• Αρχική
  • Άρθρα
  • Άρθρα
  • Die Zeit: Συνέντευξη του εργατολόγου Άρτουρ Κίνελ για την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα ωράρια εργασίας : «Τώρα θα είναι ξεκάθαρο πόσο εργάζονται οι πολίτες»

Die Zeit: Συνέντευξη του εργατολόγου Άρτουρ Κίνελ για την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα ωράρια εργασίας : «Τώρα θα είναι ξεκάθαρο πόσο εργάζονται οι πολίτες»

«Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την καταγραφή του χρόνου εργασίας φέρνει διαφάνεια, ακρίβεια και ίσως χρήματα από τις υπερωρίες» λέει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα του Αμβούργου «Die Zeit» ο ειδικευμένος σε εργατικά θέματα δικηγόρος Άρτουρ Κίνελ.

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), που έχει έδρα το Λουξεμβούργο, υποχρεώνει τους εργοδότες στην ΕΕ να καταγράφουν συστηματικά και πλήρως τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων τους (Απόφαση Az: C-55/18). Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ελέγχεται η υπέρβαση των επιτρεπομένων ωραρίων εργασίας», γράφει η εφημερίδα του Αμβούργου «Die Zeit».

Στη συνέντευξή του, ο κ. Κίνελ εξήγησε τις συνέπειες της απόφασής του για τους εργαζόμενους: «Εκ πρώτης όψεως, η απόφαση αφορά αρχικά μόνο την υποχρέωση των κρατών μελών της ΕΕ να προσαρμοστούν. Εάν υπάρχει ήδη νομική ρύθμιση στα επιμέρους κράτη-μέλη, η οποία μπορεί να ερμηνευτεί σύμφωνα με την απόφαση, τότε δεν χρειάζεται να θεσπισθούν νέοι νόμοι. Στην περίπτωση αυτή οι εργαζόμενοι μπορούν ήδη τώρα να απαιτήσουν από τον εργοδότη τους να καταγράφουν πλήρως το χρόνο εργασίας, όπως προβλέπει η απόφαση».

Eιδικά στη Γερμανία «το άρθρο 16 του Εργατικού Δικαίου υποχρεώνει ήδη τώρα τον εργοδότη να καταγράφει συγκεκριμένες ώρες εργασίας. Ειδικότερα, το άρθρο 3 αναφέρει ότι ο ημερήσιος χρόνος εργασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις οκτώ ώρες, αλλά μπορεί να φτάσει υπό ορισμένους περιορισμούς έως και τις δέκα ώρες. Οι υπερβαίνουσες τις οκτώ πρέπει να καταγράφονται. Κάτι τέτοιο βρίσκεται σε αρμονία με την απόφαση του ΔΕΕ, αλλά μπορεί να υπάρξουν αμφισβητήσεις οι οποίες θα επιλυθούν από το Ομοσπονδιακό Εργατικό Δικαστήριο εάν υπάρξει κάποια σχετική προσφυγή», όπως λέει.

Στην παρατήρηση της «Die Zeit» ότι τότε μπορεί να χρειαστούν χρόνια μέχρι να επικρατήσει η ασφάλεια δικαίου, ο κ. Κίνελ απαντά: «Ναι, αλλά αναμένω ότι ήδη τώρα ορισμένες επιχειρήσεις θα αρχίσουν την καταγραφή των ωρών εργασίας εξαιτίας της απόφασης του Δικαστηρίου τώρα, ώστε να ενεργούν σύμφωνα με το νόμο. Οι επιχειρήσεις που δεν θα το κάνουν αυτό, αλλά περιμένουν ένα νέο νόμο διατρέχουν συνειδητά τον κίνδυνο να καταδικαστούν αργότερα από τα Δικαστήρια. Επομένως, οι εργαζόμενοι μπορούν ήδη τώρα να απαιτήσουν από τον εργοδότη τους να καταγράφουν πλήρως τον χρόνο εργασίας. Η μεγαλύτερο ανάγκη που βλέπω είναι εκείνη στις επιχειρήσεις οι οποίες είτε δεν καταγράφουν καθόλου τις ώρες εργασίας, είτε δεν το κάνουν συστηματικά, όπως συμβαίνει σε μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες καταγράφουν τις ώρες τους σε απλά χαρτάκια, δηλαδή με έναν μάλλον μη αξιόπιστο, μη προσβάσιμο και μη αντικειμενικό τρόπο».

Στόχος κατά τον κ. Κίνελ είναι «η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και η αποφυγή υπεραπασχόλησης. Αυτό δεν πρέπει να υπονομευτεί. Το ΔΕΚ δεν διευκρινίζει τον ακριβή σχεδιασμό του συστήματος καταχώρισης, αλλά λέει πολύ σαφώς: «ο στόχος είναι να προστατευθεί η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων και να αποφευχθεί ο υπερβολικός φόρτος εργασίας υπερβολικές απαιτήσεις. Αυτό δεν πρέπει να υπονομευτεί». Και τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας δεν ζυγίζουν περισσότερο».

Στο ερώτημα της εφημερίδας του Αμβούργου ποιο νόημα έχει τότε η πλήρης καταγραφή των ωρών εργασίας, εάν ο εργατικός νόμος υποχρεώνει ήδη τις εταιρείες να καταγράφουν την υπερεργασία, ο κ. Κίνελ απαντά: «Περισσότερη διαφάνεια και ακρίβεια. Η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αλλάζει τους κανόνες εργασίας καθ΄ εαυτούς: οι ώρες εργασίας θα είναι και στο μέλλον κατά μέσο όρο οκτώ ώρες την ημέρα με μέγιστο όριο τις δέκα ώρες. Αλλά επειδή μέχρι τώρα έπρεπε να καταγραφούν μόνο οι ώρες εργασίας που υπερβαίνουν τις οκτώ ώρες την ημέρα, όλα έμεναν στο περίπου. Ή δεν καταγραφόταν τίποτα. Και ήταν δύσκολο να ελεγχθεί. Αυτό θα πρέπει τώρα να αλλάξει με την απόφαση, επειδή το ΔΕΕ λέει: το εάν εφαρμόζονται οι προβλέψεις καταγραφής του χρόνου εργασίας, οι αρχές μπορούν να το ελέγξουν μόνο εάν έχουν αξιόπιστα δεδομένα».

Στο ερώτημα της «Die Zeit» εάν μπορεί να οριστεί επακριβώς η αρχή και το τέλος των ωρών εργασίας ειδικά σε ένα όλο και πιο ευέλικτο εργασιακό περιβάλλον ο κ. Κίνελ απαντά: «Μπορεί κανείς να ρυθμίσει τα πάντα – και η διαμάχη γι’ αυτό δεν είναι καινούρια. Το νέο στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι απλώς ότι χάρη στην απόφαση των δικαστών καθίσταται σαφές πόσο θα εργάζονται οι πολίτες. Και όταν βλέπουν τις υπερωρίες τους, ίσως αναρωτηθούν γιατί δεν παίρνουν χρήματα γι αυτές».

Τέλος, στην παρατήρηση της εφημερίδας ότι ίσως ορισμένοι εργαζόμενοι επιθυμούν να δουλέψουν λίγο περισσότερο, εάν μπορούν να διαμορφώσουν από μόνοι τους και με ευελιξία το ωράριό τους, ο κ. Κίνελ σημειώνει: «Η υπευθυνότητα και η ευελιξία είναι ακόμα δυνατές. Το καθήκον καταγραφής παραμένει, αλλά πρέπει να μεταβιβαστεί στους εργαζόμενους. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να ισοδυναμεί με την καταγραφή μεν των επιτρεπόμενων ωρών εργασίας, αλλά την καταστρατήγησή τους κάτω από το τραπέζι. Αυτό απαγορεύεται και ο εργοδότης πρέπει να το επισημάνει. Αυτό ισχύει σήμερα και θα παραμείνει έτσι και στο μέλλον, με τη διαφορά ότι τώρα γίνεται σαφέστερο πόσοι εργάζονται πάρα πολύ.

Πηγή: Die Zeit

photo:pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...