Υπόθεση Μποχάν: Όταν η Σοβιετική Ένωση κατασκόπευε (στ’αλήθεια) την Ελλάδα

Με αφορμή την απέλαση των Ρώσων διπλωματών από την ελληνική κυβέρνηση για υποτιθέμενη εμπλοκή τους σε υποτιθέμενες δωροδοκίες Ελλήνων αξιωματούχων για να διοργανώνονται διαδηλώσεις χιλιάδων Ελλήνων πολιτών κατά της συμφωνίας εκχώρησης της Μακεδονίας, υπενθυμίζεται:

Η υπόθεση Μποχάν του 1985 όταν αντί για ελληνορωσικές σχέσεις είχαμε ελληνοσοβιετικές και όταν στην θέση της σημερινής Ρωσίας υπήρχε η Σοβιετική Ένωση.

Με μια ουσιώδη όμως διαφορά: Τότε η Σοβιετική Ένωση κατασκόπευε στ’αλήθεια την Ελλάδα και τότε υπήρχε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό και πολιτικό πλαίσιο από σημερινό.

Ακόμα και τότε όμως η Ελλάδα ήταν ίσως από τις μοναδικές δυτικές χώρες που είχαν έστω και στα «μουγγά» καλές σχέσεις με τότε Σοβιετική Ένωση.

Είναι η υπόθεση του στρατολογημένου από τη CIA σοβιετικού αξιωματούχου της GRU (το 1985), Σεργκέι Μποχάν ο οποίος έπαιζε διπλό παιχνίδι.

Όλα ξεκίνησαν όταν διέφυγε στις ΗΠΑ, τον Μάρτιο του 1985. Ο διπλός πράκτορας Σεργκέι Μποχάν, ήταν ο πρώτος γραμματέας της Σοβιετικής Πρεσβείας στην Αθήνα.

Με το που έφτασε στα κεντρικά της CIA στο Λάνγκλεϊ ο Σεργκέι Μποχάν «έδωσε» δύο Έλληνες, τους Μεγαλοοικονόμου και Πιπιτσούλη, και έναν απόστρατο αξιωματικό του Ναυτικού, τον Σερεπίσιο, ότι υποτίθεται διοχέτευσαν στους Σοβιετικούς «συνδέσμους» τους πληροφορίες για τους Stinger.

Τις πληροφορίες τις διέθεταν επειδή ήταν στελέχη ελληνικής εταιρείας που συμμετείχε σε ευρωπαϊκό κονσόρτσιουμ, το οποίο θα κατασκεύαζε το σύστημα.

Οι άνθρωποι αυτοί κατηγορήθηκαν για κατασκοπεία, αλλά αργότερα, λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, η Ελληνική Δικαιοσύνη δεν τους παρέπεμψε στο ακροατήριο ­ ο κ. Σερεπίσιος, που δικάστηκε, αθωώθηκε αργότερα.

Ο τότε πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, διακηρύσσει προς πάσα κατεύθυνση, ότι δε τίθεται ζήτημα κατασκοπίας υπέρ της ΕΣΣΔ από την Ελλάδα.

Ενώ οι 2 κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, ο 3ος, ονόματι Μιχαήλ Μεγαλοοικονόμου, παραδέχτηκε ότι εργαζόταν για λογαριασμό του κλιμακίου της KGB που είχε έδρα την Αθήνα και ότι διοχέτευσε στρατιωτικά μυστικά προς αυτούς. Ο Μεγαλοοικονόμου ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της Standard Electric, θυγατρικής του αμερικανικού κολοσσού ΙΤΤ. Έτσι, είχε πρόσβαση σε απόρρητα σ​χέδια οπλικών συστημάτων.

Ο κατασκευαστικός όμιλος ITT έχει αναπτύξει ένα ευρύτατο πεδίο ετερογενών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει από απλές μέχρι δορυφορικές επικοινωνίες, συστήματα ελέγχου οπλικών συστημάτων, συστήματα ασφάλειας ελέγχου και επιτήρησης προηγμένης τεχνολογίας, οπτικές ίνες ελέγχου, καθώς επίσης πλήθος οργάνων, εξαρτημάτων και συσκευών που αφορούν μεταφορές, πολεμικές και αεροδιαστημικές βιομηχανίες. Η ΙΤΤ ήταν, μεταξύ άλλων, υποκατασκευαστής συστημάτων του Stinger. Ο Μεγαλοοικονόμου παραπέμφθηκε σε δίκη 2 χρόνια αργότερα με τις κατηγορίες της κατασκοπίας υπέρ της ΕΣΣΔ και της παροχής σχεδίων του αντιαεροπορικού πυραύλου Stinger.

