• Αρχική
  • LIFE
  • Beslan: Η μαμά που μπορούσε να σώσει μόνο ένα από τα παιδιά της

Beslan: Η μαμά που μπορούσε να σώσει μόνο ένα από τα παιδιά της

Την 1η Σεπτεμβρίου 2004 τσετσένοι μαχητές πήραν περισσότερους από 1.000 ανθρώπους ομήρους στο Μπεσλάν,

της Βόρειας Οσετίας, μεταξύ των οποίων και την καθηγήτρια πανεπιστημίου Aneta Gadieva, την 9-χρονη κόρη της Alana, και το δώδεκα μηνών μωρό της τη Μιλένα. Μια συμφωνία που έγινε με τους τρομοκράτες επέτρεψε μερικές μητέρες να πάρουν τα βρέφη ,και να φύγουν. Η Aneta Gadieva,ήρθε αντιμέτωπη με μια αδύνατη επιλογή η οποία, όπως εξηγεί ακόμα τη στοιχειώνει.
Η πρώτη μέρα του σχολικού έτους στη Ρωσία, την 1η Σεπτεμβρίου είναι μια όμρφη γιορτή γνωστή ως Ημέρα της Γνώσης. Τα παιδιά φορούν τα καλά τους ρούχα και με λουλούδια πηγαίνουν σχολείο, χωρίς τσάντες, γιατί είναι ημέρα γιορτής και γνωριμίας με φίλους. Συνοδεύονται απο γονείς, κι αν ένα παιδί πηγαίνει σχολείο για πρώτη φορά, εκτός απο τους γονείς παρευρίσκονται και παππούδες, θείοι κλπ.. Έτσι, υπήρχαν περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι στην παιδική χαρά του σχολείου εκείνη την ημέρα . Υπήρχαν μπαλόνια παντού, και τιποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε.

Η Aneta εξομολογείται:
Κουβέντιαζα με τη δασκάλα της Αλάνα, όταν ξαφνικά ακούσαμε τον ήχο ενός πολυβόλου πίσω μας. Γύρισα και είδα με τρόμο ότι ένας άνδρας φώναζε «Allahu Akbar». Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι ήταν τρελός, αλλά στη συνέχεια άκουσα κι άλλο πολυβόλο στην άλλη πλευρά του σχολείου, και συνειδητοποίησα ότι ήμασταν σε επίθεση.
Κοίταξα γύρω μου μήπως υπήρχε τρόπος να δραπετεύσω, αλλά δεν μπορούσα να αφήσω την Αλάνα, που έπαιζε κάπου στην παιδική χαρά. Προσπάθησα να την φτάσω, αλλά, ένα πλήθος ανθρώπων που έτρεχε προς το μέρος μου με εμπόδισε. Κρατώντας το μωρό έπεσα κάτω,και νόμιζα ότι θα με ποδοπατήσουν, αλλά μια γυναίκα σταμάτησε και μας βοήθησε. Το μυαλό μου πήγαινε να σπάσει απο την αγωνία και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να βρώ το κορίτσι μου. Άν δεν την ξαναδω πια;.
Οι ένοπλοι σπάζοντας τα παράθυρα ανάγκασαν όλους να μπούν στο γυμναστήριο. Ένας από αυτούς με έσπρωξε μέσα με το πολυβόλο του.
Οι συνθήκες μέσα ήταν μια κόλαση. Υπήρχαν 1.200 άνθρωποι στριμωγμένοι σε ένα μικρό γυμναστήριο. Δεν υπήρχε χώρος για να απλώσουμε ένα χέρι ή ένα πόδι. Ήταν φρικτό. Και είχα ένα μωρό στην αγκαλιά μου.
Βρήκα ένα τραπέζι και κάθισα πάνω του, ψάχνοντας για την Αλάνα, και κλαίγοντας φώναζα το όνομά της. Κάποιος από τους γονείς μου είπε ότι υπάρχει μια Αλάνα, εκεί πέρα στην άλλη γωνία! Και τελικά την είδα. Κούνησε το χεράκι της και ήρθε κοντά μου.Υπήρχε ένα μονοπάτι που χώριζε το πλήθος απο τους τρομοκράτες και είπα στην Αλάνα να συρθεί προς το μέρος μου κατά μήκος αυτής της διαδρομής, ενώ εγώ άρχισε να περπατώ προς το μέρος της. Ήταν πολύ φοβισμένη και φώναζε «μαμά, μην προχωράς θα σας πυροβολήσουν”. Αλλά τελικά βρέθηκε στην αγκαλιά μου.
Ένας πατέρας δύο αγοριών ο Ruslan Betrozov, μας μίλησε στη μητρική μας γλώσσα, της Οσετίας, και προσπάθησε μας ηρεμίσει. Αλλά ένας από τους ενόπλους τον πυροβόλησε από πίσω. Έσυραν το νεκρό σώμα του από τη μία πλευρά του γυμναστηρίου στο άλλο, μπροστά στους γιους του.
Τότε οι τρομοκράτες άρχισαν κρεμούν εκρηκτικά κατά μήκος του γυμναστηρίου. Έβαλαν μαθητές γυμνασίου να τους βοηθήσουν. Ένα αγόρι έπρεπε να κρεμάσει μια βόμβα δεξιά πάνω από τα κεφάλια μας, και δεν μπορούσε. Φοβόταν μήπως εκραγεί. Στη συνέχεια, εγκατέστησαν δύο πεντάλ στο πάτωμα για να πυροδοτήσουν τις βόμβες. Σκεφτόμασταν ότι αν μετακινηθούμε, θα ανατίναζαν το σχολείο .
Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι πραγματικά συμβαίνει κατι τέτοιο. Έλεγα ότι πρέπει να ξυπνήσω για να φύγει το όνειρο. Είχα την φυσική επιθυμία να ξαναβάλω τα παιδιά μου πίσω στην κοιλιά μου. Κοίταζα γύρω μου να βρώ ένα μέρος να τα προστατεύσω, κι αν γινόταν έκρηξη, πώς να είμαι σε θέση να καλύψω και τα δύο παιδιά.
Η γειτόνισσά μου Fatima ήταν εκεί μαζί με τα 3 παιδιά της, ηλικίας 10, τεσσάρων και το μωρό κοριτσάκι της έκλαιγε τόσο πολύ που οι τρομοκράτες δεν το άντεξαν, και το μεσημέρι τους έβγαλαν έξω, αλλά δεν ξέρω που τους πήγαν.
Το βράδυ ξανασυναντηθήκαμε, όταν όλες οι μητέρες με παιδιά ηλικίας κάτω των τριών μπήκαν στα αποδυτήρια. Πήρα και την Αλάνα μαζί μου, παρόλο που ήταν μεγαλύτερης ηλικίας. Οι συνθήκες εκεί ήταν λίγο καλύτερες – υπήρχε ένα ντους, αλλά μας είπαν ότι το νερό είχε δηλητηριαστεί, κι έτσι δεν ήπιαμε. Μερικές άρχισαν να πίνουν μικρές γουλιές επειδή ήταν πολύ διψασμένες, αλλά φοβόμασταν να δώσουμε στα παιδιά.
Τη δεύτερη μέρα, οι συνθήκες στα αποδυτήρια επιδεινώθηκε άσχημα. Υπήρχαν περίπου 20 πολύ μικρά παιδιά, που ήταν πεινασμένα και έκλαιγαν πραγματικά πολύ δυνατά. Δεν υπήρχαν τουαλέτες και στεκόμασταν σε πισίνες ούρων.
Νωρίς το απόγευμα εξαπλώθηκε μια φήμη ότι ένας σημαντικός άνθρωπος ερχόταν να μας επισκεφθεί. Ένας από τους τρομοκράτες πήγαινε πάνω κάτω. Στην αρχή σκεφτήκαμε ότι ίσως είναι ο Πούτιν, αλλά αργότερα ανακαλύψαμε ότι ήταν Ruslan Aushev, ο πρώην πρόεδρος της Ingushetia, που ερχόταν να διαπραγματευτεί.
Τότε ένας από τους τρομοκράτες ήρθε στα αποδυτήρια και είπε ότι κάθε γυναίκα μπορεί να πάρει ένα μωρό και να φύγει. Περπάτησα μέχρι εκεί και τον ρώτησα αν θα μπορούσε να πάρει η Αλάνα την αδελφή της έξω αντί για μένα. Μου φώναξε θυμωμένος! «Τι είπα.. Μια μητέρα και ένα βρέφος που θηλάζει”
Για να είμαι ειλικρινής, δεν υπήρχε χρόνος να σκεφτώ, όλα συνέβαιναν πολύ γρήγορα. Συνέχισε να με φωνάζει . Αν δεν φύγεις κάποιος άλλος θα υποφέρει. Αν δεν κάνετε ότι λέμε, κάποιος θα πληρώσει το τίμημα. Χρησιμοποιούσαν συνεχώς αυτό το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης εναντίον μας. Για μένα, εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε άλλη επιλογή.
Πήγα μέχρι την Αλάνα, που ήταν μαζί με ένα άλλο κορίτσι από την αυλή μας, και της είπα Αλάνα, να μείνετε ενωμένες, και όλα θα πάνε καλά. Στη συνέχεια, περπάτησα έξω με το μωρό.

Βγήκαμε έξω 11 μητέρες και 15 μωρά. Αρκετοί από εμάς έπρεπε να αφήσουμε τα μεγαλύτερα παιδιά πίσω. Αυτό που συνέβαινε στο μυαλό μου ήταν καθαρός τρόμος. Άκουγα «Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα!” Περπατήσαμε μέσα από ένα διάδρομο με σπασμένα τζάμια και βγήκαμε στη σκοτεινή σιωπή του προαύλιου του σχολείου. Δεν ξέραμε τι συνέβαινε. Εγώ ακόμα και τώρα δεν ξέρω.
Η Φατιμά, η γειτόνισά μου, αρνήθηκε να βγεί. Δεν ξέρω πώς, αλλά έμεινε πίσω με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της, και έδωσε την μικρότερη κόρη της, στον ιατρικό σταθμό.
Όταν είδα ότι η Φάτιμα δεν ήταν εκεί, αλλά το μωρό της ήταν, σκέφτηκα: Πώς το έκανε ; θα μπορούσα να είχα μείνει πίσω. Αυτή ήταν άλλη μια φρικτή στιγμή. Ένιωσα τόσο τρομερά ένοχη. Μας πήγαν στο νοσοκομείο, μας έκαναν ερωτήσεις, και το βράδυ μας πήγαν σπίτι.
Ήμουν σε τέτοιο πανικό που προσπαθούσα να πάω πίσω στο σχολείο, αλλά η μητέρα μου δεν με άφηνε. Μου έλεγε ότι κανείς άλλος μπορεί να αναλάβει τη φροντίδα της Milena, επειδή ακόμα τη θήλαζα. Αλλά ήμουν έξαλλη. Στο τέλος έπεσε σε στα γόνατα και με παρακαλούσε να μην πάω. Την τρίτη μέρα άκουσα μια φήμη ότι παιδιά άρχισαν να κυκλοφορούν. Έτρεξα στο σχολείο, αλλά μόλις έφτασα άρχισαν οι εκρήξεις.
Δεν μου επετράπηκε η είσοδος κι έτσι έτρεξα στο νοσοκομείο και περίμενα εκεί. Το πρώτο αυτοκίνητο με απώλειες έφθασε, στη συνέχεια, ένα δεύτερο και τρίτο, αλλά δεν είχε την Alana μέσα. Υπήρχαν, επίσης, αυτοκίνητα που πήγαιναν στο νεκροτομείο, αλλά εγώ δεν ήθελα να πάω εκεί. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα μπορούσαν να σκοτώσουν τα παιδιά. Γι ‘αυτό και ήμουν έξω από το νοσοκομείο.
Στη συνέχεια, ο σύζυγός μου, Seyfil, επέστρεψε από το σχολείο και μου είπε ότι δεν είχε μείνει κανείς στο γυμναστήριο. Όλοι είχαν καεί. Κι εγώ κατέρρευσα.
Για δύο ημέρες επισκεφθήκαμε όλα τα τοπικά νοσοκομεία. Στις 5 Σεπτεμβρίου ο ανεψιός μου πήγε στο νεκροτομείο Vladikavkaz. Μου ζήτησε να πώ τι φορούσε η Αλάνα. Στη συνέχεια, άρχισε να μου περιγράφει τα σκουλαρίκια της. Αυτό ήταν. Συνειδητοποίησα ότι ήταν νεκρή. Έπεσα κάτω και άρχισα να ουρλιάζω.
Δύο από τις άλλες μητέρες που βγήκαν έξω, επίσης, έχασαν τα μεγαλύτερα παιδιά τους και πρέπει να ζήσουν στην ίδια κατάσταση με μένα. Η Fatima σκοτώθηκε, με τη μεγαλύτερη κόρη της, αλλά η τεσσάρων ετών κόρη της επέζησε ως εκ θαύματος. Ποτέ δεν ξέρεις πώς ο Θεός σε προστατεύει.
Μετά την έκρηξη δεν θα μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο, παρά μόνο την Αλάνα. Ήταν αδύνατο να κοιτάξω τη Μιλένα Δεν είχα τη συναισθηματική ικανότητα για τίποτα. Απλά ήθελα κάποιος – κάποιος καλός και στοργικός – να την πάρει μακριά απο εμένα ώστε να μπορώ να θρηνήσω. Οι φίλοι μας ερχόταν και έπαιρναν τη Μιλένα έξω για περιπάτους, και η οικογένειά μου τη φρόντιζε αλλά δεν μου την έπαιρναν οριστικά γιατί ήξεραν ότι ήταν ο μόνος λόγος που έμενα ζωντανή. Έπρεπε να αναλάβω τη φροντίδα της. Και τελικά το έκανα.
Στα διαμερίσματα όπου μέναμε, 38 άτομα είχαν πεθάνει απο τις τρομοκρατικές επιθέσεις. Ήμασταν πάντα μαζί, και ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος να επιβιώσουμε. Ίσως η αδρεναλίνη, και το συναίσθημα οργής ήταν αυτό που μας εμπόδισε να σκοτώσουμε τον εαυτό μας. Δεν ήθελα να ζώ. Η επιθυμία μου ήταν απλά να εξαφανιστώ στο λεπτό αέρα. Κανείς να μη θυμάται τίποτα.
Η μητέρα μου αποφάσισε ότι έπρεπε να φύγουμε μακριά, και το Μάιο του 2005 μετακομίσαμε στο Vladikavkaz, περίπου 25 χιλιόμετρα μακριά.
Δεν ήθελα να φύγω απο το Μπεσλάν, ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Αλλά όταν φύγαμε έγινε λίγο πιο εύκολο να αντιμετωπίσω τον πόνο. Μια Ρωσίδα γιατρός που ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο είδε την ιστορία μου στην τηλεόραση και με προσκάλεσε να μείνω κάποιο καιρό μαζί της. Στην αρχή δεν μπορούσα καν να το σκεφτώ, αλλά συνέχισε να επιμένει και τελικά με έπεισε να την επισκεφθώ στο Grimsby. Με βοήθησε πολύ με την καλοσύνη και την στοργή της. Δεν μπορούσα να δουλέψω για τρία χρόνια. Γύρισα στη δουλειά με μερική απασχόληση, αλλά σύντομα συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν πλέον κατάλληλη για διδασκαλία. Δεν μπορούσα να βοηθήσω τον εαυτό μου και θα ήθελα αρχίσω να λέω στους μαθητές μου τρομακτικές ιστορίες. Γι ‘αυτό και αποφάσισα να φύγω. Τώρα εργάζομαι ως ερευνητής στην Ακαδημία των Επιστημών.
Ολόκληρη η ζωή, μου άλλαξε από εκείνη την ημέρα. Η Milena φυσικά με κάνει να προχωρώ και νιώθω ότι πρέπει να ζω γι ‘αυτήν. Αισθάνομαι εγωίστρια επειδή όλα αυτά τα χρόνια ζεί με μια μητέρα που θρηνεί.Όταν μεγάλωσε λίγο άρχισε να μου λέει: «Μαμά, δεν είμαι Αλάνα, είμαι ένα διαφορετικό πρόσωπο.”

Η Μιλένα είναι πολύ δημιουργική, και παθιασμένη με το χορό, αλλά ενδιαφέρεται και για τη δημοσιογραφία. Έχει άποψη για τα πάντα, και είναι πολύ ανεξάρτητη. Η Aneta Gadieva δεν έχει ευτυχισμένες στιγμές, αλλά χαίρεται να μιλάει για τα δύο παιδιά της.Οι δικές τους ιστορίες της δίνουν λόγο να χαμογελάει.

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu