Αλέξανδρος Λυκουρέζος: Αμάν πια… η Νατάσα μου ξανάδωσε ζωή!

Ο κορυφαίος ποινικολόγος μιλάει στο Δημήτρη Δανίκα χωρίς κόμπλεξ για όλα - Οι γυναίκες της ζωής του, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Μακεδονία

Αμάν πια, σταματήστε να ασχολείστε με τις ζωές των άλλων! Καλά θα κάνουμε, όλοι εμείς οι κοινοί θνητοί, να καταπιαστούμε με τις δικές μας πομπές, με τις δικές μας ηλικιακές διαφορές και με τις δικές μας αμαρτίες.

Αυτός ο θυμός ήταν που με ερέθισε να κουβεντιάσω με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο. Η σχέση με τη Νατάσα Καλογρίδη ήταν που κούρδισε την παρόρμησή μου. Και αυτή η «τεράστια» διαφορά ηλικίας ήταν που με έκανε να σκεφθώ, λόγου χάριν, δεκάδες παρόμοιες ιστορίες. Οπως προσφάτως, από την ταινία «Επαναστάτης στη σίκαλη», με την περίπτωση του ειδυλλίου ανάμεσα στον θρυλικό Αμερικανό συγγραφέα Ντέιβιντ Σάλιντζερ και την Ούνα Ο’Νιλ, τη μικρότερη θυγατέρα του Ευγένιου Ο’Νιλ.

Οπου τότε, το 1943, λίγο πριν ο 24χρονος Ντέιβιντ Σάλιντζερ ντυθεί στα χακί, με κατεύθυνση τα «νεκροταφεία» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρξε ερωτευμένος με την Ούνα και εκείνη με εκείνον. Δεμένοι εφ’ όρου ζωής με άπειρους όρκους αγάπης και λατρείας. Δύο πιτσουνάκια με διαφορά ηλικίας μόλις 6 ετών. Η συνέχεια μοιάζει με εφιάλτη. Γιατί καθώς ο νεαρός συγγραφέας, άσημος τότε, καταλήγει στα πεδία του πολέμου, διαβάζει στις εφημερίδες, εντελώς τυχαία, για τον λαμπερό γάμο της λατρεμένης του Ουνα με τον «γέροντα» Τσάρλι Τσάπλιν. Ανάμεσα σ’ εκείνη και τον Σαρλό η απόσταση ήταν χασματική, κοντά στα 40 χρόνια.

Σκηνή 1

Η ζωή του

Ουκ ολίγες ανάλογες περιπτώσεις. Οπως, για παράδειγμα, η διαφορά ηλικίας ανάμεσα στον Νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη και τη σύζυγό του Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Τι να λέμε τώρα; Τα στοιχειώδη;

Και όσο για την αιφνιδιαστική και «ύποπτη» μεταστροφή του από τη θλίψη του για τη Ζωή «του» στη Νατάσα την καλή του, τρεις επιλογές υπήρχαν στον ορίζοντα.

■ Πρώτη, η αυτοκτονία και ο ενταφιασμός παραδίπλα στο μνήμα της Ζωίτσας «του».
■ Δεύτερη, η διαρκής, συστηματική και καθημερινή φθορά του από την ακατανίκητη θλίψη του. Δηλαδή να καταντήσει ζωντανό ερείπιο.
■ Η τρίτη, να προχωρήσει τη ζωή του, κουβαλώντας μέσα του την άλλη Ζωή «του».

Προφανώς η υποκριτική και άκρως νεοελληνική παθογένεια του τεθλιμμένου χήρου, όπως και της τεθλιμμένης χήρας, δεν ταιριάζουν σε έναν τύπο που κόντρα σε όλους και σε όλα είχε αποφασίσει να υπερασπιστεί τον «εγκληματία πολέμου» και αρχηγό του στρατού των Σερβοβόσνιων Ράτκο Μλάντιτς.

Είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την πολιτική του στράτευση με τη Νέα Δημοκρατία. Ελάχιστοι διαθέτουν τέτοιους «όρχεις». Και για να μην πολυλογώ, σε πολλές περιπτώσεις και σε διάφορα κολοσσιαία ζητήματα της κοινωνίας και της πολιτικής ακολουθούσε και ακολουθεί τη δική του προσωπική διαδρομή. Με απλά λόγια, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, αρέσει δεν αρέσει, κάνει και λέει αυτό που του υπαγορεύει η δική του η κεφαλή.

Οπως λέει δημοσιογραφικό απόσπασμα, κορνιζαρισμένο στον τοίχο του γραφείου του: «Αλέξανδρος Λυκουρέζος – Οταν κερδίζει τον υποπτεύονται, όταν χάνει τον κατηγορούν, κι όλοι τον καταγγέλλουν έως ότου -χτύπα ξύλο- τον χρειαστούν. Αν ήταν όντως συνήγορος του διαβόλου όλα τ’ αγγελούδια θα ’ταν βαθιά στον Κορυδαλλό».

Το πρώτο πράγμα που κάρφωσε την περιέργειά μου ήταν οι τοίχοι στο γραφείο του, ενδεδυμένοι με πλήθος πορτρέτων, φωτογραφιών, σκίτσων και αναμνηστικών.

Σκηνή 2
Οι παλιόφιλοί του

«Οι τοίχοι της ματαιοδοξίας και της φιλαρέσκειάς μου», είπε. Καθώς εκείνο το γελάκι, το υποδόριο, το σαρκαστικό, το ειρωνικό και το αυτο-υπονομευτικό κυκλοφορούσε ελεύθερα από τα μάτια στα μάγουλα και τα χείλη του. Ανάμεσα σ’ αυτά τα ενθυμήματα και το κείμενο του Θανάση Λάλα με τίτλο «Ζακ Βερζέ-Αλέξανδρος Λυκουρέζος: Οι συνήγοροι του διαβόλου». Πάνω σ’ αυτούς τους τοίχους είναι αναρτημένοι όλοι οι «παλιόφιλοι» και «λατρεμένοι». Οπως, ας πούμε οι κορυφαίοι Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Γκάτσος, Τάκης Χορν, Μίκης Θεοδωράκης, Μελίνα Μερκούρη.

«Πάντα θα είμαι φανατικός του Μάνου», είπε. Χωρίς ίχνος νοσταλγίας. Γεγονός που από μόνο του υπογραμμίζει ότι ο Λυκουρέζος ποτέ δεν κοιτάει πίσω. Don’t Look Back. Οπως έλεγε ο Μπομπ Ντίλαν. Αυτή η κυτταρική σχέση του με το Σήμερα και το Αύριο, ανεξάρτητα από μνήμες, θρήνους και «φαντάσματα», είναι το viagra του Αλέξανδρου, που φροντίζει να το φιλοξενεί στον οργανισμό του.

«Σχεδόν καθημερινά εκείνη την εποχή του ’50 και του ’60, παρέα με τον Μάνο, τον Γκάτσο και τον Τάκη (σ.σ.: τον Χορν) τρώγαμε μαζί, πίναμε το καφεδάκι μας και σχολιάζαμε την επικαιρότητα».

Αυτό είναι και το δεύτερο χάρισμά του. Η Τέχνη, η Λογοτεχνία, το Θέατρο τροφοδοτούσαν και τροφοδοτούν τις ανησυχίες του. Η δικηγορία τροφοδοτούσε τις εμπειρίες του. Η Τέχνη ήταν και είναι η ερωμένη του. Η δικηγορία η διά βίου συμβία του. Αυτή η διπλή ταυτότητά του είναι ο ένοχος του δημιουργικού διχασμού του. Οπως έλεγε και η Μαρία Σολωμού σε μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει, «ο τρίτος, μερικές φορές, είναι ο ευεργέτης μιας καλής σταθερής σχέσης». Τολμηρό; Ε, και; Σάμπως πόσες και πόσοι δεν αναλώνονται σε τέτοιες ονειρώξεις και ανεκπλήρωτες επιθυμίες; Πόσες και πόσοι δεν το κάνουν κρυπτόμενες και κρυπτόμενοι πίσω από απολογίες και λογιών-λογιών προφάσεις; Αντε, παιδιά, συνέλθετε!

Σκηνή 3
Οι γυναίκες του

Το τρίτο και το καλύτερο χάρισμά του είναι η «προίκα» των γυναικών του. Και η ομολογία του. Μια ομολογία που προέρχεται από εμπειρία και άφθονη, βαθιά επεξεργασία:

«Να ξέρεις, οι γυναίκες μάς επιλέγουν, οι γυναίκες μάς εγκαταλείπουν»

Σαν να λέει «εκείνες έρχονται – εκείνες φεύγουν».

«Οσοι πιστεύουν ότι εμείς, οι κυνηγοί, είναι που επιλέγουμε τα θηράματά μας πλανώνται πλάνη τεράστια και επικίνδυνη. Για τους ίδιους».

– Εννοείς πως αν εκείνη δεν θέλει, τότε καμία ελπίδα να την πιάσεις με την αρσενική τσιμπίδα;

«Εκτός φυσικά κι αν ορμήσεις να την βιάσεις».

– Μπρρρρ, ούτε στον χειρότερο εφιάλτη μου…

«Αν εκείνη θέλει τότε η σχέση θα προχωρήσει, αν δεν θέλει, τότε καμία ελπίδα».

– Ποια η πρώτη θηλυκή ύπαρξη που τάραξε την καρδιά και εκτόξευσε τον οργανισμό σου;

«Φυσικά η Αλίσια», είπε, με το ίδιο υποδόριο γελάκι και με χαρά μικρού παιδιού. Και αμέσως έσπευσε να μου δείξει μια φωτογραφία της.

– Κουκλάρα με τα όλα της (αληθινά το λέω χωρίς ίχνος κολακείας προς εκείνον).

«Η Αλίσια από τη Βραζιλία. Είχε έρθει να δει την Ελλάδα. Ετσι, εντελώς τυχαία έπεσα πάνω της, έτσι την ερωτεύτηκα και σχεδόν αμέσως, το 1966, την παντρεύτηκα. Εγώ την ανακάλυψα. Εκείνη με επέλεξε».

Η συνέχεια μοιάζει με σενάριο πολιτικού και ερωτικού θρίλερ: «Τον Ιούλιο του 1967 δραπετεύουμε από την Αθήνα των πραξικοπηματιών και καταλήγουμε μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού. Ο πατέρας της Αλίσια ήταν Βραζιλιάνος, η μητέρα της Αμερικανίδα. Στο μεταξύ ο πατέρας μου ήταν φυλακή. Λόγω δημοκρατικών φρονημάτων. Στο Λονδίνο, για τα προς το ζην, η Αλίσια επιδίδεται στο μόντελινγκ. Ο γάμος αυτός κράτησε εφτά χρόνια».

– Εφτά χρόνια γρουσουζιάς…

«Απ’ αυτό τον γάμο προέκυψαν τα δύο πρώτα παιδιά μου, ο γιος μου Ιάσων, σήμερα κοντά στα 50, και η κόρη μου Μαρία, τρία χρόνια νεότερή του».
– Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω ότι ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος είναι κυκλωμένος και γοητευτικά παγιδευμένος από έναν άπειρο αριθμό θηλυκών παρουσιών.

«Η πρώτη μου κόρη είναι η Μαρία, η δεύτερη είναι η Μαρία-Ελένη-Ζωή…».

– Και γιατί τρία ονόματα;

«Μαρία η γιαγιά μου, που λάτρευε τη Ζωίτσα. Ελένη Λυκουρέζου, η γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου. Ενα από τα πιο ανθεκτικά κύτταρα της οικογένειας που “κατέληξε” στα εκατό, δηλαδή έφαγε με το κουτάλι έναν ολόκληρο αιώνα. Και Ζωή από τη Ζωή μου».

-Και η τρίτη κόρη;

«Η Μάρθα Κουτουμάνου από τον πρώτο γάμο της Ζωής. Επί της ουσίας αληθινή κόρη μου κι αυτή».

Οι γυναίκες της ζωής του
likourezos

Σκηνή 4
Η πολυγαμία του

Το βλέμμα μου κυκλοφορούσε και ακτινογραφούσε κάθε ίντσα του δωματίου. Παντού κάποιο πορτρέτο της Ζωής «του». Κάποιο χαμόγελό της. Κάποια φιλάρεσκη πόζα της. Κάποιο στιγμιότυπο από τα έργα της. Οι τοίχοι, το μεγάλο γραφείο και κάθε αντικείμενο πάνω στο οποίο είχαν τοποθετηθεί φωτογραφίες, είναι στολισμένο με τη Ζωή «του».«Η γιαγιά μου, η Ελένη Λυκουρέζου, είχε τη συνήθεια να μεταφέρει τις φωτογραφίες από τον έναν στον άλλο τοίχο. Ο ένας τοίχος με τους νεκρούς, ο άλλος με τους ζωντανούς. Και σε κάθε κηδεία η φωτογραφία του πεθαμένου έφευγε από τον έναν και κατέληγε στον άλλο τοίχο».

– Πολύ τακτική, προσεκτική η γιαγιά. Τέλος πάντων. Και η Ζωή;

«Σαράντα και ένα χρόνια η κοινή μας η ζωή. Κι αν δεν “έφευγε” πάλι σήμερα, αύριο και μεθαύριο, πάλι μαζί θα ήμασταν. Να είσαι σίγουρος. Η μοναδική Ζωή».

– Και ποια η συνταγή για τη διατήρηση μιας τέτοιας πολυετούς σχέσης; (Η ερώτηση ήταν φυσικά πονηρή, σαν πλαγίως να ήθελα να αποσπάσω την ομολογία του για πολλές απιστίες και αμαρτίες. Αμφοτέρων των μερών.)

«Δεν πιστεύω ότι ο Ανδρας αλλά και η Γυναίκα είναι μονογαμικά όντα».

Οι απαντήσεις του σ’ αυτές τις «επικίνδυνες» ερωτήσεις ήταν σύντομες. Σχεδόν κοφτές. Από τη μια επιθυμούσε να είναι ειλικρινής. Τώρα τι; Να κρυβόμαστε πίσω από το δαχτυλάκι μας; Ο κόσμος το ’χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι. Από την άλλη απέφευγε -και καλά έκανε- τις επεξηγηματικές και αναλυτικές απαντήσεις. Πώς δηλαδή είχε «πάει» με εκείνη, με την άλλη και πάει λέγοντας. Ετσι, προφυλαγμένος από κουτσομπολιά και πάσης φύσεως κοσμικοκίτρινα πρωινάδικα, αποφεύγει να παράγει «τροφή». Και ταυτόχρονα ομολογεί τα στοιχειώδη και αυτονόητα. Ελάτε τώρα. Μην παριστάνετε τους αθώους και τους αναμάρτητους. Δεν σας αντέχω άλλο πια.

– Εννοείς (απτόητος εγώ λόγω επαγγελματικής διαστροφής) ότι η σεξουαλική σχέση…

«Αποφεύγω τον όρο “σεξουαλική” και προτιμώ το “αισθησιακή”».

– Ωραία, η αισθησιακή σχέση τελειώνει κάποια στιγμή, όμως το συναίσθημα, όποτε και σε όποιον προνομιούχο προκύψει, είναι το ακατανίκητο και απόρθητο φρούριο μιας αληθινά μεγάλης σχέσης.

«Το συναίσθημα προκαλεί σεβασμό, έτσι διαρκεί και διαιωνίζεται μια σχέση. Αλλωστε πιστεύω ότι στον Ανδρα λειτουργεί περισσότερο ο πειρασμός, ενώ η Γυναίκα είναι πιο προσηλωμένη στο συναίσθημα. Οταν το συναίσθημα λειτουργεί, τότε είναι απόρθητο από την οποιαδήποτε παράλληλη σχέση. Κι έτσι το συναίσθημα αποκλείει, κάνει φραγή στην οποιαδήποτε αισθησιακή, παράλληλη, γνωριμία».

«Οι τοίχοι της ματαιοδοξίας και της φιλαρέσκειάς μου», λέει για το γραφείο του, αληθινό μαυσωλείο γεμάτο πορτρέτα, φωτογραφίες, σκίτσα και αναμνηστικά. Και παντού το βλέμμα της Ζωής Λάσκαρη
likourezos1

Σκηνή 5
Η Νατάσα του

Ηταν η στιγμή. Η πλέον κατάλληλη και αποκαλυπτική. Γι’ αυτό τον ρώτησα:

– Και η Νατάσα Καλογρίδη;

«Μια υπέροχη σχέση» (με το ίδιο υποδόριο γελάκι, συνοδευόμενο με τη χαρά ενός νέου ανθρώπου).

«Είμαι αθεράπευτα εγκλωβισμένος στην εφηβεία μου. Οσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο αισθάνομαι εγκλωβισμένος στις ανησυχίες ενός έφηβου. Αλλωστε πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι. Πολλοί εγκαταλείπουν την επαφή με την εφηβεία τους. Από το λεξιλόγιό μου έχω διαγράψει τη λέξη “πλήττω”. Αν η Νατάσα δεν με είχε επιλέξει, δεν θα ήμουν τώρα εδώ. Μπορείς να είσαι οδηγός σε μια σχέση, αλλά ποτέ να μην πιστέψεις ότι είσαι το αφεντικό».

– Δηλαδή εννοείς ότι ο Ανδρας βαυκαλίζεται με την ιδέα πως είναι από πάνω και η Γυναίκα από κάτω;

«Συμβαίνει να είσαι από κάτω κι όμως εσύ να είσαι το πραγματικό αφεντικό».

Προφανώς εννοεί ότι είναι πλάνη των ανδρών να πιστεύουν πως εκείνοι είναι τα αφεντικά των γυναικών. Μπορεί η Γυναίκα να είναι «από κάτω», αλλά με την έμφυτη πανουργία της γνωρίζει καλά να χειρίζεται τις διαθέσεις του συντρόφου της.

«Χωρίς συμβιβασμούς κάθε αληθινή σχέση έχει πεθάνει οριστικά. Φυσικά εννοώ συμβιβασμούς που δεν τσαλακώνουν και δεν περιφρονούν, ούτε ταπεινώνουν την προσωπικότητα του άλλου».

Η Νατάσα Καλογρίδη είναι η διαφυγή, το ταξίδι, η περιπλάνηση και η «αποπλάνησή» του. Και είμαι σίγουρος. Πως η Ζωή, αν τον βλέπει από εκεί ψηλά, θα είναι κι αυτή ευχαριστημένη με την ευχαρίστησή του και την καινούρια ζωή του. Πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, εκείνος ακάθεκτος πρόσθεσε:

«Για να καταλάβεις την υποκρισία, σκέψου ότι τα σημεία του σώματος που έχουν ευλογηθεί θεωρούνται άσεμνα. Τα σημεία που χαρίζουν απόλαυση, ηδονή και εξασφαλίζουν τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Αυτά είναι τα άσεμνα, τα απαγορευμένα και ακατάλληλα. Για να σ’ το πω πιο απλά, όταν κάποιος σου λέει “αϊ γ@@@ σου” εσύ πρέπει να τον ευχαριστήσεις για την ευχή του».

Σκηνή 6
Η Μακεδονία του

Μετά απ’ αυτό το φινάλε το αισθησιακό, καιρός ήταν να ανοίξω το έτερο κεφάλαιο, το επαγγελματικό και νομικό:

«Η δικηγορία είναι η αγάπη μου. Αν και από μικρός επιθυμούσα να γίνω σκηνοθέτης. Ομως στη Χαϊδελβέργη ανακάλυψα τη γοητεία του Ποινικού Δικαίου».

– Δεν πιστεύεις κι εσύ, μια και είσαι τόσο ειλικρινής, ότι πεμπτουσία της Νομικής, ειδικά του Ποινικού, είναι η στρεψοδικία; Δηλαδή σημασία δεν έχει η αλήθεια, αλλά η ρητορική ικανότητα να πείθω τον άλλο πως έχω δίκιο;

«Στον νομικό πολιτισμό μας του δυτικού, δημοκρατικού ημισφαιρίου, κάθε άνθρωπος, όσο κι αν είναι ένοχος, έχει δικαίωμα στην υπεράσπιση της προσωπικότητάς του. Αλλά πρέπει να σου πω ότι ποτέ δεν υπερασπίστηκα, ούτε θα το κάνω, βιαστές μικρών παιδιών».

– Δεν μπορώ παρά να σε ρωτήσω για τον Νόμο Παρασκευόπουλου…

«Για να είμαι ειλικρινής, κατανοώ την καλή του πρόθεση για την αποσυμφόρηση των φυλακών. Αλλά εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε ότι ήταν μια λανθασμένη επιλογή. Και πρέπει να σου πω ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι ένοχοι πλημμελημάτων εκτίουν μεγάλο μέρος της ποινής τους, πράγμα που δεν συμβαίνει στη Ελλάδα όπου την εξαγοράζουν και φεύγουν ελεύθεροι».

– Πιστεύεις σοβαρά ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, αδέσμευτη και «τυφλή»;

«Οι περισσότεροι φορείς δικαιοσύνης είναι ανεξάρτητοι. Οι δικαστές μοχθούν κάτω από άθλιες, πρωτόγονες συνθήκες. Αρκεί να σου δείξω μερικά από τα ανακριτικά γραφεία. Τέτοια και τόση αθλιότητα ούτε στην Αφρική. Ομως κάθε δικαστής δεν ζει απομονωμένος σε γυάλινο κλουβί. Εχει τις πεποιθήσεις του, και είναι ευάλωτος από τις επιρροές του».

Κάπου εκεί βρήκα την ευκαιρία να τον ρωτήσω για την πολιτική και τα κόμματα:

– Ποιες οι πραγματικές διαφορές ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία; Οι μεγάλες, αγεφύρωτες διαφορές;

Αντί απαντήσεως, με βαθύ αναστεναγμό, σχολίασε πλαγίως τη σύγχρονη εποχή: «Πού είναι η εποχή των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων!»
Και συνέχισε: «Εθνική ομοψυχία επιβάλλεται στα μεγάλα εθνικά ζητήματα. Κάθε προσπάθεια εγκλωβισμού στη λογική της εκλογικής πελατείας είναι απαράδεκτη και επικίνδυνη».

Αυτό το εξέλαβα ως καρφί στην τακτική της Νέας Δημοκρατίας.

«Σε μερικά χρόνια δεν θα υπάρχουν πια γνήσιοι Ελληνες πολίτες. Συρρικνώνεται καθημερινά η εθνική μας κυριαρχία και υπονομεύεται η συνείδηση της ελληνικής ταυτότητας».

Αυτό είναι καρφάκι προς τον «αριστερό» ΣΥΡΙΖΑ.

– Ας πάμε στο Σκοπιανό που είναι επίκαιρο.

«Είχα πάει στο συλλαλητήριο. Και μάλιστα είχα προσπαθήσει να πείσω και όλους τους φίλους και γνωστούς».
Και πριν πάρω ανάσα είπε και σχεδόν αναίρεσε τη Μακεδονική ακαμψία του.

«Ομως δεν μπορώ να αρνηθώ στους κατοίκους των Σκοπίων το δικαίωμά τους να αυτοπροσδιορίζονται Μακεδόνες».

Σκηνή 7
Τα σαλόνια και τα λιμάνια του

Αυτή η αντιφατικότητα είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της γοητείας του Αλέξανδρου Λυκουρέζου. Η αμφιβολία. Η αμφισβήτηση. Η ανησυχία. Μια διαρκής εμπόλεμη κατάσταση ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Λυκουρέζο. Αυτή ακριβώς είναι η ιδιαιτερότητα σπουδαίων, επιφανών καλλιτεχνών, φιλοσόφων και συγγραφέων. Η βεβαιότητα σκοτώνει. Η αμφιβολία ζωντανεύει.

Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως «λογικός και νεοεθνικιστής».

Μετακινήθηκα βιαστικά προς την περίπτωση του Γιάνη Βαρουφάκη. Επίτηδες. Προκειμένου να ανιχνεύσω το πολιτικό του στίγμα. Εις μάτην…

– Δεν ήταν έγκλημα η εξάμηνη εξαντλητική παράταση των διαπραγματεύσεων με τον Βαρουφάκη;

«Το οποιοδήποτε έγκλημα συντελείται και διά της παραλείψεως. Δηλαδή παραλείπω κάτι που είχα υποχρέωση να πράξω. Οσο για τον Βαρουφάκη, μπορεί να τον θεωρήσουμε επιπόλαιο, ανίκανο, αλλά δεν μπορούμε να του αποδώσουμε δόλο. Οτι δηλαδή προκάλεσε τέτοια ζημιά στη διαχείριση της ελληνικής οικονομίας από δόλια επιλογή. Οχι, δεν το πιστεύω».

Οι ώρες κυλούσαν. Είχαμε σπάσει το φράγμα των δύο ωρών και κάτι λεπτά. Τελευταίο μου καταφύγιο προκειμένου να τον ακτινογραφήσω ήταν η θρησκεία, η Ορθοδοξία, η πίστη.

«Για να κάνεις την υπέρβαση πρέπει να κινείσαι εκτός λογικής, Εγώ πιστεύω. Είμαι φανατικός του Ορθολογισμού, αλλά πιστεύω στο Μεταφυσικό. Και πρέπει να σου πω ότι η πορεία προς τη συνειδητή πίστη είναι πιο δύσκολη και οδυνηρή από την αντίστροφη διαδρομή προς την αθεΐα. Ο άνθρωπος που δεν πιστεύει αρκείται στη λογική επεξεργασία».

Φεύγοντας του είπα: «Φωτογραφικά και σαν στυλ είσαι ταυτόχρονα τσαλακωμένος και ατσαλάκωτος. Με γραβάτα και χωρίς γραβάτα. Αριστοκράτης και αλήτης Καταλαβαίνεις πώς το λέω αυτό. Μέσα και έξω».

Με κοίταξε μ’ εκείνο το υποδόριο γελάκι του και καθώς με συνόδευε προς την εξώπορτα της πολυκατοικίας επί της Δημοκρίτου 19 συμπλήρωσε: «Η Ζωή “μου” έλεγε “Ο Αλέξανδρος των σαλονιών. Ο Αλέξανδρος των λιμανιών”».

Και καθώς έφευγα, από μέσα μου πρόσθεσα: «Ο Αλέξανδρος των αντιφάσεων, των ερώτων, των καημών και των διαρκών εναλλαγών».

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu