζικα. Όσο για τα γροιλανδικά, ξεχάστε τα».

Έτσι, τα παιδιά βρέθηκαν σε μια κατάσταση όπου από τη μια πλευρά τούς ζητούσαν να μιλάνε μόνο δανέζικα και από την άλλη μόνο γροιλανδικά. Ως αποτέλεσμα, ένιωθαν ξένα τόσο στην πατρίδα τους όσο και στη Δανία.

«Επιτυχία» του πειράματος είδε η διευθύντρια του ορφανοτροφείου
Τα παιδιά έπρεπε να μένουν στο ορφανοτροφείο μέχρι να γίνουν 14 ετών, αλλά κάποια έφυγαν νωρίτερα. Κάποια επέστρεψαν στους βιολογικούς γονείς τους ή στις ανάδοχες οικογένειες σε ηλικία 12 ετών. Ένα αγόρι στάλθηκε σε ανάδοχη οικογένεια στη Δανία, δεν βρέθηκε η επίσημη συγκατάθεση της μητέρας του. Τα παιδιά που δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στις πραγματικές ή τις ανάδοχες οικογένειές τους, δόθηκαν σε δανέζικες οικογένειες στην Νουούκ ή εγκαταστάθηκαν σε ξενώνες. Οι τελευταίοι συμμετέχοντες του πειράματος Δανίας-Γροιλανδίας εγκατέλειψαν το ορφανοτροφείο στα τέλη του 1960.

«Φαίνεται ότι η μετακόμισή τους έγινε λόγω της πίεσης των τοπικών Αρχών για να απελευθερώσουν θέσεις για νέα παιδιά» αναφέρει μια έκθεση.

Η διευθύντρια του ορφανοτροφείου, στην τελευταία της επιστολή προς τον Ερυθρό Σταυρό, επισήμανε τις υψηλές μαθησιακές ικανότητες των παιδιών, υπονοώντας την επιτυχία του πειράματος.

Οι περιγραφές των (εν αγνοία) «πρωταγωνιστών» του πειράματος
Τα παιδιά δεν έμαθαν αμέσως για τη συμμετοχή τους στο πείραμα και φυσικά όχι από τις Αρχές της Δανίας. Για παράδειγμα, η Τίζεν το ανακάλυψε μόνο το 1996, όταν ήταν 56 ετών. Ένας Δανός συγγραφέας που βρήκε μια συλλογή εγγράφων στα εθνικά αρχεία, την πήρε τηλέφωνο και της είπε: «Καλύτερα να καθίσετε. Συμμετείχατε στο πείραμα». Η γυναίκα δεν μπορούσε να πει τίποτα. «Απλώς κάθισα στο πάτωμα και έκλαψα».

Ενήλικοι πλέον, οι πρώην συμμετέχοντες δήλωσαν ότι το πείραμα επηρέασε σοβαρά τη ζωή τους, τις σχέσεις με τους αγαπημένους τους και με τον εαυτό τους. Τα περισσότερα παιδιά τα πήραν από τις οικογένειές τους σε μικρή ηλικία, οπότε δεν είχαν πολλές αναμνήσεις, αν και τους πονούσε αρκετά. Μια από τους συμμετέχοντες δήλωσε ότι «απενεργοποίησε» όλες τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής.

Οι πρώην μαθητές του ορφανοτροφείου ένιωθαν αποξενωμένοι και μοναχικοί: Η πλειοψηφία δεν διατηρούσε επαφή ούτε με τη βιολογική ούτε με την ανάδοχη οικογένεια. «Θεωρούσα ότι σε αυτή τη ζωή ήμουν εντελώς μόνος» δήλωσε ένας από τους άλλοτε «πρωταγωνιστές» του πειράματος.

Μερικές φορές, οι ίδιοι οι γονείς ή οι συγγενείς απέφευγαν τους δεσμούς με τα παιδιά. Ένας από τους πρώην μαθητές, όταν βρήκε τον πατέρα του, το πρώτο πράγμα που άκουσε ήταν: «Τι κάνεις εδώ;» «Ένιωσα αποξενωμένος και προσβεβλημένος, και δεν είχα καμία εξήγηση του τι συνέβη» παραδέχτηκε.

«Ως έφηβος, το σκεφτόμουν πολύ και συχνά έκλαιγα. Ένιωσα ότι δεν είχα προσωπικότητα. Ήμουν Γροιλανδός, Δανός ή κάτι άλλο; Πάντα ένιωθα σαν μπάσταρδος» δήλωσε ένας άλλος.

Πολλά παιδιά παρέμειναν προσβεβλημένα από τη στάση των γονιών τους, επειδή τους έστειλαν στη Δανία: «Συνεχίζω να σκέφτομαι γιατί εγώ και όχι κάποιος άλλος βρέθηκα σε αυτό το ορφανοτροφείο. Κανείς δεν μου το εξήγησε». Μια γυναίκα δήλωσε ότι ποτέ δεν συγχώρησε τη μητέρα της και δεν πήγε καν στην κηδεία της: «Θεωρώ ότι δεν με αγάπησε ποτέ. Αυτό ήταν δύσκολο. Στην πραγματικότητα, δεν ήμουν το παιδί της».

Πώς το πείραμα άλλαξε για πάντα τις ζωές των παιδιών

Στην έκθεση που δημοσιεύτηκε αργότερα αναφέρεται ότι λόγω του πειράματος, τα παιδιά έπρεπε δύο φορές να αντιμετωπίσουν τον αποχωρισμό από το σπίτι τους: Αρχικά από το οικογενειακό περιβάλλον και στη συνέχεια από το ορφανοτροφείο.

Τα παιδιά της Γροιλανδίας αντιμετωπίζονταν ως «τουριστικό αξιοθέατο»: Οι Αρχές και η βασίλισσα της Δανίας τους επισκέφθηκαν, τους έστειλαν δώρα, οι εφημερίδες περιέγραφαν τη ζωή τους. Αυτό γινόταν όμως μόνο κατά τη διάρκεια του πειράματος.

Οι Γροιλανδοί μπορούσαν να σπουδάσουν στα πανεπιστήμια μόνο στα δανέζικα, οπότε η γνώση της γλώσσας ήταν χρήσιμη γι’ αυτούς. Έξι παιδιά, τα οποία υιοθετήθηκαν από δανέζικες οικογένειες, έλαβαν επαγγελματική εκπαίδευση. Πέντε έμειναν στη Δανία ενώ ένα επέστρεψε στη Γροιλανδία. Μόνο δύο από τα 16 παιδιά που έμειναν στην πατρίδα τους πήραν απολυτήριο Λυκείου και τρία πτυχίο Πανεπιστημίου. Επτά παιδιά τελείωσαν μόνο το δημοτικό σχολείο.

Σε αντίθεση με τον σκοπό του πειράματος, 16 από τα 23 παιδιά δεν έμειναν ποτέ στη Γροιλανδία. Κανένα δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό του νησιού.

Οι ερευνητές επεσήμαναν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά της ζωής των παιδιών που συμμετείχαν στο πείραμα. Από τα 23, μόνο έξι είναι εν ζωή και σήμερα είναι μεταξύ 75 και 77 ετών. Δεκατρία δεν έφτασαν στην ηλικία των 70 ετών, ενώ αρκετά πέθαναν πολύ νωρίς. Ένας πέθανε από σοβαρή ασθένεια σε ηλικία 29 ετών, άλλος ένας αυτοκτόνησε σε ηλικία 31 ετών, κι ένας άλλος σκοτώθηκε σε ηλικία 32 ετών. Οι υπόλοιποι θάνατοι είχαν σχέση με εργατικά ατυχήματα, πυρκαγιές και ασθένειες.

Έντεκα είχαν προβλήματα με αλκοόλ και πιθανώς και με ναρκωτικά. Διέπραξαν μικρο-εγκλήματα, είχαν καταδικαστεί, είχαν ψυχικές διαταραχές και σκέψεις για αυτοκτονία. Οκτώ ήταν άνεργοι για μεγάλο χρονικό διάστημα και ζούσαν με την πρόωρη σύνταξη.

Εννέα δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια. Τρεις ήταν παντρεμένοι για μικρό χρονικό διάστημα – κάποιοι είχαν παιδιά, κάποιοι δεν είχαν. Τέσσερις που είχαν παιδιά, δεν κρατούσαν επαφή μαζί τους. Ένας έστειλε και τα πέντε παιδιά του σε ορφανοτροφείο.

Όλοι οι συμμετέχοντες στο πείραμα δεν είχαν καλή σχέση με τη βιολογική τους οικογένεια, ακόμη κι όταν μεγάλωσαν. Το ένα παιδί το εγκατέλειψαν και οι θετοί γονείς, οι οποίοι «έχασαν την ελπίδα ότι μπορούσε να μεγαλώσει ως χρήσιμος πολίτης» και έγινε «ψυχοπαθής» και ναρκομανής και κατέληξε στη φυλακή.

Αν και το πείραμα σίγουρα επηρέασε τους συμμετέχοντες, δεν γνωρίζει κανείς πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή τους εάν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά. Οι δανέζικες Αρχές αναγνώρισαν ότι τα παιδιά έμειναν χωρίς την υποστήριξη των οικογενειών τους από πολύ νωρίς και ότι το κράτος δεν τους παρείχε την απαραίτητη βοήθεια.

Η «συγγνώμη» που άργησε δεκαετίες

Οι πρώην μαθητές του ορφανοτροφείου στη Γροιλανδία απαιτούσαν από τους υπεύθυνους του πειράματος να ζητήσουν δημοσίως συγγνώμη. «Θα μας βοηθήσει να βρούμε δικαιοσύνη για τις λάθος και αγενείς ενέργειες που έχουν επηρεάσει ολόκληρη τη ζωή μας» δήλωσε η Τίζεν.

Το 2010, η Γενική Γραμματέας της οργάνωσης «Red Barnets» Μίμι Γιάκομπσεν ζήτησε συγγνώμη από τους συμμετέχοντες μέσα από το ραδιόφωνο της Δανίας, αλλά το έκανε έμμεσα, κάτι που δεν τους άρεσε. Την ίδια χρονιά, ο Ερυθρός Σταυρός ζήτησε επίσης συγγνώμη. Το 2015, και το «Red Barnets» δικαιολογήθηκε δημόσια και παραδέχτηκε ότι «προκάλεσε πολύ πόνο» στους συμμετέχοντες.

«Η τοποθέτηση παιδιών σε ένα ξένο περιβάλλον, μακριά από τη χώρα τους και η καταπίεση να εγκαταλείψουν τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους αποτελεί σαφή παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Γι’ αυτό η οργάνωση “Red Barnets” λυπάται για τον ρόλο της σε αυτό το πρόγραμμα» δήλωσε ο Ιόνας Κέιντινγκ Λιντχόλμ, αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας της «Red Barnets».

Εκείνη την εποχή, οι πρώην μαθητές του ορφανοτροφείου απευθύνθηκαν στην κυβέρνηση της Δανίας και ζήτησαν να πραγματοποιηθεί έρευνα. Το 2019 ξεκίνησε η έρευνα και στις 8 Δεκεμβρίου του 2020 δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματά της. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέττε Φρεντέρικσεν, ζήτησε συγγνώμη για πρώτη φορά.

«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που συνέβη. Μπορούμε όμως να αναλάβουμε την ευθύνη και να ζητήσουμε συγγνώμη απ’ αυτούς που θα έπρεπε να είχαμε φροντίσει αλλά αποτύχαμε. Η συγκεκριμένη ανατροφή είχε βαθιές συνέπειες για τις σχέσεις τους με την οικογένεια και την κοινωνία, και κυρίως για την ταυτότητά τους ως Γροιλανδοί» δήλωσε η Φρεντέρικσεν.

sputnik/ photo video screenshot