• Αρχική
  • Άρθρα
  • “Χρειαζόμαστε περισσότερη πληροφόρηση και λιγότερες απόψεις” τονίζει ο ηθοποιός Στιβ Κούγκαν

“Χρειαζόμαστε περισσότερη πληροφόρηση και λιγότερες απόψεις” τονίζει ο ηθοποιός Στιβ Κούγκαν

Ο Στιβ Κούγκαν, περισσότερο γνωστός ως το είδωλο της βρετανικής τηλεόρασης, Άλαν Πάρτριτζ, από τη σειρά «I’m Alan Partridge»

έχει επίσης ερμηνεύσει δραματικούς ρόλους σε ταινίες, όπως «Philomena» και «What Maisie Knew» και επίσης συνεχίζει τη συγγραφή και την παραγωγή.

Είναι ακόμη επικριτής των κακών πρακτικών των δημοσιογράφων και των βρετανικών ΜΜΕ και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία «Hacked Off» κατά της πρώην ταμπλόιντ «News of the World».

Στη νέα του ταινία «Greed», ο Στιβ Κούγκαν υποδύεται έναν μεγιστάνα του λιανεμπορίου εμπνευσμένο εν μέρει από τον δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία στον τομέα της ένδυσης, ιδιοκτήτη του Topshop, αντιμέτωπο με κατηγορίες, Σερ Φίλιπ Γκριν.

Ο Κούγκαν υποστηρίζει ότι η ταινία δεν είναι «ευθεία επίθεση» στον προεδρεύοντα της Arcadia Group με έδρα το Μονακό, ο οποίος έχει κατηγορηθεί για φοροδιαφυγή και έχει ανακριθεί για τον ρόλο του στην κατάρρευση της αλυσίδας BHS.

Έχοντας περάσει πολύ καιρό στην Ελλάδα πρόσφατα, γυρίζοντας την ταινία Greed και τη σειρά «The Trip», ο Στιβ Κούγκαν επέστρεψε με φιλοσοφική διάθεση, σχολιάζει το BBC.

Αναφερόμενος στον καπιταλισμό και τη δική του καριέρα δήλωσε στο βρετανικό ειδησεογραφικό δίκτυο ότι είναι έτοιμος όπως ο Περικλής να «δείξει με το δάχτυλο» το λιανικό εμπόριο.

«Νομίζω ότι ο Πλάτωνας είπε: “Αν δεν έχετε εχθρούς, τότε δεν έχετε πραγματικούς φίλους”» τόνισε ο Βρετανός ηθοποιός.

«Επειδή κάνω διαφορετικά πράγματα υποθέτω ότι δεν μπορώ να απολυθώ από [μόνο] ένα άτομο, έτσι μπορώ να αντέξω οικονομικά να ενοχλήσω μερικούς ανθρώπους στην πορεία» πρόσθεσε.

Στο «Greed», ο Στιβ Κούγκαν και ο σκηνοθέτης, Μάικλ Γουιντερμπότομ στοχεύουν σε δισεκατομμυριούχους διευθυντές πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίοι επιδιώκουν «τεράστια κέρδη» ενώ τα εργοστάσια που χρησιμοποιούν σε αναπτυσσόμενα έθνη, όπως η Σρι Λάνκα πληρώνουν τους εργαζόμενους τους περίπου τρεις αγγλικές λίρες την ημέρα.

Σε μια εποχή που τα πρώην «περιθωριακά» ή «εκκεντρικά» θέματα, όπως η πολιτική για τα φύλα και τα περιβαλλοντικά ζητήματα, αποτελούν πλέον μέρος της «εθνικής συζήτησης» ο 54χρονος ηθοποιός θεωρεί την εκμετάλλευση αυτή ως μια ακόμα αλήθεια που δεν λέγεται.

«Δεν ήταν ότι ξύπνησα ένα πρωί και ξεκίνησα την ανακύκλωση. Αυτό συνέβη σταδιακά και η συζήτηση γίνεται πιο δυναμική, έτσι γίνεται κάτι με το οποίο μπορεί να διαφωνείτε, αλλά δεν μπορείτε να το αγνοήσετε» είπε.

«Αυτή τη στιγμή, μπορείτε να αγνοήσετε και οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν την τεράστια έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών, επειδή “ο ελέφαντας είναι στο δωμάτιο” και είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι’ αυτό» εξήγησε.

«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που κερδίζουν τα χρήματά τους εκμεταλλευόμενοι ανθρώπους» ανέφερε ο ηθοποιός στο BBC και πρόσθεσε: «Οι περισσότεροι από αυτούς συμπεριφέρονται διακριτικά και δεν θέλουν να επικεντρώσουν την προσοχή στον εαυτό τους, αλλά ο Γκριν είναι το αντίστροφο. Για πολύ καιρό ήταν σαν να έλεγε: “Κοιτάξτε, δείτε πόσο επιτυχής είμαι. Κοιτάξτε τα πάρτι μου, κοιτάξτε τους φίλους μου”».

Σε συνέντευξή του στο NME ο ηθοποιός διατύπωσε τη θέση ότι η πιο ενδιαφέρουσα δημοσιογραφία σήμερα συναντάται στα ντοκιμαντέρ.

«Δυστυχώς, επειδή η κυκλοφορία των εφημερίδων μειώνεται, οι πόροι [της εφημερίδας] δεν είναι τόσοι πολλοί, η πραγματική, σωστή ερευνητική δημοσιογραφία περιορίζεται και οι συντάκτες που εκφράζουν απόψεις αυξάνονται. Νιώθω ότι χρειαζόμαστε λιγότερες απόψεις και περισσότερες πληροφορίες. Η δημοσιογραφία είναι να ανακαλύπτεις γεγονότα, ο δημοσιογράφος παλιού τύπου πηγαίνει σε μια αναζήτηση, σκάβοντας σε κάποια μεγαλύτερη αλήθεια, κάτι που συμβαίνει ολοένα και λιγότερο. Η πιο ενδιαφέρουσα δημοσιογραφία συμβαίνει σε ντοκιμαντέρ αυτές τις μέρες. Το συριακό ντοκιμαντέρ For Sama είναι σπουδαία δημοσιογραφία» υπογράμμισε.

photo video screenshot