Στην απολογία του, ο Μεγαλοοικονόμου παραδέχτηκε τη συνεργασία του με Σοβιετικούς πράκτορες, αλλά υποστήριξε ότι δε γνώριζε πως τους παρέδιδε διαβαθμισμένες πληροφορίες. Αναφέρθηκε σε 3 πράκτορες που τον προσέγγισαν για πρώτη φορά το 1975, για δήθεν μελλοντικές εμπορικές συνεργασίες.

Όταν ανακάλυψε ότι είχε να κάνει με τη KGB προσπάθησε να διακόψει τις επαφές του, αλλά δε μπόρεσε διότι αφενός εκβιαζόταν και αφετέρου δωροδοκούταν. Το 1984, κατέθεσε ότι παρέδωσε στους Σοβιετικούς 400 μικροδιαφάνειες με τα σχέδια του Stinger. Τέλος, είπε πως σε μια περίπτωση ταξίδεψε στην Αυστρία με πλαστό διαβατήριο και κατόπιν στη Σοβιετική Ένωση, όπου έλαβε εκπαίδευση πάνω στη στρατιωτική και βιομηχανική αντικατασκοπεία.

Το 1988, έληξε η δίκη και ο Μεγαλοικονόμου αθωώθηκε στη βάση ότι δε γνώριζε πως παρέδιδε απόρρητα μυστικά στους Σοβιετικούς και ότι οι πράξεις του δεν συνιστούσαν κατασκοπεία εις βάρος της Ελλάδος.

Η διαρροή των σχεδίων του Stinger, προκάλεσε διπλωματική κρίση στις Ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Οι Αμερικάνοι απαίτησαν τη παραδειγματική τιμωρία των εμπλεκομένων (κάτι που δε συνέβη) και πάγωσαν για ένα διάστημα τις εξαγωγές στρατιωτικού υλικού προς την Ελλάδα.

Όπως αποκαλύπτει ο τότε αρχηγός ΓΕΕΘΑ πτέραρχος Νίκος Κουρής ο οποίος απεβίωσε σήμερα, εκκρεμούσε η παροχή άδειας εξαγωγής των πρώτων F-16 στην Ελλάδα και η υπογραφή μιας συμφωνίας για την προστασία των αμερικανικών τεχνολογικών μυστικών (GSOMIA), μερικοί απ’ τους όρους της οποίας εθεωρούντο απαράδεκτοι απ’ την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου.

Το πώς πίεζε και απειλούσε τότε η Ουάσιγκτον την Αθήνα φαίνεται καθαρά σε ένα non paper που είχε επιδώσει στο Γραφείο του Πρωθυπουργού ο τότε πρέσβης κ. Ρόμπερτ Κήλυ.

Το αποκαλύπτει στο βιβλίο του «Ελλάδα – Τουρκία, ο Πεντηκονταετής «Πόλεμος»» (Εκδόσεις Λιβάνη): «Είμαστε εξαιρετικά ανήσυχοι» για την αθώωση, «η Ελλάδα υπήρξε περισσότερο ελαστική απ’ ό,τι αναμενόταν», ώστε οι υπεύθυνοι να παραπεμφθούν σε δίκη, και κατέληγε:

«Η έλλειψη σοβαρής αντίδρασης έχει ήδη σημειωθεί στην Ουάσιγκτον και είναι βέβαιο πως θα έχει συνέπειες στις μελλοντικές συναλλαγές μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, όταν συνδέονται με ευαίσθητες πληροφορίες ασφάλειας…»

Η κυβέρνηση απέφυγε να δώσει συνέχεια. Όμως λίγο καιρό μετά, όπως αναφέρει ο κ. Κουρής, κυκλοφόρησαν φήμες στην Ουάσιγκτον και γράφτηκαν στον ξένο Τύπο διάφορες εκδοχές για τον Μποχάν και τις υποτιθέμενες «διαρροές» μυστικών σχεδίων των Στίνγκερ.

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu